Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΦΕΡΕΙ ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΑ

Η στυγερή δολοφονία του 44χρονου πατέρα, λίγο πριν τη γέννηση του παιδιού του έδειξε με τον πιο άγριο τρόπο την ανασφάλεια που νιώθουν οι κάτοικοι του κέντρου. Του ιστορικού κέντρου της Αθήνας που συνεχώς υποβαθμίζεται και θυμίζει κάθε μέρα που περνά μια κακόφημη συνοικία και όχι μια προηγμένη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Οι κάτοικοι του κέντρου είναι εντελώς απροστάτευτοι, οι περιουσίες τους χάνουν καθημερινά την αξία τους και δεν είναι λίγοι εκείνοι που εγκαταλείπουν άρον -άρον τα σπίτια τους. Η ολιγωρία της αστυνομίας, έχει ωθήσει ακροδεξιές ομάδες να επιτίθενται σε μετανάστες και οι οδομαχίες έχουν αυξηθεί επικίνδυνα. Το ιστορικό κέντρο έχει χωριστεί στα δυο και κανείς δεν φαίνεται να θορυβείτε. Σίγουρα η ευθύνη δεν βαραίνει εξ’ ολοκλήρου τους μετανάστες, οι οποίοι μην έχοντας ελπίδα στις χώρες τους, επέλεξαν (;) να έρθουν στην Ελλάδα για ένα καλύτερο μέλλον. Η πολιτεία χειρίζεται το φλέγον αυτό θέμα χρόνια τώρα εντελώς επιφανειακά. Αφενός δεν έχει φροντίσει να υλοποιήσει μια ολοκληρωμένη μεταναστευτική πολιτική και αφετέρου δεν διαθέτει ικανούς ελεγκτικούς μηχανισμούς. Αν τους διέθετε, θα μπορούσε σχετικά εύκολα και σύντομα, να καθορίσει ποιοι μετανάστες θα μπορούσαν να νομιμοποιηθούν και ποιοι να επαναπατριστούν. Αν γινόταν αυτό, δεν θα βλέπαμε καθημερινά εικόνες κατάληψης της Αθήνας από τους χιλιάδες παράνομους μετανάστες. Από την άλλη όμως, ευθύνη δεν έχουν και οι κάτοικοι του κέντρου, οι οποίοι ζουν μέσα στο φόβο και την ανασφάλεια.
Αποτέλεσμα της παραπάνω πραγματικότητας είναι οι σκηνές βίας στο κέντρο καθημερινά να αυξάνονται. Η ιδεολογική βία ορισμένων (ρατσισμός, υποκίνηση σε βίαιες ενέργειες, φυλετικές διακρίσεις) προκαλεί την άμεση βία. Εκτός αυτού, υπάρχει και η καθαρά συστημική βία που οπλίζει το χέρι των διαδηλωτών. Είναι η έμμεση βία του κράτους, που εκφράζεται με ένα μεγάλο πλήθος περιοριστικών μηχανισμών οι οποίοι καταστούν τους ανθρώπους αναίσθητους απέναντι στις πιο κτηνώδεις μορφές βίας. Η συστημική βία απορρέει από τις καταστροφικές συνέπειες της ομαλής λειτουργίας των οικονομικών και πολιτικών συστημάτων, και είναι βεβαίως σε θέση να προκαλέσει αλυσιδωτές και αψυχολόγητες αντιδράσεις στο κοινωνικό σύνολο. Με λίγα λόγια, το ζήτημα δεν πρέπει να αναλυθεί απλοϊκά και να καταδικάσουμε συλλήβδην τους μετανάστες, τους ακροδεξιούς και τους αστυνομικούς. Τη μεγαλύτερη ευθύνη για τη μετατροπή της Αθήνας σε πεδίο μάχης φέρει η πολιτεία, η οποία είναι εμφανώς κατώτερη των περιστάσεων και δεν μπορεί να εγγυηθεί τη σταθερότητα, τη νομιμότητα και την ασφάλεια των πολιτών.
Η πολιτεία με τις δράσεις της ευνοεί το καθεστώς της ανομίας και ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι η ατιμωρησία αυτή θα οδηγούσε σε μια δολοφονία και θα δημιουργούσε μια γενικότερη ανάφλεξη. Το τραγικό είναι ότι όλοι οι διαμαρτυρόμενοι πιστεύουν ότι έχουν δίκιο αλλά ότι δεν τους αναγνωρίζεται. Όταν στη χώρα μας ψηφίζονται νόμοι και δεν εφαρμόζονται, όταν η δικαστική εξουσία ταλαντεύεται επικίνδυνα και όταν οι περισσότεροι ζούμε υπό το καθεστώς της ανομίας, τότε αργά ή γρήγορα κυριαρχεί η οργή και η βία. Πολλές φορές έχουμε επισημάνει από αυτές εδώ τις γραμμές ότι η κρίση που βιώνουμε είναι κατά βάση κρίση ηθικής και ακολούθως οικονομική. Ζούμε μια εποχή των άκρων , στην οποία κυρίαρχη θέση έχει ο φόβος και η απαισιοδοξία. Η ανεπάρκεια του κράτους γιγαντώνει τα παραπάνω αισθήματα και οδηγεί γρηγορότερα τον απλό διαδηλωτή, τον απλό πολίτη, τον παράνομο μετανάστη και τον αστυνομικό των 800 ευρώ, να μετατραπεί σε εν δυνάμει δολοφόνο. Το κράτος οφείλει στην ύστατη ώρα να προστατεύσει τους πολίτες, να θωρακίσει τα σώματα ασφαλείας και κυρίως να εγγυηθεί την κοινωνική ειρήνη. Το κράτος, με την ευρεία έννοιά του, δεν τυγχάνει πλέον του σεβασμού του απλού πολίτη και αυτή είναι σίγουρα μια τραγική διαπίστωση. Στο όνομα του Μνημονίου, δεν πρέπει να υποτιμόνται από την κυβέρνηση οι υπόλοιπες πτυχές της καθημερινότητας των πολιτών. Κανείς δεν γνωρίζει αν η χώρα θα καταφέρει να σωθεί ή θα πτωχεύσει. Σίγουρα όμως όλοι μας γνωρίζουμε ότι η καθημερινότητά μας θα μετατραπεί σύντομα σε ζούγκλα αν συνεχιστεί η αδράνεια και η ανυπαρξία της πολιτείας.

