Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ

Εκτός από την σκληρή πραγματικότητα του Μνημονίου, του ΔΝΤ και του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος, πρέπει αυτές τις κρίσιμες στιγμές να σταθούμε και σε μια διαχρονική πραγματικότητα που αργά αλλά σταθερά έφερε τη χώρα μας σ’ αυτή την τραγική κατάσταση. Αν επιχειρήσουμε να αρχίσουμε την αναφορά μας από τους πολιτικούς, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι από την Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα οι περισσότεροι από αυτούς αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων και κύριο μέλημά τους ήταν (και συνεχίζει να είναι) η διάσωση του πολιτικού τους μέλλοντος και η πελατειακή λογική παρά η σωτηρία της χώρας. Οι πελατειακές σχέσεις υπερίσχυσαν του εθνικού συμφέροντος και η ευκαιριακή πολιτική μαζί με την εικονική οικονομική ευμάρεια εκτόπισαν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και σταθερότητα. Όπως έχουν πει αρκετές φορές, οι πολιτικοί αυτοί δεν φύτρωσαν, απεναντίας ο κυρίαρχος λαός με τις ψήφους του τους έστειλε στα έδρανα του κοινοβουλίου. Όποτε πρέπει να αναζητήσουμε και τις ευθύνες τις δικές μας, ατομικά και συλλογικά.
Ο Έλληνας πολίτης – ψηφοφόρος έμαθε, ειδικά μετά τη Μεταπολίτευση, σε ένα τρόπο ζωής σχετικά εύκολο. Οι κακουχίες χρόνων (πόλεμοι, εμφύλιος, δικτατορία), έπρεπε ορθώς να αποτελέσουν παρελθόν και οι πολιτικοί μας συνεπαρμένοι από αυτή τη διαπίστωση προχώρησαν σε πολλά διαχρονικά σφάλματα, των οποίων τις συνέπειες πληρώνουμε σήμερα. Τότε πολλά χρήματα δόθηκαν στο λαό (αύξηση μισθών και συντάξεων)στο όνομα της δίκαιης αναδιανομής του πλούτου. Τα χρήματα αυτά καλώς δόθηκαν όμως θα έπρεπε από τότε να υπάρξει και μια αναπτυξιακή λογική που μπορεί να μην είχε άμεσα αποτελέσματα, όμως σίγουρα θα βοηθούσε σε βάθος ετών. Εκτός αυτού, ακολούθησαν οι τρελές εποχές των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων. Τότε μπορούσε κάλλιστα ο Έλληνας αγρότης να είχε για παράδειγμα εκατό ελιές και να έπαιρνε χρήματα για διακόσιες. Με τα χρήματα αυτά θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή του και να καινοτομήσει, όμως η κυριαρχούσα τότε αντίληψη πρόσταζε νεοπλουτίστικο τρόπο ζωής και το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων το απορροφούσαν ακριβά αυτοκίνητα και ακίνητα. Τα αποτελέσματα αυτής της νοοτροπίας τα βλέπουμε σήμερα που έχουμε φτάσει σε σημείο τα περισσότερα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα να είναι εισαγωγής και ο ελληνικός κάμπος να έχει μαραζώσει για τα καλά. Και δεν είναι μόνο αυτό. Μετά από χρόνια ήρθε η φανταχτερή εποχή του Χρηματιστηρίου και της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Εκείνη την περίοδο το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων ζούσε εντελώς εικονικά. Ο υπερκαταναλωτισμός έγινε τρόπος ζωής και δεν ήταν λίγα τα περιστατικά κατά τα οποία παίρναμε τραπεζικά δάνεια για να κάνουμε ακριβές διακοπές και να αγοράσουμε πολυτελέστατα αυτοκίνητα. Η βαριά μας βιομηχανία, ο τουρισμός, ήταν εμποτισμένος από τη νοοτροπία της εκμετάλλευσης των ξένων πολιτών. Πρώτιστο μέλημα των επαγγελματιών του κλάδου ήταν η αποκόμιση τεράστιου κέρδους και λιγότερο η παροχή καλών υπηρεσιών. Ενώ αρχικά τα χρήματα έρεαν δεν άργησε να έρθει η περίοδος της πτώσης του ελληνικού τουρισμού και το σαθρό οικοδόμημα του εύκολου κέρδους κατέρρευσε εύκολα. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περίοδο που ζούμε έχουν καταφέρει να επιβιώσουν εκείνοι οι επαγγελματίες που πρώτα κοιτούσαν τις καλές υπηρεσίες και μετά το κέρδος.
Εκτός από τα παραπάνω, πρέπει να σταθούμε και στην κυρίαρχη αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας σχετικά με τις υποχρεώσεις της απέναντι στο κράτος. Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, κορωνίδα αυτής της αντίληψης είναι η φοροδιαφυγή. Εδώ και χρόνια παρατηρούμε την πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών να κινείται στο αφορολόγητο όριο, βλέπουμε υγιέστατους συμπολίτες μας να παίρνουν αναπηρική σύνταξη και τέλος γινόμασταν μέχρι πρόσφατα μάρτυρες δημιουργίας μαύρου κέρδους μέσω της μη έκδοσης αποδείξεων. Τα παραπάνω, μαζί με την αδήλωτη εργασία, τις προκλητικές πρόωρες συντάξεις, τα τεράστια εφάπαξ υπαλλήλων του δημοσίου και άλλα πολλά, συνθέτουν ένα σκηνικό απείρου κάλους το οποίο οφείλει να μας προβληματίσει για το πώς φτάσαμε στην τωρινή κατάσταση. Ασφαλώς όλα τα παραπάνω τραγελαφικά ευδοκίμησαν λόγω της ανυπαρξίας των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους. Και αναμφίβολα η κρατική αποτελεσματικότητα θυσιάστηκε στο βωμό του πολιτικού κόστους. Από τις παραπάνω αναφορές προκύπτει μια σκληρή αλήθεια: Αν οι πολιτικοί μας αλλά και εμείς οι πολίτες είχαμε μια εθνική αντίληψη και όχι μια ευκαιριακή λογική, δεν θα φτάναμε στη σημερινή οικονομική εξαθλίωση. Αν είχαν γίνει τομές στην ελληνική κοινωνία τότε που έπρεπε, σήμερα δεν θα συζητούσαμε για την κρίση χρέους που απειλεί να μας καταστρέψει. Με τα ‘εάν’ δεν μπορεί να δοθεί κάποια λύση, όμως καλό θα είναι κάθε φορά που ετοιμαζόμαστε να δαιμονοποιήσουμε το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα να κάνουμε και λίγο την αυτοκριτική μας για τα τόσα χρόνια που πήγαν χαμένα.