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ

Το ποδόσφαιρο και η πολιτική είναι δυο έννοιες με πολλά κοινά σημεία. Έχουν την ικανότητα να διεγείρουν τα πάθη του λαού και να οδηγούν σε καταστάσεις ακραίου φανατισμού. Η πολιτική καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις ζωές μας, καθώς πολλές πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται, από τη μείωση συντάξεων μέχρι την αύξηση των φόρων, επηρεάζουν την καθημερινότητά μας στο μέγιστο βαθμό. Το ποδόσφαιρο από την άλλη, τέτοια επιρροή στις ζωές μας δεν έχει, όμως είναι πολλοί εκείνοι που η αγάπη και ο φανατισμός για την ομάδα τους παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην καθημερινότητά τους. Στην Ελλάδα του ΔΝΤ και του Μνημονίου, η πολιτική και το ποδόσφαιρο παρουσιάζουν τέτοια ταύτιση που τρομάζει. Και τα δυο βρίσκονται σε κρίση, έχουν σταδιακά απαξιωθεί στα μάτια του κόσμου και έχουν καταντήσει μια κλειστή κάστα με εξαιρετικά συγκεκριμένη πελατεία. Η δυσωδία των σκανδάλων και η προκλητική ατιμωρησία έχουν οδηγήσει πολλούς ψηφοφόρους και πολλούς ποδοσφαιρόφιλους στην αποχή. Είτε αυτή έχει να κάνει με την κάλπη είτε με την εξέδρα. «Προνόμιο» της πολιτικής και του ποδοσφαίρου είναι η διαχρονική απόκρυψη των προβλημάτων κάτω από το χαλί. Όλα τα προβλήματα, τα κακώς κείμενα και τα σκάνδαλα θεωρούνται πταίσματα και μπαίνουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Ο κόσμος του ποδοσφαίρου τον τελευταίο καιρό «συνταράχτηκε» από τις αποκαλύψεις κασετών που αναφέρονται σε απόπειρες δωροδοκίας, σε μπίζνες με νονούς και ανθρώπους του υποκόσμου αλλά ως δια μαγείας όλα αυτά τα στοιχεία μπήκαν στο αρχείο. Όπως βέβαια συνέβη και στο πρόσφατο παρελθόν. Εκτός αυτού, οι συμπεριφορές παραγόντων, ο ακραίος φανατισμός των οπαδικών εφημερίδων και η παντελής έλλειψη αθλητικής παιδείας όλων των συμβαλλόμενων μερών, έχουν οξύνει τα περιστατικά ωμής βίας.
Στην πολιτική επίσης, όλα τα σκάνδαλα παραδοσιακά και διαχρονικά διαγράφονται. Τιμωρήθηκε κανείς για το Χρηματιστήριο, για τα ομόλογα, για τα καρτέλ, για το Βατοπαίδι, τη Ζίμενς και τις υποκλοπές; Έχει τεθεί κάποιος πολιτικός αντιμέτωπος με τις ευθύνες του για το υπέρογκο χρέος της χώρας; Απολύτως κανένας. Για όλα φταίει πάντα το σπάταλο κράτος, το οποίο οι ίδιοι δημιούργησαν, και ο απλός λαός. Και ζουν αυτοί καλά και εμείς όλο και χειρότερα. Η πολιτική και το ποδόσφαιρο, για να βγουν από το βάλτο που έχουν βυθιστεί χρειάζονται ρήξεις. Ρήξεις όμως που δεν φαίνεται κάποιος πρόθυμος να πραγματοποιήσει. Τα σκάνδαλα και η ατιμωρησία, μαζί βεβαίως με την οκνηρία και την αναποτελεσματικότητα, έχουν καταντήσει την πολιτική υπόθεση των λίγων και έχουν αηδιάσει τον απλό κόσμο, ο οποίος έχει γυρίσει την πλάτη του στο πολιτικό – κομματικό σύστημα.
Η χώρα μας είχε δυο χρυσές ευκαιρίες να «φτιάξει» ποδόσφαιρο και πολιτική. Η μεγαλύτερη ήταν η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Η ψυχολογία των Ελλήνων τότε ήταν στα ύψη, μαζί και η ανάπτυξη της χώρας. Πολλά δημόσια έργα, τα οποία εν τέλει πληρώσαμε δέκα φορές παραπάνω. Αντί οι Ολυμπιακοί Αγώνες να ανεβάσουν τη χώρα μας επίπεδο, δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι μας έκαναν κακό. Το μόνο που ενδιέφερε εκείνη την περίοδο τους πολιτικούς ήταν πόσες κορδέλες θα κόψουν και πόσες φωτογραφίες θα βγάλουν δίπλα στους Έλληνες πρωταθλητές. Καμία προνοητικότητα για την μετά Ολυμπιακών Αγώνων εποχή. Το αποτέλεσμα το βλέπουμε σήμερα: τα ολυμπιακά ακίνητα δεν έχουν καμία χρηστική αξία, ο ερασιτεχνικός αθλητισμός μαραζώνει, ο τουρισμός μας είναι κάθε χρόνο στάσιμος, η ανάπτυξη του τόπου λέξη κενή περιεχομένου, και τα μόνο που έχουν μείνει να θυμίζουν τη φρενίτιδα των Ολυμπιακών Αγώνων είναι τα κουκλάκια του Φοίβου και της Αθηνάς. Η δεύτερη χρυσή ευκαιρία ήταν η κατάκτηση του Euro 2004 από την Εθνική μας ομάδα ποδοσφαίρου. Τότε, αντί να δημιουργηθούν οι βάσεις για την αναδιάρθρωση του ποδοσφαίρου μας, κυριάρχησε η στασιμότητα και τα πανηγύρια. Στην Πορτογαλία παραβρέθηκε η πολιτική ελίτ της χώρας για να γιορτάσει με την εθνική, όμως στην επιστροφή ουδείς θέλησε να ασχοληθεί με τις παθογένειες του ελληνικού ποδοσφαίρου. Τα προβλήματα όλα ως δια μαγείας κρύφτηκαν κάτω από το πέπλο του λαμπερού τροπαίου. Από το Euro φτάσαμε σήμερα στις οικονομικά διαλυμένες ΠΑΕ, στην ανυπαρξία δομών και στα καθημερινά επεισόδια. Και οι δυο αυτές ευκαιρίες αποδεικνύουν ότι η νίκη έχει πολλούς πατεράδες, η ήττα όμως είναι ορφανή. Και όπου ήττα, σημειώστε την πλήρη απαξίωση του επαγγελματικού ποδοσφαίρου και της πολιτικής.
Επειδή ζούμε στην Ελλάδα, και όχι σε κάποια αναπτυγμένη χώρα της Δύσης, δεν δικαιούμαστε να ελπίζουμε πως τα πράγματα θα αλλάξουν, τουλάχιστον σύντομα, προς το καλύτερο. Αντιθέτως πρέπει να είμαστε σχεδόν σίγουροι πως θα χειροτερέψουν επικίνδυνα. Όσο η πολιτική και το ποδόσφαιρο βοά από διαπλεκόμενους, απατεώνες και ανάξιους, τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Το ποδοσφαιρικό και το πολιτικό κοινό δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο από κανέναν. Έχουν αλλάξει οι συνθήκες και ο κόσμος έχει βγει στα κεραμίδια. Όσο περισσότερο το φίλαθλο κοινό και οι ψηφοφόροι εμπαίζονται από τους πολιτικούς και τους αθλητικούς παράγοντες, τόσο θα πληθαίνουν τα περιστατικά αποχής και βίας.

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΝ

Η κόντρα που έχει ανοίξει μεταξύ των συνδικαλιστών της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ και της κυβέρνησης, φέρνει στην επιφάνεια το θέμα του συνδικαλισμού, ένας όρος ο οποίος στη χώρα μας είναι εξαιρετικά παρεξηγημένος από πολλές πλευρές. Τα συνδικάτα δημιουργήθηκαν, ως δυναμικές συλλογικές εκφράσεις της μισθωτής εργασίας, ως απάντηση απέναντι στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και στην εργοδοτική αυθαιρεσία, φαινόμενα που αποδεικνύουν μέχρι σήμερα τη διαχρονικότητά τους. Στην Ελλάδα της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, τα συνδικάτα είναι αναγκαία, καθώς τα εργασιακά δικαιώματα που απειλούνται καθημερινά και συχνά καταπατώνται, είναι πολλά: Διευκόλυνση των απολύσεων, αποδιάρθρωση του συστήματος διαμόρφωσης των μισθών και των συλλογικών συμβάσεων, ανάπτυξη της ελαστικοποίησης των ωραρίων και ενός ευρέος φάσματος φθηνών και ευέλικτων μορφών εργασίας σε βάρος της πλήρους και σταθερής απασχόλησης συνθέτουν τα χαρακτηριστικά του νέου εργασιακού τοπίου που έχει διαμορφωθεί.
Τα συνδικάτα όμως, οφείλουν για το συμφέρον των εργαζομένων, αλλά και για την ίδια τους την επιβίωση, να επαναπροσδιορίσουν κάποια βασικά ζητήματα. Ο πρώτος στόχος ενός σοβαρού συνδικαλιστικού κινήματος πρέπει να είναι η προώθηση πολιτικών που θα αμβλύνουν τις ανισότητες μεταξύ των μισθωτών. Η μείωση των μισθολογικών ανισοτήτων υπήρξε κεντρική στρατηγική στις σκανδιναβικές χώρες, εκεί όπου η δυναμική του συνδικαλισμού εξακολουθεί να είναι μεγάλη. Η στρατηγική αυτή είναι η μόνη που εξασφαλίζει την ενότητα του κόσμου της μισθωτής εργασίας, γεγονός που επιτρέπει την ενιαία συνδικαλιστική δράση και τη διαπραγματευτική ικανότητα απέναντι στην εργοδοσία. Όμως, ο κατακερματισμός των συνδικάτων στη χώρα μας, έχει πολλάκις αποδείξει ότι αυτό που ενδιαφέρει τις ηγεσίες των συνδικαλιστών είναι να πάρουν ότι μπορούν περισσότερο από την εκάστοτε κυβέρνηση, δίχως να νοιάζονται για μια πολυεπίπεδη αντιμετώπιση των εργασιακών προβλημάτων. Ασφαλώς και υπάρχουν εξαιρέσεις, όμως ο κανόνας είναι ο παραπάνω. Τα ελληνικά συνδικάτα έκαναν τα πάντα με τις πράξεις τους για να «διαιρέσουν» τις μισθωτές τάξεις. Για τον λόγο αυτό σήμερα, σε συνθήκες ακραίας επίθεσης στο εισόδημα, σχεδόν καμία κοινωνική ομάδα δεν συμπαρίσταται σε καμία άλλη. Το αντίθετο μάλιστα έχουμε παρατηρήσει να συμβαίνει. Και γι΄ αυτό ο συνδικαλισμός δεν έχει τη δύναμη και την πυγμή που είχε παλαιότερα. Ένα άλλο σοβαρό ζήτημα είναι η έντονη παρουσία της κομματοκρατίας στους κόλπους του συνδικαλισμού. Η κομματοκρατία αυτή έχει δυο πτυχές: Στην πρώτη, η εκάστοτε εξουσία βλέπει στο πρόσωπο των συνδικάτων την προέκταση του κόμματος στην κρατική μηχανή. Από την άλλη, το συνδικάτο περιμένει από την κυβέρνηση «αναδρομικά έσοδα» όπως αθρόες προσλήψεις, αυξήσεις μισθών, επιχορηγήσεις και πολλά άλλα. Οι εργατοπατέρες λοιπόν, έχουν μάθει να ενδιαφέρονται μόνο για τα δικά τους θέλω και αδιαφορούν για τον εργαζόμενο συνολικά. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα πολλές φορές τα συνδικάτα να αποκαλούνται συντεχνίες και φατρίες και να μένουν κάποιοι συνδικαλιστές, να μάχονται και να θέλουν να αποτελέσουν μια δύναμη αλληλεγγύης και πολιτικής ρύθμισης. Εις μάτην όμως.
Σήμερα, τη στιγμή που η μισθωτή εργασία δέχεται επιθέσεις και παράλληλα διογκώνεται ο βαθμός της εκμετάλλευσής της, ο θεσμός των συνδικάτων είναι όσο ποτέ άλλοτε αναγκαίος για το μέλλον της εργασίας και της κοινωνίας γενικότερα. Των συνδικάτων όμως που θα ενδιαφέρονται για τα προβλήματα των εργαζομένων, και όχι εκείνων που τους νοιάζει μια θέση στην κυβέρνηση η μια παροδική αύξηση μισθού. Με άλλα λόγια, τα συνδικάτα, και κυρίως οι ηγεσίες τους, πρέπει να δώσουν βάση και να επιστρέψουν στις παραδοσιακές συνδικαλιστικές αξίες. Το συνδικαλιστικό κίνημα οφείλει να είναι αυτόνομο, να ανοίγεται σε νέους χώρους και να εμποτίζεται από την αγνή συνδικαλιστική κουλτούρα. Ακόμα, πρέπει να είναι δομημένο με μια ισχυρή εργασιακή ιδεολογία η οποία δεν θα αλλάζει με την εναλλαγή των κυβερνήσεων και οργανωτικά να είναι αποτελεσματικό ώστε να σταματά ο πολυκερματισμός και η πολυδιάσπαση. Με την τήρηση όλων των παραπάνω, τα συνδικάτα θα μπορούν να είναι σε θέση ισχύος, θα διαθέτουν την έξωθεν αλλά και την έσωθεν καλή μαρτυρία ώστε να μην απαξιωθούν από την κοινή γνώμη αλλά και από τους ίδιους τους εργαζομένους.

Κυριακή 24 Απριλίου 2011

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Δεν συνηθίζουμε σ’ αυτή τη στήλη να ασχολούμαστε και δεύτερη συνεχόμενη φορά με το ίδιο θέμα, όμως η κρισιμότητα και το ειδικό βάρος που έχει πιθανή αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, δε μας αφήνει περιθώρια για την ανάλυση άλλου πολιτικού ζητήματος. Τη βδομάδα που μας πέρασε, η ελληνική οικονομία πέρασε το δικό της Γολγοθά, καθώς η δημόσια συζήτηση για την αναδιάρθρωση, αύξησε σε δυσθεώρητα ύψη τα spreads. Η κυβέρνηση συνεχίζει να διαψεύδει την πιθανότητα, όμως τα δεδομένα δεν είναι με το μέρος της. Τα χρήματα που απαιτούνται για την πληρωμή των δανειακών μας υποχρεώσεων είναι πολλά και φαντάζει ανέφικτο να μαζευτούν σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Εκτός αυτού, η Τρόικα φαίνεται πως ετοιμάζεται να δείξει κίτρινες κάρτες σε πολλούς υπουργούς για το (μη) έργο τους και ακόμα και η επόμενη δόση του δανείου βρίσκεται στον αέρα.
Οι εταίροι μας δεν είναι ικανοποιημένοι το τελευταίο διάστημα με τις επιδόσεις της κυβέρνησης, γι’ αυτό το λόγο προτού συζητήσουν μια πιθανή αναδιάρθρωση, αναφέρουν ότι η Ελλάδα πρέπει πρωτίστως να εκπληρώσει τους στόχους του μνημονίου. Αυτό είναι λογικό διότι αν η χώρα μας δεν καταφέρει να τονώσει την ανάπτυξη και να παράξει πρωτογενές πλεόνασμα, οποιαδήποτε συζήτηση ή απόφαση για τη μείωση του χρέους, απλώς θα κρύψει για λίγο τα προβλήματα κάτω από το χαλί. Τακτική η οποία ακολουθείται εδώ και πολλά χρόνια και μας οδήγησε στην οδυνηρή κατάσταση που βρισκόμαστε. Αν η Ελλάδα πάρει μακροπρόθεσμα μέτρα, τότε θα μπορεί να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση χρέους έχοντας την έξωθεν καλή μαρτυρία. Στο κείμενο συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης Μαρτίου αναφέρεται μάλιστα ότι «αν βάσει της ανάλυσης βιωσιμότητας, συνάγεται ότι ένα πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής δεν μπορεί ρεαλιστικά να επαναφέρει το δημόσιο χρέος σε μια βιώσιμη πορεία, υποχρεούται να προσέλθει καλόπιστα σε ενεργές διαπραγματεύσεις με τους δανειστές του για να εξασφαλίσει την άμεση συμμετοχή τους στην αποκατάσταση της βιωσιμότητας του χρέους». Με λίγα λόγια, αυτή είναι η λεγόμενη «φιλική αναδιάρθρωση», κατά την οποία το κράτος-μέλος διαβουλεύεται με τους δανειστές σχετικά με το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους, με σκοπό τη διαπραγμάτευση κατάλληλων λύσεων, απαιτεί διαπραγμάτευση με τους πιστωτές δηλαδή και με εγγύηση του ΔΝΤ, της Ε.Ε. και της ΕΚΤ κι όχι τη μονομερή απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης.
Οι επιπτώσεις από την πιθανή αναδιάρθρωση διαφέρουν ανάλογα με τη μορφή που θα έχει. Την περασμένη βδομάδα αναλύσαμε δυο μορφές. Εκτός από την επιμήκυνση του χρέους, συζητείται, ακόμα και από κυβερνητικά στελέχη, το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων. Ενδεχόμενο «κούρεμα» θα είναι καταστροφικό. Ενδεικτικά, τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν στην κατοχή τους κρατικά ομόλογα ύψους περίπου 27 δισ. ευρώ. «Κούρεμα» π.χ. κατά 40% σημαίνει απώλειες περίπου 9,5 δισ. ευρώ και τεράστια προβλήματα στην καταβολή συντάξεων. Ακόμα, οι ελληνικές τράπεζες κατέχουν κρατικά ομόλογα ύψους περίπου 45 δισ. ευρώ. Ανάλογο κούρεμα 40% θα σημάνει απώλεια περίπου 18 δισ. Και στο σημείο αυτό ελλοχεύει ο κίνδυνος να ξεπουληθούν σε πολύ χαμηλή τιμή σε ισχυρούς ξένους ομίλους.
Η πιθανότητα αναδιάρθρωσης δεν θα πρέπει να δαιμονοποιείται, ούτε όμως να θεωρείται η λύση όλων των προβλημάτων. Πολλές χώρες έχουν προχωρήσει σε αναδιάρθρωση δημοσίου χρέους. Το ελληνικό χρέος έχει παρόμοια χαρακτηριστικά με το χρέος χωρών όπως η Αργεντινή (2001-05), ο Ισημερινός (2000) και η Ουρουγουάη (2003). Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι κάτοχοι του χρέους είναι ομολογιούχοι. Ακόμα, το 90% των ομολόγων της χώρας μας έχουν εκδοθεί με βάση τον ελληνικό νόμο που σημαίνει ότι η Ελλάδα μπορεί να αλλάξει τον νόμο για να επιλύσει διαδικαστικά θέματα που μπορούν να προκύψουν στην πορεία. Υπάρχουν όμως και αρνητικά που μπορούν θα προκύψουν σε πιθανή αναδιάρθρωση. Το μεγαλύτερο απ’ όλα είναι ότι μεγάλο μέρος των ομολόγων (περίπου 30%) βρίσκεται στα χέρια ελληνικών θεσμικών επενδυτών (τράπεζες,ασφαλιστικά ταμεία,αμοιβαία κεφάλαια κ.λπ.) και μια επικείμενη αναδιάρθρωση θα προκαλέσει σημαντικές απώλειες στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Τέλος, το ελληνικό χρέος είναι σε ευρώ, που σημαίνει ότι το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, σε πιθανή αναδιάρθρωση χώρας-μέλους της ευρωζώνης θα πληγεί. Πολλά μπορεί να πει κανείς για την αναδιάρθρωση. Πολλοί τάσσονται υπέρ της και άλλοι κατά της. Αυτό που προέχει όμως είναι να γίνει αναδιάρθρωση πολιτικής από την κυβέρνηση. Να λάβει μέτρα ικανά να καταστήσουν την οικονομία μας ανταγωνιστική και σε βάθος χρόνου πλεονασματική.