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

ΟΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ

Ενόψει των επικείμενων νέων σκληρών μέτρων, γίνεται λόγος ακόμα και για πιθανές απολύσεις στο δημόσιο τομέα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι ατομικά, αλλά και μέσω των συνδικαλιστικών τους ενώσεων έχουν θορυβηθεί και αντιστέκονται σε νέες περικοπές, στην εργασιακή εφεδρεία αλλά και στην πώληση των ΔΕΚΟ. Με βάση τη συνταγματικά κατοχυρωμένη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων απολύσεις δεν μπορούν να υπάρξουν. Με αφορμή τη δήλωση του νέου κυβερνητικού εκπροσώπου κ. Μόσιαλου ότι ‘η μονιμότητα στο Δημόσιο θα αποτελέσει αντικείμενο ευρύτατης διαβούλευσης στο πλαίσιο της επικείμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης’, οφείλουμε να αναφερθούμε σε ευρύτερα ζητήματα που αφορούν τους δημοσίους υπαλλήλους και το δημόσιο τομέα στην Ελλάδα. Αρχικά, με βάση την πρόσφατη απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων, ο αριθμός τους ανέρχεται περίπου στις 768.000. Ο αριθμός μπορεί να μην είναι ακριβής καθώς πολλοί δεν απογράφησαν και άλλοι πάλι απογράφησαν ενώ τελικά δεν έπρεπε (π.χ. συνταξιούχοι). Η κυβέρνηση από την αρχή της θητείας της είχε εξαγγείλει τη συγχώνευση ή την κατάργηση εκατοντάδων υπηρεσιών και οργανισμών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Μετά από 20 και πλέον μήνες τα αποτελέσματα είναι πενιχρά. Ακόμα και σήμερα, εν μέσω της απειλής της πτώχευσης, συνεχίζουν να λειτουργούν αρκετοί αχρείαστοι δημόσιοι οργανισμοί που δημιουργήθηκαν από τις κυβερνήσεις εν μια νυκτί προκειμένου να τακτοποιηθούν οι ‘πιστοί’ ψηφοφόροι των δυο μεγάλων κομμάτων.
Ένα άλλο θέμα είναι οι συμβασιούχοι οι οποίοι πλημμύρισαν το δημόσιο τομέα, αφενός για να καλύψουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ευρύτερου δημόσιου τομέα με μικρό οικονομικό κόστος, αφετέρου για να συνεχίσουν οι πολιτικοί να επενδύουν στις πελατειακές σχέσεις με τους ψηφοφόρους. Πλέον, οι συμβάσεις αυτές λήγουν και η κυβέρνηση δεν φαίνεται διατεθειμένη να συνεχίσει τη διαιώνιση αυτής της κατάστασης. Εδώ όμως ανακύπτει ένα απλό ερώτημα: εάν οι συμβασιούχοι που πράγματι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες φύγουν, τότε τι θα γίνει με τις υπηρεσίες αυτές, οι οποίες στη δεδομένη χρονική στιγμή δεν θα μπορούν να κάνουν καμία πρόσληψη; Το πιθανότερο είναι να κατεβάσουν ρολά και ο μόνος ζημιωμένος θα είναι ο Έλληνας πολίτης, ο οποίος δεν θα μπορεί να εξυπηρετηθεί και θα εξαναγκάζεται σε πολλές περιπτώσεις να καταφεύγει σε ιδιώτες έναντι μεγάλου οικονομικού κόστους.
Ακόμα, σημαντικότατο είναι το ζήτημα με τις ΔΕΚΟ. Η κυβέρνηση όπως εξήγγειλε, σκοπεύει να αποκρατικοποιήσει πολλές δημόσιες επιχειρήσεις. Οι αντιδράσεις είναι πολλές αλλά η πραγματικότητα είναι σκληρή και δεν επιδέχεται λαϊκισμούς. Όσες ΔΕΚΟ είναι ζημιογόνες πρέπει να φύγουν από τον έλεγχο του δημοσίου, μιας και δεν υπάρχει διάθεση από την πολιτεία για εξυγίανσή τους. Τα προνόμια πολλών εργαζομένων στις ΔΕΚΟ είναι εξωφρενικά και προκλητικά τη στιγμή που ζητούνται συνεχώς θυσίες από τους συνταξιούχους, από τους ιδιοκτήτες μικρομεσαίων επιχειρήσεων αλλά και από τους χαμηλόμισθους δημοσίους υπαλλήλους. Πολλοί εργαζόμενοι – συνδικαλιστές φοβούμενοι ότι αυτά τα εξωφρενικά τους προνόμια θα χαθούν, είναι έτοιμοι για μάχη με την κυβέρνηση.
Είναι γεγονός ότι στο δημόσιο τομέα, υπάρχουν πολλές υπηρεσίες με πλεονάζον προσωπικό και άλλες που εμφανέστατα υπολειτουργούν. Αυτό που πρέπει να γίνει άμεσα είναι οι μετατάξεις προσωπικού. Αφού ολοκληρωθούν αυτές πρέπει η κυβέρνηση να ελέγξει κατά πόσο όλες οι θέσεις είναι οργανικές. Στην περίπτωση που μια θέση κριθεί μη οργανική, μπορεί να καταργηθεί και σύμφωνα με το Σύνταγμα μπορεί να επιφέρει την απόλυση του υπαλλήλου, γεγονός το οποίο ουδέποτε έχει συμβεί ως σήμερα. Η άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων είναι ένα ζήτημα ταμπού για την ελληνική κοινωνία και κυρίως για τα κόμματα. Σίγουρα δεν είναι και το πλέον ευχάριστο να απειλείται η θέση ενός δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος έχει προγραμματίσει τη ζωή του και τις υποχρεώσεις του βασιζόμενος στη σιγουριά που απολαμβάνει. Δεν είναι όμως εξίσου δυσάρεστο το γεγονός ότι καθημερινά δεκάδες ιδιωτικοί υπάλληλοι χάνουν τη δουλειά τους; Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα δεν απολαμβάνουν καμιά μονιμότητα. Όπλο τους είναι η σκληρή εργασία και διαρκώς αξιολογούνται. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο μισθός των περισσοτέρων ιδιωτικών υπαλλήλων είναι σαφώς κατώτερος του μέσου δημοσίου, ενώ το ωράριο μεγαλύτερο. Σαφώς και δεν επιχειρείται διαχωρισμός των εργαζομένων, όμως τη στιγμή που γίνεται έντονος διάλογος για τους δημοσίους υπαλλήλους, πρέπει κάποια στιγμή να ασχοληθούν οι αρμόδιοι σοβαρά και με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Έχουν ψυχή κι αυτοί.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ

Αναμφίβολα η βδομάδα που πέρασε ήταν πολιτικά άκρως ενδιαφέρουσα. Τα γεγονότα διαδέχονταν το ένα το άλλο και οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές. Από τη μεγάλη πιθανότητα που συγκέντρωνε η, ουσιαστικά, συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ – ΝΔ, φτάσαμε στον ανασχηματισμό της κυβέρνησης και στη συσπείρωσή της. Μετά την αποτυχία συνεννόησης, τόσο ο Πρωθυπουργός όσο και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πετούσαν το μπαλάκι των ευθυνών ο ένας στον άλλο και η κοινή γνώμη προσπαθούσε μετά κόπου να καταλάβει ποιος είχε δίκιο. Ποιος έκανε πίσω και δεν επετεύχθη συνεργασία. Το πιο κρίσιμο ερώτημα όμως που ζητά απάντηση είναι κατά πόσο θα ήταν χρήσιμη μια κυβέρνηση ‘μίξης’ μεταξύ των δυο μεγάλων κομμάτων και ενδεχομένως κάποιων τεχνοκρατών. Η αλήθεια είναι ότι ως χώρα και ως πολιτικό σύστημα, δεν διαθέτουμε τον πολιτικό πολιτισμό για μια κυβέρνηση συνεργασίας. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Και τα δυο κόμματα έχουν αποδείξει ότι δεν την επιθυμούν, και μια ενδεχόμενη συνεννόηση τους, η οποία ουσιαστικά προτείνεται από τους ευρωπαίους εταίρους μας, το πιθανότερο θα ήταν να κατέληγε σε αποτυχία και να έβαζε τη χώρα σε χειρότερες τρικυμίες.
Από την αποτυχία συνεννόησης οδηγηθήκαμε σε ανασχηματισμό της κυβέρνησης. Ένας ανασχηματισμός ο οποίος χαρακτηριζόταν από τα κυβερνητικά στελέχη ως δομικός, όμως η αλήθεια είναι ότι με μια πρώτη ματιά εξάγονται κάποια απλά συμπεράσματα: Αρχικά, η απομάκρυνση του κ. Παπακωνσταντίνου από το υπουργείο Οικονομικών δείχνει με τον πιο εμφανή τρόπο την αποτυχία της πολιτικής του. Αυτή η αποτυχία σε συνδυασμό με τις σχεδόν καθημερινές προστριβές του με τους συναδέλφους του υπουργούς και με τους βουλευτές της συμπολίτευσης, τον υποβάθμισε σε υπουργό Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής. Στον Ευάγγελο Βενιζέλο δόθηκε η Αντιπροεδρία της κυβέρνησης και το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Οικονομικών. Ο Πρωθυπουργός περιμένει από τον κ. Βενιζέλο μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ενώ του παρέδωσε και το καυτό χαρτοφυλάκιο των αποκρατικοποιήσεων. Ακόμα, η κυβέρνηση περιμένει από τον νέο τσάρο της οικονομίας να εκμεταλλευτεί τη ρητορική του δεινότητα και να πείσει την ελληνική κοινωνία ότι η προσπάθεια για σωτηρία πρέπει να συνεχιστεί ακόμα και αν αυτό αποφέρει νέα σκληρά μέτρα. Ακόμα, η απομάκρυνση από την κυβέρνηση της κ. Μπιρμπίλη και του κ. Δρούτσα , καθώς επίσης και η υποβάθμιση των κ.κ. Παπακωνσταντίνου, Ραγκούση, Παμπούκη και Πεταλωτή, δείχνουν ότι ο κ. Παπανδρέου δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι δικές του προσωπικές επιλογές απέτυχαν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Θέλησε με τον τρόπο αυτό να απαντήσει στις εσωκομματικές κατηγορίες ότι κυβερνά ‘με την παρέα του’.
Εκτός όμως από τα παραπάνω, ο ανασχηματισμός χρησιμοποιήθηκε από τον Πρωθυπουργό και ως ένας μοχλός κομματικής συσπείρωσης σε μια εξαιρετικά κρίση στιγμή για το ΠΑΣΟΚ. Το κείμενο αμφισβήτησης της κυβερνητικής πολιτικής που είχαν υπογράψει προ ημερών 16 βουλευτές του κυβερνόντος κόμματος, η ανεξαρτητοποίηση Λιάνη, οι αιφνίδιες παραιτήσεις Φλωρίδη, Νασιώκα καθώς και η αμφισβήτηση του Πρωθυπουργού από τους κ.κ. Σαλαγιάννη και Λιντζέρη, είχαν συνθέσει ένα εκρηκτικό σκηνικό για την κυβέρνηση αλλά και για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Με τον ανασχηματισμό ο Πρωθυπουργός πιστεύει ότι μπορεί να ηρεμήσει βουλευτές και στελέχη του κόμματος. Το ζητούμενο όμως είναι κατά πόσο θα ηρεμήσει η ελληνική κοινωνία. Διότι, για να αδειάσουν οι πλατείες δεν αρκεί η αλλαγή υπουργού Οικονομικών. Αυτό που έχει σημασία είναι η κυβέρνηση να αρχίζει να τρέχει για να προσπαθήσει να καλύψει το χαμένο έδαφος. Για τον λόγο αυτό δημιουργήθηκε και η κυβερνητική επιτροπή. Ο ανασχηματισμός πρέπει να λειτουργήσει σαν ξυπνητήρι για την κυβέρνηση και όχι να θεωρηθεί απλώς μια τακτοποίηση των εσωκομματικών ισορροπιών. Με λίγα λόγια, καλός ο ανασχηματισμός προσώπων, αλλά πάνω απ’ όλα χρειάζεται ανασχηματισμός πολιτικής. Γιατί αλλιώς αν το ΠΑΣΟΚ δεν εκμεταλλευτεί την τελευταία του ευκαιρία, για το καλό της χώρας και της οικονομίας, τότε το πιθανότερο είναι να οδηγηθούμε σε πρόωρες εκλογές πριν το τέλος του χρόνου. Και αν λάβουμε υπόψη ότι αυτοδύναμη μονοκομματική κυβέρνηση θα είναι δύσκολο να προκύψει, όπως επίσης θα είναι εξαιρετικά δύσκολη η συνεννόηση όπως αντιληφθήκαμε πρόσφατα, τότε η χώρα θα μπει σε περισσότερες περιπέτειες.