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΧΡΕΟΥΣ

Μετά τη λήξη της πρόσφατης απεργίας των δημοσιογράφων, έχουν ενταθεί οι φήμες και οι συζητήσεις στα ΜΜΕ, και όχι μόνο, σχετικά με την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Όπως κάθε κρίσιμη πολιτική απόφαση ή πρόταση, έτσι και η παραπάνω έχει τους πολέμιούς της και τους υποστηρικτές της. Στους πολέμιους συγκαταλέγονται ο Πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών, καθώς και η πλειονότητα των κυβερνητικών στελεχών. Στους κόλπους της κυβέρνησης όμως, υπάρχουν και υποστηρικτές της αναδιάρθρωσης, με κύριο εκφραστή τη Βάσω Παπανδρέου. Η πιθανότητα αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους έχει προκαλέσει ντόμινο συζητήσεων και διαξιφισμών στην Ε.Ε. Τη λέξη “αναδιάρθρωση”, εκτός από τις τελευταίες μέρες, την ακούμε εδώ και καιρό. Την ακούμε από τα ελληνικά κόμματα, από οικονομικούς παράγοντες του εσωτερικού και του εξωτερικού, από τους οίκους αξιολόγησης και τους ευρωπαίους αξιωματούχους. Ο διεθνής τύπος απαιτεί την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, ενώ η γερμανική κυβέρνηση αναφέρει ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει μέχρι το 2013, όταν και θα τεθεί σε ισχύ ο μόνιμος ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης.
Η αναδιάρθρωση χρέους αποτελεί μία μορφή χρεοκοπίας, μόνο που συμβαίνει κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των εταίρων. Είναι το ‘κούρεμα’ των ομολόγων όπως το ονομάζουν και οι οικονομολόγοι. Στην περίπτωση που μια χώρα αποφασίσει να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του χρέους της, τότε ενημερώνει τους δανειστές της ότι σταματά να πληρώνει τις δόσεις της, ενώ αντί να αποπληρώσει το σύνολο των δανείων της, θα πληρώσει, π.χ., μόνο το 70%. Επίσης, η αναδιάρθρωση έχει να κάνει και με την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του χρέους καθώς και με τη μείωση του επιτοκίου. Όπως καταλαβαίνει κανείς λοιπόν, πρόσφατα η χώρα μας προχώρησε σε μια μίνι αναδιάρθρωση χρέους, όταν στη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωζώνης αποφασίστηκε η παράταση του χρόνου αποπληρωμής καθώς και η μείωση του επιτοκίου. Αν μια χώρα της Ευρωζώνης προχωρήσει σε αναδιάρθρωση, δύναται να επιστρέψει στο παλιό εθνικό της νόμισμα, γεγονός το οποίο θα επιφέρει σωρεία κερδοσκοπικών επιθέσεων ενώ ταυτόχρονα το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και η αξία του χρήματος δεν θα είναι όπως παλιά. Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν, όταν μια χώρα οικειοθελώς ζητά αναδιάρθρωση χρέους. Αν κρίνουμε από τα λεγόμενα της κυβέρνησης, αυτό αποκλείεται να ζητηθεί. Άρα, μεγαλύτερη αξία έχει να δούμε τι μπορεί να συμβεί όταν οι δανειστές υποχρεώνουν μια χώρα να πραγματοποιήσει αναδιάρθρωση δημοσίου χρέους.
Αν συμβεί το παραπάνω σενάριο για μια χώρα της ευρωζώνης, και δη για την Ελλάδα, η παραμονή στο ευρώ πρέπει να θεωρείται δεδομένη γιατί πολύ απλά κανείς δανειστής δεν θέλει να χάσει τα λεφτά του και επιπλέον η αποχώρηση μιας χώρας από το ευρώ θα έφερνε αλυσιδωτές οικονομικές εξελίξεις. Στην περίπτωση της χώρας μας, οι ευρωπαίοι εταίροι αποκλείουν την άμεση αναδιάρθρωση χρέους. Για το μέλλον όμως δεν αναφέρουν κάτι, και αυτό διότι γνωρίζουν πολύ καλά ότι από το 2013, όταν και θα ισχύσει ο μόνιμος μηχανισμός σωτηρίας, οποιαδήποτε χώρα επιθυμεί να ενταχθεί στο μηχανισμό, θα πρέπει να έχει προχωρήσει σε αναδιάρθρωση χρέους. Με λίγα λόγια, η αναδιάρθρωση χρέους φαντάζει κάτι παραπάνω από πιθανή σε δυο χρόνια. Αυτό εκτός από τους ευρωπαίους εταίρους το γνωρίζουν και οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης. Ξέρουν ότι αργά ή γρήγορα θα χάσουν μέρος των χρημάτων τους και για τον λόγο αυτό εντείνονται συνεχώς οι υποβαθμίσεις προβληματικών εθνικών οικονομιών και οι κερδοσκοπικές επιθέσεις. Το ξέρουν επίσης και οι Γερμανοί οι οποίοι φιλοδοξούν να μετατρέψουν τις προβληματικές χώρες σε σύγχρονες αποικίες τους. Όλα τα δεδομένα είναι εναντίον της χώρας μας και τα δύσκολα όπως φαίνεται δεν έχουν έρθει ακόμα

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ Η’ ΕΚΛΟΓΕΣ

Ο σάλος που προκλήθηκε στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ από το νομοσχέδιο για τα τυχερά παιχνίδια, είναι ενδεικτικός της κατάστασης που επικρατεί στο εσωτερικό της κυβέρνησης και του κόμματος. Οι βουλευτές, και ακόμα περισσότερα στελέχη του ΠΑΣΟΚ βλέπουν με καχυποψία την ασκούμενη οικονομική πολιτική και φροντίζουν να το δείχνουν σε κάθε ευκαιρία. Το παραπάνω γεγονός ενίσχυσε τη φημολογία για σημαντικές πολιτικές εξελίξεις εντός του μήνα. Όλα τα σενάρια αυτά πηγάζουν από την κακή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Με τη στάση τους απέναντι στο νομοσχέδιο, οι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος δείχνουν ότι τα δύσκολα τώρα έρχονται για την κυβέρνηση, και ιδίως για τον κ. Παπακωνσταντίνου, ο οποίος δεν έχει και τις περισσότερες συμπάθειες εντός ΠΑΣΟΚ. Η κατάσταση στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ μέρα με τη μέρα οξύνεται. Από την άλλη, η κυβέρνηση φαίνεται πως πολιτικά είναι μόνη της. Η ΝΔ διά στόματος κ. Σαμαρά λέει συνεχώς ότι δεν πρόκειται να συναινέσει με την κυβέρνηση σε κανένα επίπεδο, τα κόμματα της Αριστεράς είναι μονίμως στα κεραμίδια και καταδικάζουν κάθε κυβερνητική πράξη και πρόταση. Από την άλλη, το κόμμα του κ. Καρατζαφέρη διαφωνεί με την ασκούμενη πολιτική και ζήτησε ξεκάθαρα πρόωρες εκλογές. Διάθεση συνεργασίας με την κυβέρνηση δείχνουν να έχουν η Δημοκρατική Αριστερά και η Δημοκρατική Συμμαχία, όμως αυτό ουσιαστικά θα καθοριστεί σε μια πιθανή είσοδό τους μελλοντικά στη Βουλή. Με όλα τα παραπάνω καταλαβαίνει κανείς ότι η κυβέρνηση αφενός δεν βρίσκει στήριγμα εντός Κοινοβουλίου, αφετέρου πληγώνεται και εσωτερικά, καθώς πολλοί κυβερνητικοί βουλευτές και στελέχη του κόμματος έχουν οξύνει την κριτική τους απέναντι στο υπουργικό συμβούλιο. Εκτός του κάδρου της «εσωκομματικής αντιπολίτευσης» παραμένει ο Πρωθυπουργός και αυτός είναι ο σοβαρότερος λόγος που δεν έχουν προκηρυχθεί ακόμα πρόωρες εκλογές.
Πιο σοβαρό όμως από όλα τα παραπάνω είναι η απαισιοδοξία των πολιτών. Και δεν μιλάμε μόνο για οικονομική απαισιοδοξία, αλλά κυρίως πολιτική. Νιώθουν οι πολίτες ότι δεν υπάρχει προοπτική για τη χώρα και τις ζωές τους και πως όλες οι θυσίες που υπομένουν δεν θα αποφέρουν κανένα αποτέλεσμα. Η παγωμάρα στην αγορά όλο και μεγαλώνει ενώ καθημερινές είναι οι συζητήσεις και οι ανησυχίες σχετικά με το μέγεθος του ελλείμματος και του δημοσίου χρέους. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τη ραγδαία άνοδο του κόστους της καθημερινότητας, η αβεβαιότητα δικαιολογημένα μετατρέπεται σε μελαγχολία. Η απογοήτευση των πολιτών από τους πολιτικούς και τα κόμματα ρίχνει περισσότερο λάδι στη φωτιά της απαισιοδοξίας για την επόμενη μέρα. Όλα αυτά αφήνουν ανοιχτά αρκετά ενδεχόμενα: Το πρώτο και κυριότερο που κουβεντιάζεται και σε κυβερνητικές συσκέψεις είναι οι πρόωρες εκλογές. Αν και όποτε αυτές γίνουν, με τα έως τώρα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, δύσκολα θα προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Και τη στιγμή που κανένας δεν θέλει να συνεργαστεί με κανέναν, με τα σημερινά δεδομένα τουλάχιστον, η προοπτική της ακυβερνησίας είναι κάτι παραπάνω από ορατή. Ένα άλλο ενδεχόμενο είναι να μη γίνουν εκλογές και να προσπαθήσει η κυβέρνηση να τα βγάλει πέρα μόνη της εξαντλώντας την κυβερνητική της θητεία. Αν και το σενάριο αυτό λίγους μήνες πριν φάνταζε αδιαφιλονίκητο, πλέον δεν είναι καθόλου αυτονόητο και απαιτεί μια σειρά διορθωτικών κινήσεων, οι οποίες θα πρέπει να φτάσουν σε βάθος και όχι να περιοριστούν απλώς σε αλλαγές προσώπων.
Η κυβέρνηση έχει πολλές αρρυθμίες το τελευταίο διάστημα και μαζί με την απαισιοδοξία των πολιτών, κάθε δυναμική μεταρρυθμίσεων δείχνει να έχει ξεθωριάσει. Ο κόσμος δεν πιστεύει τίποτα, έχει βαρεθεί τα πολλά λόγια και περιμένει πράξεις, άγνωστο ακόμα για πόσο. Η κοινή γνώμη είναι δικαιολογημένα ανήσυχη και η αγορά παγωμένη. Εξαρχής η κυβέρνηση γνώριζε για την καμένη γη που παραλάμβανε, όμως άφησε πολύτιμο χρόνο να χαθεί. Ενώ ήξερε τι θα αντιμετωπίσει, φάνηκε να πελαγοδρομεί μπροστά στην οικονομική ύφεση. Ο Πρωθυπουργός πρέπει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Να επιλέξει τους πιο ικανούς, να αλλάξει μίγμα πολιτικής και να κάνει πράξη την ανάπτυξη. Αν δεν γίνουν αυτά, η κυβέρνηση αργά ή γρήγορα θα καταρρεύσει και αυτό θα φέρει ακυβερνησία και αναταραχή. Άρα λοιπόν δυο είναι οι επιλογές που έχει μπροστά του ο Πρωθυπουργός: αποτελεσματική κυβερνητική πολιτική ή προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Ή αλλάζουμε, ή βουλιάζουμε, όπως έλεγε και προεκλογικά.

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

ΙΣΟΤΙΜΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

Τα πάνω κάτω στο χώρο της εκπαίδευσης φέρνει το σχέδιο για το Νέο Λύκειο που προωθεί το υπουργείο Παιδείας. Το βασικό του συστατικό είναι η δημιουργία νέου τύπου δεσμών με εξειδικευμένη ύλη, την ώρα που τον πρώτο λόγο για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση θα έχουν πλέον οι σχολές, οι οποίες στο εξής θα επιλέγουν την εξεταστέα ύλη και θα επιλέγονται από τον μαθητή και υποψήφιο φοιτητή συνολικά και όχι ανά τμήμα. Ο υποψήφιος δεν θα εισάγεται πλέον σε τμήμα, αλλά σε σχολή, η οποία θα έχει την ευθύνη για τα ανανεωμένα προγράμματα σπουδών που θα προσφέρει, και θα μπορεί να παρέχει εξειδικεύσεις σε συγγενή επιστημονικά πεδία Ακόμα, για πρώτη φορά καθιερώνεται ένα είδος πτυχιακής εργασίας για τους υποψηφίους, η βαθμολογία της οποίας, μαζί με τη βαθμολογία και των τριών τάξεων του Λυκείου, θα συνυπολογίζεται στις επιδόσεις για την εισαγωγή στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ. Στις βασικές αλλαγές περιλαμβάνεται επίσης η μείωση της διδακτέας ύλης, η καθιέρωση πιστοποιητικού γλωσσομάθειας, η εισαγωγή για πρώτη φορά μαθημάτων επιλογής όπως ο κινηματογράφος, το θέατρο και ο χορός, αλλά και η παραμονή της Ιστορίας στον βασικό κορμό των μαθημάτων.
Αναμφίβολα, στα θετικά είναι ότι δεν θα υπάρχει προκαθορισμένη εξεταστέα ύλη ενώ ο θεσµός της ερευνητικής εργασίας θα έχει κοµβικό ρόλο στην αξιολόγηση του µαθητή. Θα δίνεται βάση στην έρευνα και όχι στη στείρα παπαγαλία, κάτι το οποίο αποτελεί πάγιο αίτημα μαθητών και καθηγητών. Οι μαθητές θα εκπονούν ερευνητικές εργασίες ακόµη και στην αγγλική γλώσσα, θα γίνεται προσομοίωση εξετάσεων και αξιολόγηση για το σύνολο της παρουσίας των μαθητών. Προβλέπεται και η εκπόνηση ομαδικών εργασιών, όμως αυτές δεν συνοδεύονται από την αναγκαία στήριξη σε υλικοτεχνική υποδομή (π.χ. βιβλιοθήκες, εργαστήρια, πρόσβαση στο διαδίκτυο κ.λπ.) και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, με αποτέλεσμα και αυτό το μέτρο να ευνοεί κυρίως τα παιδιά των ευπορότερων οικογενειών, τα οποία είναι σίγουρο ότι θα έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες πρόσβασης σε πηγές και πληροφορίες. Κατά την εισαγωγή των μαθητών στις σχολές, οι τελευταίες μετά το πέρας του πρώτου έτους σπουδών, θα κρίνουν σε ποιο τμήμα μπορεί να εισαχθεί ο φοιτητής. Παρά το γεγονός ότι και το Νέο Λύκειο συνδέεται με την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, εντούτοις ο τρόπος εισαγωγής των αποφοίτων στα ΑΕΙ δεν έχει γίνει ακόμη γνωστός. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αναδύεται από τον επερχόμενο τρόπο εισαγωγής στα ΑΕΙ και ΤΕΙ έχει να κάνει με τη διασφάλιση της αδιάβλητης αξιολόγησης των φοιτητών κατά την επιλογή τους στο πρώτο έτος σπουδών. Οι εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση θα παραμείνουν σε κεντρικό επίπεδο και τα ΑΕΙ θα έχουν ένα βαθμό συμμετοχής καθώς θα καθορίζουν το συντελεστή βαρύτητας στα εξεταζόμενα μαθήματα, που θα είναι πιθανότατα τέσσερα.
Σε πρώτη φάση, η κυοφορούμενη αλλαγή στην εκπαίδευση και η δημιουργία ενός Νέου Λυκείου, τελείως διαφορετικού από ότι ξέραμε ως σήμερα, έχει θετικά στοιχεία. Το σίγουρο όμως είναι ότι καμιά σοβαρή αλλαγή στην εκπαίδευση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την αναγκαία αύξηση των δαπανών για την παιδεία και την ουσιαστική πολύπλευρη στήριξη των εκπαιδευτικών. Και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν όμως θυσιαστεί στην πολιτική του Μνημονίου και στην ανάγκη περικοπής των δαπανών. Όμως, η εκπαίδευση αποτελεί βασικό συστατικό για την ανάπτυξη, την καλλιέργεια και την απόκτηση επαγγελματικών δικαιωμάτων για κάθε πολίτη. Όλα αυτά είναι άμεσα συνδεδεμένα με την ποιότητα, τη δομή, τη διάρθρωση και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Για τον λόγο αυτό η παιδεία δεν πρέπει να θεωρείται εμπόρευμα. Αποτελεί δικαίωμα κάθε πολίτη και υποχρέωση της πολιτείας να εξασφαλίζει την πρόσβαση σε όλους, χωρίς αποκλεισμούς, με κριτήριο την ισότητα και όχι το εισόδημα. Ένας μεγάλος κίνδυνος που ελλοχεύει είναι η μετατροπή όλου του λυκείου σε ένα ανταγωνιστικό βαθμοθηρικό σχολείο, που παρά τις υπουργικές διακηρύξεις θα αυξήσει την παραπαιδεία. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα μαθήματα, ειδικά στις εποχές που ζούμε, είναι ένα μεγάλο έξοδο για τους συμπολίτες μας. Και εδώ έγκειται το συμπέρασμα ότι το ζητούμενο πρέπει να είναι η ισότητα στην εκπαίδευση για όλα τα παιδιά.