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

ΤΟ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΥ ΑΡΓΗΣΕ 20 ΜΗΝΕΣ

Στο χθεσινό διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό, ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε πολλές αλήθειες. Η φράση κλειδί ήταν αυτή που είπε περί υπέρβασης των κομματικών τειχών. Αυτή η αναφορά του κ. Παπανδρέου δεν στόχευε μόνο στα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία κάλεσε για πολλοστή φορά τις τελευταίες μέρες σε εθνική συνεννόηση για κοινή διαπραγμάτευση απέναντι στους δανειστές της χώρας. Στόχευε και στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, που εμφανίζει διαιρετικές τάσεις ανάλογες με τις σκληρές περιόδους εκσυγχρονιστών – προεδρικών. Και εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι αν το ΠΑΣΟΚ, και κατ’ επέκταση η κυβέρνηση, είναι διαιρεμένη δεν μπορεί να προχωρήσει εύκολα και αποτελεσματικά το κυβερνητικό έργο. Ο Γ. Παπανδρέου, κάλεσε την αντιπολίτευση για συνεργασία σε κοινές ομάδες εργασίας και για επεξεργασία κοινών προτάσεων. Ακόμα, ο Πρωθυπουργός εμφανίστηκε διαλλακτικός στο ενδεχόμενο να τοποθετηθούν ακόμα και πρόσωπα κοινής αποδοχής σε κυβερνητικές θέσεις. Αν μη τι άλλο, πρόκειται για ένα φαινόμενο μοναδικό στη νεότερη πολιτική ιστορία του τόπου. Πρόσωπο κοινής αποδοχής θεωρείται ως τώρα μόνο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, του οποίου ο ρόλος όμως περιορίζεται εμφανέστατα από την κάθε κυβέρνηση.
Σε όλη τη διάρκεια της ομιλίας του Πρωθυπουργού ήταν εμφανές ότι όταν αναφερόταν στην ανάγκη για συναίνεση το εννοούσε. Ενδεχόμενη συναίνεση του πολιτικού κόσμου, αφενός θα προσέδιδε περισσότερη αξιοπιστία στη χώρα μας απέναντι στους εταίρους μας, αφετέρου θα έκανε την ελληνική κοινωνία να καταλάβει τη σοβαρότητα του ελληνικού προβλήματος και την ανάγκη υπέρβασης διαχρονικών αντιλήψεων, ανορθογραφιών και στρεβλώσεων για την έξοδο από την κρίση. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που πιστεύουν ότι ο Πρωθυπουργός δεν ψάχνει για σύμμαχους αλλά για συνενόχους, γιατί όταν ο πρώην Πρωθυπουργός είχε ζητήσει συναίνεση, την είχε απορρίψει ασυζητητί. Από την άλλη όμως, μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης προτάσσουν το κομματικό όφελος και όχι το εθνικό και δεν επιθυμούν καμία συναίνεση για να μην καούν πολιτικά αν αποτύχει η συνταγή του μακροπρόθεσμου προγράμματος. Αυτή η ατέρμονη συζήτηση φέρνει στο προσκήνιο για άλλη μια φορά το θέμα του εγωισμού και της ασυνέπειας στην πολιτική σκηνή της χώρας. Διαχρονικά τα δυο μεγάλα κόμματα επιθυμούν ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις, για πολλούς και διάφορους λόγους, και η λέξη συναίνεση δεν ήταν ποτέ στο λεξιλόγιό τους. Για τον λόγο αυτό πλέον όλοι κοιτούν καχύποπτα τους συνομιλητές τους.
Το διάγγελμα του Πρωθυπουργού άργησε 20 ολόκληρους μήνες. Μετά τη νίκη στις εκλογές το 2009, έπρεπε να μιλήσει άμεσα στο λαό για τη σοβαρότητα της κατάστασης. Αν γνώριζε ο κόσμος εξαρχής την πραγματική διάσταση του ελληνικού προβλήματος, δεν θα είχαμε επιθέσεις σε βουλευτές και η υπομονή θα έπαιρνε τη θέση της οργής. Ακόμα, αν είχε ζητήσει από τις πρώτες στιγμές ο Πρωθυπουργός συναίνεση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τότε πιθανώς να την είχε. Και ίσως τότε, η κοινή σύμπλευση θα έφερνε πιο ισχυρή και καλύτερη διαπραγμάτευση των όρων του Μνημονίου. Αν υπήρχε ενότητα του πολιτικού κόσμου της χώρας, θα είχε αποτραπεί η ραγδαία άνοδος των spreads και οι συνεχιζόμενες αναφορές περί χρεοκοπίας της ελληνικής οικονομίας. Η συναίνεση είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που ταλανίζει την Ελλάδα ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Βασικό πρόβλημα που προκύπτει από την ιστορική απουσία συναίνεσης είναι ο μη σεβασμός των θεσμών της δημοκρατίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση συναίνεση δεν είναι εύκολο να υπάρξει, πρώτον γιατί οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας δεν εγκρίνουν τη λύση που προτείνεται για έξοδο από τη κρίση, στις πιο πολλές περιπτώσεις βεβαίως προτάσσοντας το λαϊκισμό, δεύτερον διότι οι κινήσεις πολιτών της χώρας δείχνουν την αντίθεση τους με άγονο όμως τρόπο, δηλαδή χωρίς να προτείνουν μια βιώσιμη λύση για το αύριο του τόπου. Ποτέ όμως δεν είναι αργά. Έχει έρθει η ώρα να αντιμετωπίσουν οι πολιτικές ηγεσίες και οι πολίτες τις ευθύνες τους, ατομικά και συλλογικά, για το ποια θα είναι η Ελλάδα του αύριο μακριά από επικίνδυνους λαϊκισμούς και υπερβολές. Στο σημείο αυτό τοποθετείται και η αναφορά του Πρωθυπουργού σε ενδεχόμενη διενέργεια δημοψηφίσματος. Η ευρεία συναίνεση του κοινοβουλίου ή η νομιμοποίηση των μέτρων μέσω δημοψηφίσματος, είναι οι λύσεις για να προχωρήσει η χώρα.