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΑΠΕΤΥΧΕ

Μετά από τη Σύνοδο Κορυφής των 17 της Ευρωζώνης, κατά την οποία είχε σχεδόν προαποφασιστεί η μείωση των επιτοκίων δανεισμού καθώς επίσης και η παράταση αποπληρωμής των δόσεων του δανείου, πριν λίγες μέρες πραγματοποιήθηκε η εαρινή σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία επιβεβαίωσε τα παραπάνω που είχαν συμφωνηθεί στις 11 Μαρτίου. Το επιτόκιο δανεισμού θα είναι πλέον στο 4,2%, ενώ τα έτη αποπληρωμής από τα επτά πάνε στα δέκα. Μια σημαντική απόφαση η οποία εγκρίθηκε έχει να κάνει με την αγορά ομολόγων από τον μηχανισμό στήριξης. Οι χώρες που αντιμετωπίζουν και θα συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα δανεισμού από τις διεθνείς αγορές, θα μπορούν να ‘πουλούν’ ομόλογά τους στον προσωρινό μηχανισμό στήριξης, και μετά το 2013 στον μόνιμο μηχανισμό στήριξης. Όποιος βιαστεί να υποτιμήσει την παραπάνω απόφαση, καλό θα είναι να σκεφτεί το πιο τρανταχτό και πιο κοντινό μας παράδειγμα: τη χώρα μας. Η Ελλάδα για το 2012 θα πρέπει εκτός από τα 25 δις. Ευρώ του δανείου, να αντλήσει πολλά περισσότερα χρήματα για να καλύψει τις υποχρεώσεις της. Κάποια από αυτά θα προκύψουν από τη φορολογία, άμεση και έμμεση, από πιθανές έκτακτες εισφορές, από την πάταξη της φοροδιαφυγής, από αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας. Το πιθανότερο είναι να χρειάζονται και άλλα χρήματα, και αυτά αρχικά θα αναζητηθούν από τις διεθνείς αγορές. Ακόμα και τότε όμως, παρ’ όλες τις θυσίες των συμπολιτών μας και τη σκληρή οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, κατά πάσα πιθανότητα οι αγορές θα είναι ακόμα εχθρικές προς τη χώρα μας και η αγορά ομολόγων από το μηχανισμό στήριξης θα είναι ανακούφιση.
Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο ρόδινα όσο θέλει να τα παρουσιάσει η κυβέρνηση ή όσο έχουμε την ελπίδα να τα βλέπουμε εμείς. Η αγορά ελληνικών ομολόγων από τον προσωρινό μηχανισμό και μετά το 2013 από τον μόνιμο μηχανισμό, θα είναι ουσιαστικά ένα νέο δάνειο, το οποίο θα συνοδεύεται από νέους δεσμευτικούς όρους, ασφυκτικής δημοσιονομικής πολιτικής. Από τη μια μεριά, οι αποφάσεις της εαρινής Συνόδου Κορυφής δίνουν βαθιά ανάσα στην οικονομία μας, καθώς μειώνουν κατά πολύ τις δόσεις για αποπληρωμή των δανείων, και ταυτόχρονα, λόγω της μείωσης του επιτοκίου, η χώρα μας θα κληθεί να πληρώσει λιγότερα τοκοχρεολύσια. Από την άλλη όμως, η κρίση και η επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας θα παραταθεί τουλάχιστον μέχρι το 2023. Με άλλα λόγια, οι συμπολίτες μας θα πρέπει να ζήσουν σε μια διαρκή λιτότητα, την ίδια στιγμή που το δημόσιο χρέος θα συνεχίζει να είναι θεόρατο. Άρα μηδέν εις το πηλίκο.
Με όλον αυτό τον αναβρασμό που επικρατεί στην Ευρωζώνη σχετικά με τη δημιουργία του μηχανισμού στήριξης και του συμφώνου για το Ευρώ, ένα πράγμα αρχίζει και φαίνεται καθαρά: Το Μνημόνιο απέτυχε. Οι αποφάσεις των Βρυξελλών για τις "διευκολύνσεις" προς τη χώρα μας αλλά και για οποιαδήποτε άλλη χώρα αντιμετωπίσει παρόμοια προβλήματα, πιστοποιούν την ομολογία αποτυχίας της πολιτικής του Μνημονίου. Η επόμενη ημέρα της Συνόδου φέρνει για τη χώρα μας μια προσωρινή ανάσα, όμως παράλληλα με την επιμήκυνση αποπληρωμής του δανείου φέρνει και την επιμήκυνση της σκληρής λιτότητας, καθώς πλέον στενεύουν ακόμη περισσότερο για την κυβέρνηση τα περιθώρια για απαρέγκλιτη εφαρμογή όσων δεσμεύτηκε ο πρωθυπουργός και το οικονομικό επιτελείο ως αντάλλαγμα της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής των 110 δισ. ευρώ και της μείωσης των επιτοκίων δανεισμού.