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

ΟΙ ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΠΗΡΕΑΣΟΥΝ

Την περασμένη βδομάδα από αυτή εδώ τη στήλη είχαμε πει ότι ήταν πολύ νωρίς για να κρίνει κανείς, είτε θετικά είτε αρνητικά, τις καθημερινές συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα και σε άλλες πόλεις της χώρας μας. Πλέον, με τις μέρες να έχουν περάσει, μπορεί κανείς να προβεί σε κάποια σημαντικά και παγιωμένα συμπεράσματα: Οι συγκεντρώσεις έχουν εξελιχθεί ομαλά και ειρηνικά, με μοναδική εξαίρεση τη νύχτα που αρκετοί βουλευτές αναγκάστηκαν να φυγαδευτούν ή να φύγουν από την πίσω πόρτα του Κοινοβουλίου, φοβούμενοι τις αντιδράσεις του κόσμου. Μέχρι το βράδυ της Τρίτης, όλοι καταλάβαιναν απολύτως του Αγανακτισμένους. Η’ για την ακρίβεια σχεδόν όλοι. Το σίγουρο είναι ότι κανείς δεν µπορεί να είναι ευτυχής µε όσα γίνονται στην καθημερινότητας της Ελλάδας του Μνημονίου. Και κανείς δεν µπορεί και δεν δικαιούται να είναι χαρούμενος όταν η ζωή του πάει από το κακό στο χειρότερο, όταν δεν βλέπει φως από πουθενά, όταν η ελπίδα λιγοστεύει, και όταν οι προοπτικές είναι γκρίζες. Το πιο απλό όπλο που έχει ο απεγνωσμένος πολίτης είναι να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί. Όλα αυτά είναι απολύτως κατανοητά και αποτελούν ερωτήματα όλων μας. Τα παραπάνω όμως είναι εντελώς διαφορετικά από τον αποκλεισμό της Βουλής. Πάει περίπου μισός αιώνας από τότε που συμπολίτες μας έφτασαν στο σηµείο να πολιορκήσουν τη Βουλή και να απειλήσουν τη σωµατική ακεραιότητα εκπροσώπων του έθνους. Αυτή είναι αναμφίβολα µια επικίνδυνη εξέλιξη. Σίγουρα, αρκετοί από τους 300 όχι μόνο είναι ανεπαρκείς αλλά μπορούν να γίνουν και επικίνδυνοι για τη χώρα. Όμως, προτού προβούμε σε οποιαδήποτε κατηγορία οφείλουμε να αναλογιστούμε ότι αυτοί οι άνθρωποι εκλέχθηκαν δημοκρατικά από τους Έλληνες εκλογείς. Δεν προέκυψαν από κάποια μυστική διεργασία, ούτε προήλθαν από κάποιον άλλο πλανήτη. Στο σημείο αυτό έχουμε και εμείς την ευθύνη μας, καθώς σπάνια μας ενδιέφερε η πολιτική πρόταση και η τιμιότητα του υποψήφιου βουλευτή. Μας ένοιαζε σχεδόν πάντα η ικανοποίηση των προσωπικών μας επιθυμιών. Σαφώς όλοι οι βουλευτές δεν μπορούν να μπουν στην ίδια κατηγορία. Από την άλλη πλευρά όμως, πληρώνουν τις συνέπειες της διαφθοράς, της πολύχρονης ασυλίας τους, την πολιτική αγκύλωση ελέω πολιτικού κόστους, το γεγονός ότι ακόμη και στην κορύφωση της κρίσης, αποφάσεις λαμβάνονται πίσω από κλειστές πόρτες και ο κόσμος δεν γνωρίζει όλη την αλήθεια.
Ένα άλλο χρήσιμο συμπέρασμα έχει να κάνει με το ως τώρα μήνυμα των Αγανακτισμένων. Προς το παρόν, το µόνο µήνυµα που απευθύνουν στην κοινωνία είναι το εξής: η εφαρμοζόμενη πολιτική δεν λειτουργεί, ‘δεν αντέχουμε άλλα μέτρα’. Αυτό το έχουν διατυπώσει πολλοί ως σήµερα. Από κόμματα μέχρι μαθητές και φοιτητές. Η διαφορά όμως με τους Αγανακτισμένους είναι ότι το διατυπώνουν την κατάλληλη στιγµή, κατά την οποία το σύνθημα αυτό τείνει να γίνει κυρίαρχο στην κοινή γνώµη. Με όρους πολιτικής, το σύνθημα των Αγανακτισμένων φαίνεται πως έχει αποκτήσει πλειοψηφικό ρεύμα. Σχετικά με την ταυτότητα των Αγανακτισμένων, το βέβαιο είναι πως δεν αποτελούν ένα ομοιογενές σύνολο. Η ετερόκλητα του συνόλου είναι μεγάλη και στους κόλπους του συνυπάρχουν άνθρωποι με διαφορετική κινητικότητα και αντιδράσεις, με διαφορετικό πολιτικό υπόβαθρο και κομματικές προτιμήσεις και εν τέλει με διαφορετικά βιώματα.
Αυτή η ετερόκλητη σύνθεση ίσως να είναι και το σημείο καμπής για την πορεία των Αγανακτισμένων. Και αυτό γιατί όλοι συμφωνούν στο ‘Φτάνει πια’ και στο ‘όχι άλλα άδικα μέτρα’. Όμως δε φτάνει μόνο η συμφωνία στα προφανή. Αν θέλουν οι Αγανακτισμένοι να περάσουν στο επόμενο στάδιο, πρέπει να προτάξουν κάποιες πολιτικές προτάσεις και η δράση τους να γίνει πιο οργανωμένη. Με τον τρόπο αυτό η επιρροή τους θα γίνει μεγαλύτερη. Για την έξοδο από την κρίση, πρέπει η πολιτική να βρει τη λύση. Οι πολιτικοί πρέπει να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Θα πρέπει η οργή και η αντίδραση των Αγανακτισμένων να δώσει ώθηση στην κυβέρνηση και να εφαρμόσει πολιτικές που θα εγγυώνται την έξοδο από την κρίση, αλλά ταυτόχρονα θα είναι και δίκαιες και δεν θα βασίζονται σε οριζόντιες περικοπές και φορολογικές καταιγίδες. Θα πρέπει η οργή αυτή να αφυπνίσει και τα άλλα κόμματα και να συναισθανθούν την κρισιμότητα των στιγμών. Η 5η δόση θα μπει στα κρατικά ταμεία, όμως με την τροπή που έχει πάρει η οικονομική ύφεση και με τα μέτρα που παγώνουν την αγορά και τα εισοδήματα τίποτε δεν μπορεί από εδώ και στο εξής να θεωρείται δεδομένο.

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΜΟΝΗ ΨΑΧΝΕΙ

Το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών δεν έβγαλε καμία θετική είδηση. Η πίεση της τρόικας για εθνική συνεννόηση σφίγγει σαν μέγγενη το κομματικό σύστημα και η 5η δόση του δανείου είναι στον αέρα. Η κυβέρνηση δεν βρήκε τη συναίνεση που έψαχνε. Ο κ. Σαμαράς βάζει πάνω απ’ όλα το προσωπικό του συμφέρον και δεν θέλει να ‘καεί’. Το ΚΚΕ , δια στόματος Αλέκας Παπαρήγα σε δηλώσεις της στο δελτίο του Mega, προέβη σε μια ανάλυση της κατάστασης που ομολογώ πως με εντυπωσίασε. Είπε αρκετές αλήθειες, παραδέχθηκε ότι η κρίση είναι πολύ μεγάλη και εξήγησε τους λόγους που δεν προσφέρει χείρα βοηθείας στην κυβέρνηση. Από την πλευρά του ο ΣΥΝ ζήτησε εκλογές και απέκλεισε κάθε συνεννόηση. Με τον κ. Τσίπρα, ο απομονωτισμός και η συρρίκνωση της παραδοσιακά ευρωκομμουνιστικής αριστεράς συνεχίζονται. Ο κ. Καρατζαφέρης έθεσε όλα τα κόμματα προ των ευθυνών τους και εμμέσως κατηγόρησε τη συμπεριφορά του κ. Σαμαρά και της ΝΔ.
Από εδώ και στο εξής, η κυβέρνηση είναι μόνη της. Τουλάχιστον μέχρι αποδείξεως του εναντίου, καθώς ο Πρωθυπουργός δήλωσε ότι ακόμα επιθυμεί την εθνική συνεννόηση και περιμένει. Με τα υπάρχοντα δεδομένα, τα ενδεχόμενα είναι συγκεκριμένα. Το πρώτο και πιο ρεαλιστικό είναι η κυβέρνηση να γίνει μια γροθιά, να αντιληφθούν όλοι οι υπουργοί την κρισιμότητα της κατάστασης και να μην νοιάζονται για το προσωπικό πολιτικό τους μέλλον, να αλλάξουν 2-3 πρόσωπα στο υπουργικό συμβούλιο και να γίνουν μεταρρυθμίσεις αναγκαίες για τη χώρα. Ευαγγέλιο όμως για την κυβερνητική πορεία πρέπει να είναι η προάσπιση των συμφερόντων των αδυνάτων. Η κοινωνική συνοχή έχει ξεχειλωθεί και πρέπει να αναθεωρηθούν πολλά στη σκέψη του υπουργού Οικονομικών. Το άλλο σενάριο είναι να χαθεί και άλλος χρόνος και να κινδυνεύσει ουσιαστικά η 5η δόση. Τότε η κυβέρνηση θα βρεθεί μπροστά σε αδιέξοδο και ενδεχομένως να απευθυνθεί στο λαό. Και όχι ζητώντας δημοψήφισμα, αλλά προκηρύσσοντας εκλογές. Το σενάριο αυτό φαντάζει εφιαλτικό, καθώς η λογική λέει ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Τότε ίσως θα αναγκαστεί το δεύτερο κόμμα να συναινέσει, όμως μπορεί να είναι ήδη αργά.
Η κυβέρνηση έχει πάρα πολλά να κάνει και πολλά να σκεφτεί. Στο πίσω μέρος του μυαλού του κ. Παπανδρέου καλό θα είναι να υπάρχουν και δυο ονόματα χωρών: Κίνα και Ρωσία. Αυτές οι δυο χώρες έχουν τεράστια οικονομική ρευστότητα και στο πρόσφατο παρελθόν είχαν ‘προσφερθεί’ να μας βοηθήσουν. Σίγουρα είχαν τους λόγους τους. Όμως αν συνεχίσει τους εκβιασμούς η τρόικα, δεν βλάπτει να υπάρχει και μια εναλλακτική λύση. Αν και γνώμη μου είναι πως η Ευρώπη δεν επιθυμεί τη χρεωκοπία μας και δεν θα μας εξωθήσει σ’ αυτήν. Όχι γιατί αγαπάει τους Έλληνες, αλλά πολύ απλά γιατί η ελληνική πτώχευση θα φέρει αλυσιδωτά προβλήματα στην Ευρωζώνη και στις ευρωπαϊκές τράπεζες.

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

ΠΕΡΙ ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΩΝ

Οι μεγάλες πόλεις της χώρας, με επίκεντρο το Σύνταγμα, γέμισαν από χιλιάδες αγανακτισμένους συμπολίτες μας, στην πλειονότητά τους νέους σε ηλικία. Πολλοί ήταν εκείνοι που αυθόρμητα ένιωσαν μεγάλη ικανοποίηση με την πρωτοβουλία αυτή και άλλοι πάλι που την απέρριψαν και τη θεώρησαν ύποπτη. Προτού προβούμε σε βιαστικούς πανηγυρισμούς ή απορρίψεις, οφείλουμε να αναλύσουμε τα δεδομένα. Αρχικά, το σίγουρο είναι ότι κάθε ειρηνική μορφή αντίδρασης και διαμαρτυρίας είναι θετική και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται από κόμματα και πολίτες . Οι συγκεντρώσεις αυτές ήταν ένα πρώτο βήμα που δείχνει τουλάχιστον ότι κάποιες χιλιάδες άνθρωποι σηκώθηκαν από τον καναπέ τους και έδρασαν. Και δη, νέοι άνθρωποι οι οποίοι συλλήβδην έχουν κατηγορηθεί από κόμματα και κομματικοποιημένους ως μια γενιά απολιτίκ. Αυτοί οι νέοι άνθρωποι μπορεί να πείσμωσαν από τις ‘κατηγορίες’ των Ισπανών διαδηλωτών περί ύπνου των Ελλήνων, αφετέρου όμως θέλησαν με τη φωνή τους να πουν κάποια πράγματα που τα σκέφτεται όλη η κοινωνία.
Από την άλλη βέβαια, δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν αυτές οι εκδηλώσεις κοινωνικό κίνημα. Ένα κοινωνικό κίνημα πρέπει να οργανώσει μια εκστρατεία, μέσα στην οποία διατυπώνονται οι συλλογικές διεκδικήσεις, και να στρέφονται εναντίον συγκεκριμένων στόχων. Ακόμα, πρέπει να διέπεται από ένα συγκεκριμένο ρεπερτόριο δράσεων, όπως διαδηλώσεων, συγκεντρώσεων, συλλαλητηρίων, διανομής και δημοσιοποίησης υποστηρικτικού έντυπου υλικού, συμπεριλαμβανομένων και των αντίστοιχων οργανώσεων, ενώσεων, συνασπισμών κτλ., που αναλαμβάνουν τέτοιες δράσεις. Το τρίτο και τελευταίο χαρακτηριστικό των κοινωνικών κινημάτων είναι οι συντονισμένες δημόσιες επιδείξεις ενός τετράπτυχου που οφείλουν να επιδεικνύουν οι συμμετέχοντες σ’ ένα κίνημα: αξιοσύνη, ενότητα, πολυάριθμη συμμετοχή και συλλογική δέσμευση. Όπως καταλαβαίνει κανείς είναι αρκετά νωρίς για να χαρακτηριστούν οι ‘αγανακτισμένοι’ κοινωνικό κίνημα. Έχουν αρκετό δρόμο ακόμα.
Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό των διαδηλώσεων, είναι ότι εξ’ αρχής αποτράπηκε από τους συμμετέχοντες κάθε κόμμα και συνδικάτο. Είναι η μοναδική φορά των τελευταίων χρόνων που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τα κόμματα και τα συνδικάτα είναι αναμφίβολα οι βασικοί πυλώνες της δημοκρατίας μας όμως η ιστορία δείχνει ότι η ευθύνη τους για την κατάσταση της χώρας είναι τεράστια. Οι διαδηλωτές φοβήθηκαν ότι το κάθε κόμμα που ενδεχομένως συμμετείχε, θα ήθελε αποκλειστικά και μόνο να καπηλευτεί τη διαμαρτυρία και να καρπωθεί πολιτικά και εκλογικά οφέλη. Φοβήθηκαν με λίγα λόγια μην έχει η διαδήλωσή τους την ίδια τύχη με τις διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Ο ΣΥΡΙΖΑ θέλησε από την πρώτη στιγμή να γίνει ο ‘πατέρας’ των διαδηλώσεων και αυτό εν τέλει έκανε κακό στις τότε διαδηλώσεις. Η διαρκής κρίση του κομματικού μας συστήματος έχει κάνει τους νέους ανθρώπους πολύ επιφυλακτικούς και πολλές φορές εχθρικούς απέναντι στα κόμματα. Αυτό βέβαια δεν έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη, μιας και τις περισσότερες φορές οι πολίτες άκουγαν προεκλογικές κορώνες και μετεκλογικά απογοητεύονταν από την ανώμαλη προσγείωση στην κυβερνητική πραγματικότητα.
Συνοψίζοντας, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει την πορεία των διαδηλώσεων. Το σίγουρο είναι ότι είναι από τις ελάχιστες φορές που η κοινωνία των πολιτών αντιδρά. Η κυβέρνηση και τα λοιπά κόμματα οφείλουν να ανοίξουν τα αυτιά και τα μάτια τους, να ακούσουν και να δουν αυτά που συμβαίνουν. Όπως έχουμε γράψει και άλλες φορές, το κομματικό μας σύστημα κινδυνεύει να ξεπεραστεί από την ίδια την κοινωνία. Όταν μιλάμε για μια κοινωνία που έχει φτάσει στα όριά της, δεν χρειάζονται αναλύσεις επί αναλύσεων. Ούτε είναι ορθό να κριτικάρουμε τους διαδηλωτές επειδή δεν έχουν μια σαφή πολιτική ιδεολογία. Αυτοί οι άνθρωποι που διαδηλώνουν εκφράζουν τις ανησυχίες τους και ζητούν από τους πολιτικούς να τους προσφέρουν μια καλύτερη ζωή που θα βασίζετε στην αλληλεγγύη και στην κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτή εξάλλου είναι και η απαίτηση του συνόλου της κοινωνίας.