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Η πρόσφατη υποβάθμιση της πορτογαλικής οικονομίας κατά δυο βαθμίδες, φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση περί αξιοπιστίας και δράσης των διαβόητων οίκων αξιολόγησης. Εκτός της Πορτογαλίας, η οικονομία της χώρας μας έχει περάσει τα πάνδεινα από αυτούς τους οίκους. Οι οίκοι αξιολόγησης έχουν την «ψυχολογία της αγέλης» και πίσω από βαρύγδουπες εκθέσεις στην ουσία επαναλαμβάνουν εκτιμήσεις, κάνουν προβλέψεις και καταλήγουν σε συμπεράσματα ήδη ειπωμένα. Όταν ο ΟΟΣΑ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προχωρούν σε κάποιες ανακοινώσεις – εκτιμήσεις, μετά από κάποιες μέρες έρχονται οι γραφειοκράτες των οίκων αξιολόγησης και λένε τα ίδια πράγματα με σαφώς πιο απαισιόδοξο και απειλητικό τρόπο. Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης δεν έχουν και το καλύτερο παρελθόν: έχουν κατηγορηθεί πολλάκις ότι βρίσκονταν και συνεχίζουν να βρίσκονται σε συνδιαλλαγές με τις τράπεζες και επηρεάζουν τις αναφορές των τελευταίων. Με τον τρόπο αυτό επηρεάζονται άμεσα οι επενδυτές, η συμπεριφορά των μετοχών και γενικότερα των αγορών και έτσι μπορεί να προκληθεί μια οικονομική κρίση. Όπως συνέβη. Οι οίκοι αξιολόγησης, κατηγορήθηκαν επίσης ότι απέκρυψαν συστηματικά και προφανώς συνειδητά, τα σημάδια της πιστωτικής κρίσης που ξέσπασε τον Αύγουστο του 2007. Τα συστήματα βαθμολόγησης των διεθνών οίκων αξιολόγησης, όσα αμαρτωλά και αν είναι, έχουν την ικανότητα πρόβλεψης μιας οικονομικής κατάρρευσης. Για τον λόγο αυτό, τα στελέχη των οίκων σίγουρα γνώριζαν άλλα δεν προειδοποίησαν. Εκ του αποτελέσματος λοιπόν, κρίνονται αναποτελεσματικοί στην έγκαιρη διάγνωση οικονομικών κρίσεων και προβλημάτων πτώχευσης. Εκτός από τη σιγή τους στην οικονομική κρίση που ξέσπασε, το πρόσφατο παρελθόν μας δίνει αρκετά παραδείγματα για του λόγου το αληθές: Οι οίκοι αξιολόγησης, το Δεκέμβριο του 2001, προέτρεπαν την αγορά μετοχών της ενεργειακής εταιρείας Enron, μόλις τέσσερις μέρες πριν την πτώχευσή της. Ακόμα, λίγους μήνες πριν καταρρεύσει η οικονομία της Ισλανδίας οι οίκοι αξιολόγησης την είχαν αναβαθμίσει.
Οι οίκοι αξιολόγησης είναι ακατάλληλοι να βαθμολογούν τις επιδόσεις των οικονομιών, αφού και οι ίδιοι δεν έχουν «καθαρό» παρελθόν. Αντιθέτως έχουν και έναν διττό ρόλο που κινείται στα όρια του ασυμβίβαστου: αξιολογούν τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και ταυτόχρονα παρέχουν υπηρεσίες συμβούλου στις επιχειρήσεις που τα εκδίδουν. Οι οίκοι αξιολόγησης με μια τους εκτίμηση, μπορούν σε ένα βράδυ να καταστρέψουν μια εθνική οικονομία. Όταν όμως μια τους γνωμάτευση δεν επαληθευτεί, πρέπει να καταστεί νομικά δυνατή η δίωξή τους για αστική ευθύνη. Από τη στήλη αυτή έχουμε αρκετές φορές προτείνει την ανάγκη άμεσης δημιουργίας ενός Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Αξιολόγησης Πιστοληπτικής Ικανότητας, που θα λειτουργούσε ως αντίπαλο δέος στους «μεγάλους τρεις» (Moody's, Fitch, Standard & Poor's). Οι τρεις αυτοί οίκοι ελέγχουν πάνω από το 95% της παγκόσμιας αγοράς πιστοληπτικής αξιολόγησης. Με λίγα λόγια, αποτελούν ένα παγκόσμιο ολιγοπώλιο, το οποίο δεν λογοδοτεί πουθενά, σημειώνει δισεκατομμύρια δολάρια κέρδη στην πλάτη των οικονομιών, και καλλιεργεί συνειδητά σχέσεις διαπλοκής μεταξύ στελεχών, τραπεζιτών, επενδυτών και εταιριών.
Οι οίκοι αξιολόγησης είναι οι σύγχρονοι εκφραστές του άκρατου νεοφιλελευθερισμού και η δύναμή τους είναι ανεξέλεγκτη. Η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας μιας χώρας μεταφράζεται άμεσα σε κλυδωνισμούς στην αγορά χρήματος, σε αύξηση του κόστους δανεισμού, σε ενδεχόμενη προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης και σε περαιτέρω επώδυνα μέτρα σε μισθωτούς, αύξηση της ανεργίας κτλ. Με λίγα λόγια μια υποβάθμιση, υποβαθμίζει ταυτόχρονα τη ζωή των πολιτών μιας χώρας αλλά και την ίδια τη χώρα για πολλά χρόνια. Για όλους τους παραπάνω λόγους πρέπει να μπει ένα φρένο στη δράση των οίκων αξιολόγησης. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού πραγματικά ανεξάρτητου οίκου, ο οποίος μετά από εξονυχιστική έρευνα, βασιζόμενος και στα στοιχεία της Eurostat, θα προχωρά σε έγκαιρες εκτιμήσεις για την πορεία των εθνικών οικονομιών της ευρωζώνης.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

ΕΛΠΙΔΑ ΥΠΟ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Τελικά μετά από καθυστερήσεις, απαισιοδοξία και αρκετές παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, οι αποφάσεις των 27 της Συνόδου Κορυφής της ευρωζώνης έδωσαν στη χώρα μας μια ανάσα. Η χώρας μας, από το δάνειο των 110 δις. Ευρώ που έχει πάρει, κέρδισε την μείωση των επιτοκίων κατά μια μονάδα, καθώς επίσης και την αύξηση του χρονικού ορίου για την απόσβεσή του στα 7,5 χρόνια. Τα μηνύματα πριν από τη Σύνοδο ήταν αρκετά δυσοίωνα, εν τέλει όμως αποφασίστηκε να δοθεί στους υπάρχοντες μηχανισμούς διάσωσης η δυνατότητα να αγοράζουν κρατικά ομολόγα των χωρών της ευρωζώνης. Ακόμα, υπήρξε θετική αντιμετώπιση για την επιβολή φόρου στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, πρόταση που η Ελλάδα στήριξε από την πρώτη στιγμή. Με τη μείωση του επιτοκίου κατά 1%, η Ελλάδα υπολογίζετε πως θα κερδίσει ένα ποσό περίπου 6 δις ευρώ. Επίσης, η απόφαση που ελήφθη για αγορά κρατικών ομολόγων μπορεί να αποφέρει και μακροπρόθεσμα οφέλη στην Ελλάδα, καθώς αν δεν μπορέσει να δανειστεί από τις αγορές το 2013 θα μπορεί να το κάνει μέσω του μηχανισμού στήριξης με καλύτερους δανειστικούς όρους. Αν όμως αποφασίσει η κυβέρνηση πως η χώρα μας θα έχει αδυναμία δανεισμού από τις αγορές, και κάνει αίτηση για να μπει στον προσωρινό Μηχανισμό Στήριξης, πρέπει να είμαστε όλοι έτοιμοι για ένα νέο Μνημόνιο, το οποίο θα είναι αρκετά πιο δεσμευτικό από το υπάρχον και με όρους αρκετά πιο σκληρούς. Όπως γίνεται αντιληπτό, η Ελλάδα, προκειμένου να μπορεί να εξασφαλίσει άμεση ρευστότητα, αν ο δανεισμός από τις αγορές είναι αδύνατος, βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα να αποδεχθεί και ένα πρόσθετο και προφανώς συμπληρωματικό και ασφυκτικότερο Μνημόνιο.
Η Ευρώπη όμως δεν έδωσε εν λευκώ στη χώρα μας την ανάσα που επιζητούσε. Η επιμήκυνση και η μείωση του επιτοκίου σημαίνουν αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Τα περιβόητα 50 δις ευρώ για τα οποία έχουν γίνει ήδη αρκετές συζητήσεις. Η Ευρώπη πιέζει την Ελλάδα προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ υπάρχουν και οι γερμανικές πιέσεις που κάνουν λόγο για την ανάγκη να μπει ένα τέλος στην αύξηση του χρέους. Ένα τέλος όμως το οποίο θα αποτελεί συνταγματική δέσμευση για τη χώρα μας. Εκτός από αυτό, οι Ευρωπαίοι διαπραγματεύονται σκληρά για το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας, το οποίο μαζί με το Μόνιμο Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, αναμένεται να οριστικοποιηθούν στην εαρινή Σύνοδο Κορυφής που θα πραγματοποιηθεί στις 24-25 Μαρτίου. Στις αγορές έχουν δημιουργηθεί πολύ μεγάλες προσδοκίες σχετικά με τη δυνατότητα του Ταμείου να παρεμβαίνει στις αγορές ομολόγων και ενδεχόμενη αδυναμία συμφωνίας στο τέλος Μαρτίου θα προκαλέσει πολύ σημαντική αποσταθεροποίηση της Ευρωζώνης και θα χαθεί η ευκαιρία για κοινή ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική. Μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική όμως, όχι όπως προωθείται με τη συμπίεση των μισθών, με την αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους.
Σχετικά λοιπόν με τα αποτελέσματα της Συνόδου, υπάρχουν ανάμεικτα συναισθήματα. Η συμφωνία και κυρίως η δυνατότητα δανεισμού της Ελλάδας απευθείας από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό αποτελεί ασπίδα κατά των κερδοσκόπων και διασφάλιση απέναντι στο ενδεχόμενο χρεοκοπίας. Από την άλλη η ελληνική κυβέρνηση και ειδικότερα ο κ. Παπανδρέου και οκ. Παπακωνσταντίνου πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί και αν τους ζητηθούν νέα μέτρα και περαιτέρω επικαιροποίηση του μνημονίου, θα πρέπει αυτομάτως να ενημερώσουν τους Έλληνες πολίτες. Γιατί ακόμα και τώρα υπάρχει η αίσθηση ότι οι πολίτες δεν ξέρουν όλη την αλήθεια. Ούτε για το πώς έχουμε φτάσει στο χείλος του γκρεμού, ούτε για το τι θα χρειαστεί να πετύχουμε ακόμα για να μην χρεοκοπήσουμε. Ακόμα, η κυβέρνηση πρέπει να αντιμετωπίσει τα δομικά προβλήματα που έχει και ο Πρωθυπουργός να προχωρήσει σε ανασχηματισμό αν δεν μπορεί να σταματήσει τις ασυνεννοησίες, τις ταλαντεύσεις και την αναποτελεσματικότητα μερικών υπουργών του. Τα προβλήματα δεν μπορούν να περιμένουν το πότε θα συντονιστεί το κυβερνητικό επιτελείο. Όσο για την Ευρώπη μπορεί και πρέπει να ασκηθεί κριτική για τον καθυστερημένο τρόπο, με τον οποίο αντιδρά αλλά και για την εμμονή σε μια συντηρητική λογική που υποτιμά την ανάπτυξη. Όμως η Ευρώπη με τις αδυναμίες της, αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία πρέπει να χτίσει η Ελλάδα τις εσωτερικές διαρθρωτικές της αλλαγές. Ο ευρωπαϊκός δρόμος, όσο δύσκολος και κοπιαστικός κι αν είναι, παραμένει ο καλύτερος για τη χώρα μας. Για να έχουν όμως νόημα οι αποφάσεις της Συνόδου και οι περαιτέρω ευρωπαϊκές ενέργειες, πρέπει η κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να αναλάβουν τις ευθύνες. Η μεν κυβέρνηση να γίνει περισσότερο αποτελεσματική, συμπαγής και γρήγορη και η δε αντιπολίτευση να σταματήσει το λαϊκισμό και να βοηθήσει με πρωτοβουλίες και προτάσεις.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΜΑΚΕΛΕΙΟ