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

ΕΝΔΟΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΣΥΓΧΗΣΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ

Η συζήτηση για την ανάγκη εθνικής συνεννόησης έχει πλέον μπει για τα καλά στην ημερήσια ατζέντα. Είναι τέτοια η πίεση που δέχεται η χώρα μας για συναίνεση, ώστε η τρόικα φαίνεται να θεωρεί τη συνεννόηση προαπαιτούμενο για τη συνέχιση παροχής δανειακής υποστήριξης στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση ως τώρα έχει καλέσει τα υπόλοιπα κόμματα να συναινέσουν, όμως το θέμα είναι ότι δεν υπάρχει σαφής κυβερνητική διάθεση για συμπόρευση με τα άλλα κόμματα, και κυρίως με τη Νέα Δημοκρατία. Από την πλευρά του, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, λέει ότι θα συναινέσει μόνο σε αυτά που θεωρεί σωστά ώστε να βγει η χώρα από το αδιέξοδο. Πίσω όμως από τις κουβέντες του κ. Σαμαρά και των στελεχών της ΝΔ, καταλαβαίνει κανείς ότι η ΝΔ δεν θα ήθελε να συναινέσει σε τίποτα. Όπως δεν ήθελε και ο κ. Παπανδρέου ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης να συμφωνήσει σε τίποτα με τον προκάτοχό του κ. Καραμανλή. Οι αιτίες της εκατέρωθεν αδιαλλαξίας των ελληνικών κομμάτων είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων.
Αρχικά, όλα τα κόμματα πάνω από το συλλογικό συμφέρον βάζουν το πολιτικό κόστος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κ. Σαμαράς δεν θα ήθελε να ‘καεί’ και να μοιραστεί το μερίδιο ενδεχόμενης αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής. Γιατί πολύ απλά, αν υπάρξει συνεννόηση και η πολιτική αποτύχει, τότε μερίδιο ευθύνης θα έχουν όλοι οι συμβαλλόμενοι φορείς. Ακολούθως, το πολιτικό – κομματικό σύστημα της χώρας μας έχει δομηθεί πάνω στο δικομματισμό και στην εναλλαγή ΠΑΣΟΚ – ΝΔ στην εξουσία. Δεν διακατέχεται από το αίσθημα συνεργασίας και συνεννόησης και ως εκ τούτου η συνεργασία μοιάζει εξ’ αρχής δύσκολα επιτεύξιμη. Ακόμα, αρκετές πολιτικές προσωπικότητες της ευρείας Αριστεράς έχουν εκφράσει την αναγκαιότητα για συναίνεση, όμως το σίγουρο είναι ότι η Αριστερά δεν φαίνεται διατεθειμένη να βοηθήσει. Είτε επειδή δεν συμφωνεί με την ασκούμενη πολιτική, είτε επειδή θα βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση εάν από τη μια στιγμή στην άλλη βρεθεί από τη θέση του διαρκώς καταγγέλλοντος σε εκείνη του συνομιλητή της κυβέρνησης. Και θα είναι δύσκολη η θέση της γιατί θα προσγειωθεί απότομα από τον ουτοπισμό στον πραγματισμό και έτσι ενδέχεται να χάσει σημαντικό μέρος της εκλογικής της δύναμης.
Η εκλογική πελατεία των κομμάτων είναι ένας άλλος εξίσου σημαντικός παράγοντας που δεν αφήνει πολλά περιθώρια στη συναίνεση. Ο σκληρός κομματικός μηχανισμός είναι πολέμιος της συναίνεσης και τα κόμματα έχουν αποδείξει πως ενδιαφέρονται πρωτίστως για τη διατήρηση της υφιστάμενης πελατείας τους και δευτερευόντως για το άνοιγμα των τειχών τους στην κοινωνία. Με άλλα λόγια τα κόμματα δεν θέλουν να ρισκάρουν να χάσουν τους ψηφοφόρους που έχουν, γιατί είναι δύσκολο με την έως τώρα συμπεριφορά τους να αντικαταστήσουν τους χαμένους ψηφοφόρους με εκλογείς παραδοσιακά μη κομματικά ταυτισμένους.
Ένα ακόμα σημείο που χρίζει αναφοράς είναι η αναξιοπιστία και η αναντιστοιχία λόγων και έργων των κομμάτων όταν κυβερνούν και όταν είναι στην αντιπολίτευση. Στο κομματικό μας σύστημα είναι σύνηθες φαινόμενο η αξιωματική αντιπολίτευση να στηλιτεύει κάθε κυβερνητικό μέτρο, ενώ όταν αποκτήσει την εξουσία να επιζητεί τη συνεργασία με την αξιωματική αντιπολίτευση και μάλιστα να την κατακρίνει όταν η τελευταία δεν της την παρέχει. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η καχυποψία μεταξύ των κομμάτων να είναι διάχυτη και τα περιθώρια συνεννόησης μηδαμινά.
Η κουβέντα περί εθνικής συνεννόησης ενδεχομένως να μη γινόταν αν αποδεδειγμένα στην κυβέρνηση κυριαρχούσε η ομοψυχία και η συνεργασία. Αν και το ΠΑΣΟΚ έχει σαφή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, φαίνεται πως η κατάσταση ανάμεσα στους υπουργούς, στους βουλευτές αλλά και στα απλά μέλη του Κινήματος είναι τουλάχιστον συγκεχυμένη. Όταν κάθε κυβερνητικό μέτρο που αναγγέλλεται προκαλεί ενστάσεις και διαφωνίες ανάμεσα σε υπουργούς και βουλευτές, τότε η κυβερνητική πολιτική δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική. Η σχεδόν καθημερινή πολιτική διαφωνία των στελεχών της κυβέρνησης σε μια σειρά από μέτρα, δείχνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο το λόγο για τον οποίο υπάρχουν μεγάλες καθυστερήσεις στην εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Ο σημαντικότερος όμως λόγος της κυβερνητικής ολιγωρίας είναι άλλος: Ένα χρόνο και κάτι μετά από την υπογραφή του Μνημονίου, το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να είναι διχασμένο σε τρία μέρη: στους ένθερμους υποστηρικτές του Μνημονίου, στους πολέμιούς του και τέλος σε αυτούς που δεν το αποδέχονται αλλά σκύβουν το κεφάλι και προσπαθούν να το υλοποιήσουν για το καλό της χώρας. Υπάρχουν και Υπουργοί οι οποίοι ακόμα δεν έχουν αποδεχθεί συνειδησιακά το Μνημόνιο και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η κυβέρνηση να δείχνει σκορποχώρι και να έχει πολλές καθημερινές αρρυθμίες. Έτσι, γίνεται κατανοητό πως η όποια κουβέντα για εθνική συνεννόηση θα είχε περιοριστεί αν η κυβέρνηση εφάρμοζε άμεσα και αποτελεσματικά τα μέτρα τα οποία προβλέπονται από τη δανειακή σύμβαση που έχει υπογράψει με την τρόικα. Αν υπήρχε συνεννόηση μέσα στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ ίσως να μην γινόταν καν λόγος για εθνική συνεννόηση.

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΦΕΡΕΙ ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΑ

Η στυγερή δολοφονία του 44χρονου πατέρα, λίγο πριν τη γέννηση του παιδιού του έδειξε με τον πιο άγριο τρόπο την ανασφάλεια που νιώθουν οι κάτοικοι του κέντρου. Του ιστορικού κέντρου της Αθήνας που συνεχώς υποβαθμίζεται και θυμίζει κάθε μέρα που περνά μια κακόφημη συνοικία και όχι μια προηγμένη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Οι κάτοικοι του κέντρου είναι εντελώς απροστάτευτοι, οι περιουσίες τους χάνουν καθημερινά την αξία τους και δεν είναι λίγοι εκείνοι που εγκαταλείπουν άρον -άρον τα σπίτια τους. Η ολιγωρία της αστυνομίας, έχει ωθήσει ακροδεξιές ομάδες να επιτίθενται σε μετανάστες και οι οδομαχίες έχουν αυξηθεί επικίνδυνα. Το ιστορικό κέντρο έχει χωριστεί στα δυο και κανείς δεν φαίνεται να θορυβείτε. Σίγουρα η ευθύνη δεν βαραίνει εξ’ ολοκλήρου τους μετανάστες, οι οποίοι μην έχοντας ελπίδα στις χώρες τους, επέλεξαν (;) να έρθουν στην Ελλάδα για ένα καλύτερο μέλλον. Η πολιτεία χειρίζεται το φλέγον αυτό θέμα χρόνια τώρα εντελώς επιφανειακά. Αφενός δεν έχει φροντίσει να υλοποιήσει μια ολοκληρωμένη μεταναστευτική πολιτική και αφετέρου δεν διαθέτει ικανούς ελεγκτικούς μηχανισμούς. Αν τους διέθετε, θα μπορούσε σχετικά εύκολα και σύντομα, να καθορίσει ποιοι μετανάστες θα μπορούσαν να νομιμοποιηθούν και ποιοι να επαναπατριστούν. Αν γινόταν αυτό, δεν θα βλέπαμε καθημερινά εικόνες κατάληψης της Αθήνας από τους χιλιάδες παράνομους μετανάστες. Από την άλλη όμως, ευθύνη δεν έχουν και οι κάτοικοι του κέντρου, οι οποίοι ζουν μέσα στο φόβο και την ανασφάλεια.
Αποτέλεσμα της παραπάνω πραγματικότητας είναι οι σκηνές βίας στο κέντρο καθημερινά να αυξάνονται. Η ιδεολογική βία ορισμένων (ρατσισμός, υποκίνηση σε βίαιες ενέργειες, φυλετικές διακρίσεις) προκαλεί την άμεση βία. Εκτός αυτού, υπάρχει και η καθαρά συστημική βία που οπλίζει το χέρι των διαδηλωτών. Είναι η έμμεση βία του κράτους, που εκφράζεται με ένα μεγάλο πλήθος περιοριστικών μηχανισμών οι οποίοι καταστούν τους ανθρώπους αναίσθητους απέναντι στις πιο κτηνώδεις μορφές βίας. Η συστημική βία απορρέει από τις καταστροφικές συνέπειες της ομαλής λειτουργίας των οικονομικών και πολιτικών συστημάτων, και είναι βεβαίως σε θέση να προκαλέσει αλυσιδωτές και αψυχολόγητες αντιδράσεις στο κοινωνικό σύνολο. Με λίγα λόγια, το ζήτημα δεν πρέπει να αναλυθεί απλοϊκά και να καταδικάσουμε συλλήβδην τους μετανάστες, τους ακροδεξιούς και τους αστυνομικούς. Τη μεγαλύτερη ευθύνη για τη μετατροπή της Αθήνας σε πεδίο μάχης φέρει η πολιτεία, η οποία είναι εμφανώς κατώτερη των περιστάσεων και δεν μπορεί να εγγυηθεί τη σταθερότητα, τη νομιμότητα και την ασφάλεια των πολιτών.
Η πολιτεία με τις δράσεις της ευνοεί το καθεστώς της ανομίας και ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι η ατιμωρησία αυτή θα οδηγούσε σε μια δολοφονία και θα δημιουργούσε μια γενικότερη ανάφλεξη. Το τραγικό είναι ότι όλοι οι διαμαρτυρόμενοι πιστεύουν ότι έχουν δίκιο αλλά ότι δεν τους αναγνωρίζεται. Όταν στη χώρα μας ψηφίζονται νόμοι και δεν εφαρμόζονται, όταν η δικαστική εξουσία ταλαντεύεται επικίνδυνα και όταν οι περισσότεροι ζούμε υπό το καθεστώς της ανομίας, τότε αργά ή γρήγορα κυριαρχεί η οργή και η βία. Πολλές φορές έχουμε επισημάνει από αυτές εδώ τις γραμμές ότι η κρίση που βιώνουμε είναι κατά βάση κρίση ηθικής και ακολούθως οικονομική. Ζούμε μια εποχή των άκρων , στην οποία κυρίαρχη θέση έχει ο φόβος και η απαισιοδοξία. Η ανεπάρκεια του κράτους γιγαντώνει τα παραπάνω αισθήματα και οδηγεί γρηγορότερα τον απλό διαδηλωτή, τον απλό πολίτη, τον παράνομο μετανάστη και τον αστυνομικό των 800 ευρώ, να μετατραπεί σε εν δυνάμει δολοφόνο. Το κράτος οφείλει στην ύστατη ώρα να προστατεύσει τους πολίτες, να θωρακίσει τα σώματα ασφαλείας και κυρίως να εγγυηθεί την κοινωνική ειρήνη. Το κράτος, με την ευρεία έννοιά του, δεν τυγχάνει πλέον του σεβασμού του απλού πολίτη και αυτή είναι σίγουρα μια τραγική διαπίστωση. Στο όνομα του Μνημονίου, δεν πρέπει να υποτιμόνται από την κυβέρνηση οι υπόλοιπες πτυχές της καθημερινότητας των πολιτών. Κανείς δεν γνωρίζει αν η χώρα θα καταφέρει να σωθεί ή θα πτωχεύσει. Σίγουρα όμως όλοι μας γνωρίζουμε ότι η καθημερινότητά μας θα μετατραπεί σύντομα σε ζούγκλα αν συνεχιστεί η αδράνεια και η ανυπαρξία της πολιτείας.

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ

Το ποδόσφαιρο και η πολιτική είναι δυο έννοιες με πολλά κοινά σημεία. Έχουν την ικανότητα να διεγείρουν τα πάθη του λαού και να οδηγούν σε καταστάσεις ακραίου φανατισμού. Η πολιτική καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις ζωές μας, καθώς πολλές πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται, από τη μείωση συντάξεων μέχρι την αύξηση των φόρων, επηρεάζουν την καθημερινότητά μας στο μέγιστο βαθμό. Το ποδόσφαιρο από την άλλη, τέτοια επιρροή στις ζωές μας δεν έχει, όμως είναι πολλοί εκείνοι που η αγάπη και ο φανατισμός για την ομάδα τους παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην καθημερινότητά τους. Στην Ελλάδα του ΔΝΤ και του Μνημονίου, η πολιτική και το ποδόσφαιρο παρουσιάζουν τέτοια ταύτιση που τρομάζει. Και τα δυο βρίσκονται σε κρίση, έχουν σταδιακά απαξιωθεί στα μάτια του κόσμου και έχουν καταντήσει μια κλειστή κάστα με εξαιρετικά συγκεκριμένη πελατεία. Η δυσωδία των σκανδάλων και η προκλητική ατιμωρησία έχουν οδηγήσει πολλούς ψηφοφόρους και πολλούς ποδοσφαιρόφιλους στην αποχή. Είτε αυτή έχει να κάνει με την κάλπη είτε με την εξέδρα. «Προνόμιο» της πολιτικής και του ποδοσφαίρου είναι η διαχρονική απόκρυψη των προβλημάτων κάτω από το χαλί. Όλα τα προβλήματα, τα κακώς κείμενα και τα σκάνδαλα θεωρούνται πταίσματα και μπαίνουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Ο κόσμος του ποδοσφαίρου τον τελευταίο καιρό «συνταράχτηκε» από τις αποκαλύψεις κασετών που αναφέρονται σε απόπειρες δωροδοκίας, σε μπίζνες με νονούς και ανθρώπους του υποκόσμου αλλά ως δια μαγείας όλα αυτά τα στοιχεία μπήκαν στο αρχείο. Όπως βέβαια συνέβη και στο πρόσφατο παρελθόν. Εκτός αυτού, οι συμπεριφορές παραγόντων, ο ακραίος φανατισμός των οπαδικών εφημερίδων και η παντελής έλλειψη αθλητικής παιδείας όλων των συμβαλλόμενων μερών, έχουν οξύνει τα περιστατικά ωμής βίας.
Στην πολιτική επίσης, όλα τα σκάνδαλα παραδοσιακά και διαχρονικά διαγράφονται. Τιμωρήθηκε κανείς για το Χρηματιστήριο, για τα ομόλογα, για τα καρτέλ, για το Βατοπαίδι, τη Ζίμενς και τις υποκλοπές; Έχει τεθεί κάποιος πολιτικός αντιμέτωπος με τις ευθύνες του για το υπέρογκο χρέος της χώρας; Απολύτως κανένας. Για όλα φταίει πάντα το σπάταλο κράτος, το οποίο οι ίδιοι δημιούργησαν, και ο απλός λαός. Και ζουν αυτοί καλά και εμείς όλο και χειρότερα. Η πολιτική και το ποδόσφαιρο, για να βγουν από το βάλτο που έχουν βυθιστεί χρειάζονται ρήξεις. Ρήξεις όμως που δεν φαίνεται κάποιος πρόθυμος να πραγματοποιήσει. Τα σκάνδαλα και η ατιμωρησία, μαζί βεβαίως με την οκνηρία και την αναποτελεσματικότητα, έχουν καταντήσει την πολιτική υπόθεση των λίγων και έχουν αηδιάσει τον απλό κόσμο, ο οποίος έχει γυρίσει την πλάτη του στο πολιτικό – κομματικό σύστημα.
Η χώρα μας είχε δυο χρυσές ευκαιρίες να «φτιάξει» ποδόσφαιρο και πολιτική. Η μεγαλύτερη ήταν η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Η ψυχολογία των Ελλήνων τότε ήταν στα ύψη, μαζί και η ανάπτυξη της χώρας. Πολλά δημόσια έργα, τα οποία εν τέλει πληρώσαμε δέκα φορές παραπάνω. Αντί οι Ολυμπιακοί Αγώνες να ανεβάσουν τη χώρα μας επίπεδο, δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι μας έκαναν κακό. Το μόνο που ενδιέφερε εκείνη την περίοδο τους πολιτικούς ήταν πόσες κορδέλες θα κόψουν και πόσες φωτογραφίες θα βγάλουν δίπλα στους Έλληνες πρωταθλητές. Καμία προνοητικότητα για την μετά Ολυμπιακών Αγώνων εποχή. Το αποτέλεσμα το βλέπουμε σήμερα: τα ολυμπιακά ακίνητα δεν έχουν καμία χρηστική αξία, ο ερασιτεχνικός αθλητισμός μαραζώνει, ο τουρισμός μας είναι κάθε χρόνο στάσιμος, η ανάπτυξη του τόπου λέξη κενή περιεχομένου, και τα μόνο που έχουν μείνει να θυμίζουν τη φρενίτιδα των Ολυμπιακών Αγώνων είναι τα κουκλάκια του Φοίβου και της Αθηνάς. Η δεύτερη χρυσή ευκαιρία ήταν η κατάκτηση του Euro 2004 από την Εθνική μας ομάδα ποδοσφαίρου. Τότε, αντί να δημιουργηθούν οι βάσεις για την αναδιάρθρωση του ποδοσφαίρου μας, κυριάρχησε η στασιμότητα και τα πανηγύρια. Στην Πορτογαλία παραβρέθηκε η πολιτική ελίτ της χώρας για να γιορτάσει με την εθνική, όμως στην επιστροφή ουδείς θέλησε να ασχοληθεί με τις παθογένειες του ελληνικού ποδοσφαίρου. Τα προβλήματα όλα ως δια μαγείας κρύφτηκαν κάτω από το πέπλο του λαμπερού τροπαίου. Από το Euro φτάσαμε σήμερα στις οικονομικά διαλυμένες ΠΑΕ, στην ανυπαρξία δομών και στα καθημερινά επεισόδια. Και οι δυο αυτές ευκαιρίες αποδεικνύουν ότι η νίκη έχει πολλούς πατεράδες, η ήττα όμως είναι ορφανή. Και όπου ήττα, σημειώστε την πλήρη απαξίωση του επαγγελματικού ποδοσφαίρου και της πολιτικής.
Επειδή ζούμε στην Ελλάδα, και όχι σε κάποια αναπτυγμένη χώρα της Δύσης, δεν δικαιούμαστε να ελπίζουμε πως τα πράγματα θα αλλάξουν, τουλάχιστον σύντομα, προς το καλύτερο. Αντιθέτως πρέπει να είμαστε σχεδόν σίγουροι πως θα χειροτερέψουν επικίνδυνα. Όσο η πολιτική και το ποδόσφαιρο βοά από διαπλεκόμενους, απατεώνες και ανάξιους, τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Το ποδοσφαιρικό και το πολιτικό κοινό δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο από κανέναν. Έχουν αλλάξει οι συνθήκες και ο κόσμος έχει βγει στα κεραμίδια. Όσο περισσότερο το φίλαθλο κοινό και οι ψηφοφόροι εμπαίζονται από τους πολιτικούς και τους αθλητικούς παράγοντες, τόσο θα πληθαίνουν τα περιστατικά αποχής και βίας.