Δυο νεαροί αστυνομικοί άφησαν τη ζωή τους την ώρα του καθήκοντος την περασμένη βδομάδα στο μακελειό του Ρέντη. Ο Γιάννης Ευαγγελινέλης και ο Γιώργος Σκυλογιάννης υπηρετούσαν στο σώμα από το 2008 και το 2009. Η στυγνή δολοφονία των δυο παιδιών φέρνει στην επιφάνεια μια σειρά από ερωτήματα, τα οποία πρέπει να απαντήσει η ελληνική αστυνομία. Αναμφίβολα η ομάδα ΔΙΑΣ είναι αρκετά αποτελεσματική και οι συχνές περιπολίες των αστυνομικών καθώς και η άμεση επέμβασή τους σε μια σειρά από καθημερινές παραβάσεις, έχουν δώσει ένα αίσθημα μεγαλύτερης ασφάλειας στους πολίτες. Από την άλλη όμως η ασφάλεια των εργαζομένων αστυνομικών της ΔΙΑΣ καθημερινά απειλείται.
Αρχικά, η στελέχωση της υπηρεσίας έγινε αρκετά βιαστικά και οι αστυνομικοί κλήθηκαν άμεσα να οδηγήσουν μεγάλου κυβισμού μηχανές ενώ αρκετοί από αυτούς είχαν δίπλωμα μόνο για παπάκι! Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι ανά τακτά χρονικά διαστήματα σημειώνονται τροχαία. Ένα άλλο θέμα αρκετά σοβαρό είναι η εκπαίδευση των αστυνομικών της ΔΙΑΣ, η οποία κρατά κάποιες μέρες και μετά γίνονται κάποια εμβόλιμα σεμινάρια. Τα παιδιά αυτά, φτάνουν σε κάθε ληστεία μέσα σε 3-4 λεπτά, έχουν σημειώσει πάνω από 2.000 συλλήψεις, έχουν εξαρθρώσει συμμορίες, όμως η εκπαίδευσή τους δεν είναι τέτοια ώστε να μπορούν επιτυχημένα να ανταπεξέλθουν σε ευρείας κλίμακας καταδιώξεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα μέλη της ομάδας ΔΙΑΣ είναι μεταξύ 21-24 ετών και σχεδόν όλοι είναι πρώην πεζοί ειδικοί φρουροί και η αποστολή τους ήταν η φύλαξη κτιρίων, οι περιπολίες και διάφορα άλλα περιστατικά χαμηλού βεληνεκούς. Στου Ρέντη δέχθηκαν τα πυρά των δολοφόνων σε ανοιχτό πεδίο και φάνηκε πως ήταν πλήρως εκτεθειμένοι.
Εκτός από τα παραπάνω που δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι αστυνομικοί της ομάδας ΔΙΑΣ είναι πολύ συχνά εκτεθειμένοι στον κίνδυνο και σε πολλές περιπτώσεις παίζουν τη ζωή τους κορώνα γράμματα για την ασφάλεια όλων μας, πρέπει να τονιστεί ότι δεν πρόκειται για έναν οικονομικά προνομιούχο επαγγελματικό κλάδο. Ο Γιάννης Ευαγγελινέλης και ο Γιώργος Σκυλογιάννης ανήκαν στη γενιά των 700 ευρώ, όπως και οι άλλοι συνάδελφοί τους. Αυτός ο πενιχρός μισθός τους μπορεί να είναι εξασφαλισμένος, από την άλλη όμως έχουμε να κάνουμε με μια σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν καθημερινά. Αυτή η πραγματικότητα θέλει κυρίως τους νεαρότερους σε ηλικία αστυνομικούς να είναι οι πλέον εκτεθειμένοι σε πάσης φύσεως κίνδυνο. Λόγω των αλλαγών στο Ασφαλιστικό, όσοι αστυνομικοί ήταν κοντά στα πενήντα έτη και μπορούσαν να πάρουν σύνταξη, πήραν. Αυτό το γεγονός αυτομάτως σηµαίνει ότι οι µάχιµες υπηρεσίες και τα τµήµατα στελεχώθηκαν από αστυνομικούς 20-30 ετών στην πλειονότητά τους, οι οποίοι δεν είχαν την κατάλληλη εμπειρία. Και μάλιστα είχαν την ατυχία να συμπέσει αυτή η ‘αναβάθμισή’ τους με την εκ νέου έκρηξη της τρομοκρατίας στη χώρα μας, η οποία πλέον μπλέκεται μαζί με τον υπόκοσμο, με το οργανωμένο έγκλημα και με τις διάφορες δολοφονικές συμμορίες.
Η οικονομική κρίση και το μνημόνιο έχει επηρεάσει και την Ελληνική Αστυνομία, η οποία όπως ισχυρίζονται οι αξιωματικοί αλλά και οι συνδικαλιστές, μπορεί σε λίγους μήνες να μην μπορεί να λειτουργήσει. Ήδη πάντως, υπάρχουν ελλείμματα, μεγάλες ελλείψεις σε εξοπλισμό ενώ πολλά περιπολικά και μηχανές είναι στα πρόθυρα της απόσυρσης. Και όλα αυτά τη στιγμή που για το 2010 δαπανήθηκαν 22 εκατομμύρια ευρώ για ενοίκια κτηρίων, με την ΕΛ.ΑΣ ταυτόχρονα να έχει στην κατοχή της 187 εγκαταλελειμμένα κτήρια. Για να μπορούμε όλοι εμείς να είμαστε ασφαλείς, πρέπει και οι αστυνομικοί να είναι προστατευμένοι. Όλοι συμφωνούμε ότι χρειάζονται περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, όμως ο τομέας της δημόσιας ασφάλειας είναι ευαίσθητος και ζωτικός και για τον λόγο αυτό πρέπει η πολιτεία να αντιμετωπίσει το πρόβλημα άμεσα. Αν δεν γίνει αυτό, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να ακολουθήσουν και άλλες παρόμοιες δολοφονίες όπως έγινε στου Ρέντη.

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ;

  Ο Κασσελάκης λοιπόν επιβεβαίωσε τα προγνωστικά του πρώτου γύρου και είναι από χθες ο νέος Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Έχουν ειπωθεί πολλά τα οποί...