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΝ

Η κόντρα που έχει ανοίξει μεταξύ των συνδικαλιστών της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ και της κυβέρνησης, φέρνει στην επιφάνεια το θέμα του συνδικαλισμού, ένας όρος ο οποίος στη χώρα μας είναι εξαιρετικά παρεξηγημένος από πολλές πλευρές. Τα συνδικάτα δημιουργήθηκαν, ως δυναμικές συλλογικές εκφράσεις της μισθωτής εργασίας, ως απάντηση απέναντι στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και στην εργοδοτική αυθαιρεσία, φαινόμενα που αποδεικνύουν μέχρι σήμερα τη διαχρονικότητά τους. Στην Ελλάδα της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, τα συνδικάτα είναι αναγκαία, καθώς τα εργασιακά δικαιώματα που απειλούνται καθημερινά και συχνά καταπατώνται, είναι πολλά: Διευκόλυνση των απολύσεων, αποδιάρθρωση του συστήματος διαμόρφωσης των μισθών και των συλλογικών συμβάσεων, ανάπτυξη της ελαστικοποίησης των ωραρίων και ενός ευρέος φάσματος φθηνών και ευέλικτων μορφών εργασίας σε βάρος της πλήρους και σταθερής απασχόλησης συνθέτουν τα χαρακτηριστικά του νέου εργασιακού τοπίου που έχει διαμορφωθεί.
Τα συνδικάτα όμως, οφείλουν για το συμφέρον των εργαζομένων, αλλά και για την ίδια τους την επιβίωση, να επαναπροσδιορίσουν κάποια βασικά ζητήματα. Ο πρώτος στόχος ενός σοβαρού συνδικαλιστικού κινήματος πρέπει να είναι η προώθηση πολιτικών που θα αμβλύνουν τις ανισότητες μεταξύ των μισθωτών. Η μείωση των μισθολογικών ανισοτήτων υπήρξε κεντρική στρατηγική στις σκανδιναβικές χώρες, εκεί όπου η δυναμική του συνδικαλισμού εξακολουθεί να είναι μεγάλη. Η στρατηγική αυτή είναι η μόνη που εξασφαλίζει την ενότητα του κόσμου της μισθωτής εργασίας, γεγονός που επιτρέπει την ενιαία συνδικαλιστική δράση και τη διαπραγματευτική ικανότητα απέναντι στην εργοδοσία. Όμως, ο κατακερματισμός των συνδικάτων στη χώρα μας, έχει πολλάκις αποδείξει ότι αυτό που ενδιαφέρει τις ηγεσίες των συνδικαλιστών είναι να πάρουν ότι μπορούν περισσότερο από την εκάστοτε κυβέρνηση, δίχως να νοιάζονται για μια πολυεπίπεδη αντιμετώπιση των εργασιακών προβλημάτων. Ασφαλώς και υπάρχουν εξαιρέσεις, όμως ο κανόνας είναι ο παραπάνω. Τα ελληνικά συνδικάτα έκαναν τα πάντα με τις πράξεις τους για να «διαιρέσουν» τις μισθωτές τάξεις. Για τον λόγο αυτό σήμερα, σε συνθήκες ακραίας επίθεσης στο εισόδημα, σχεδόν καμία κοινωνική ομάδα δεν συμπαρίσταται σε καμία άλλη. Το αντίθετο μάλιστα έχουμε παρατηρήσει να συμβαίνει. Και γι΄ αυτό ο συνδικαλισμός δεν έχει τη δύναμη και την πυγμή που είχε παλαιότερα. Ένα άλλο σοβαρό ζήτημα είναι η έντονη παρουσία της κομματοκρατίας στους κόλπους του συνδικαλισμού. Η κομματοκρατία αυτή έχει δυο πτυχές: Στην πρώτη, η εκάστοτε εξουσία βλέπει στο πρόσωπο των συνδικάτων την προέκταση του κόμματος στην κρατική μηχανή. Από την άλλη, το συνδικάτο περιμένει από την κυβέρνηση «αναδρομικά έσοδα» όπως αθρόες προσλήψεις, αυξήσεις μισθών, επιχορηγήσεις και πολλά άλλα. Οι εργατοπατέρες λοιπόν, έχουν μάθει να ενδιαφέρονται μόνο για τα δικά τους θέλω και αδιαφορούν για τον εργαζόμενο συνολικά. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα πολλές φορές τα συνδικάτα να αποκαλούνται συντεχνίες και φατρίες και να μένουν κάποιοι συνδικαλιστές, να μάχονται και να θέλουν να αποτελέσουν μια δύναμη αλληλεγγύης και πολιτικής ρύθμισης. Εις μάτην όμως.
Σήμερα, τη στιγμή που η μισθωτή εργασία δέχεται επιθέσεις και παράλληλα διογκώνεται ο βαθμός της εκμετάλλευσής της, ο θεσμός των συνδικάτων είναι όσο ποτέ άλλοτε αναγκαίος για το μέλλον της εργασίας και της κοινωνίας γενικότερα. Των συνδικάτων όμως που θα ενδιαφέρονται για τα προβλήματα των εργαζομένων, και όχι εκείνων που τους νοιάζει μια θέση στην κυβέρνηση η μια παροδική αύξηση μισθού. Με άλλα λόγια, τα συνδικάτα, και κυρίως οι ηγεσίες τους, πρέπει να δώσουν βάση και να επιστρέψουν στις παραδοσιακές συνδικαλιστικές αξίες. Το συνδικαλιστικό κίνημα οφείλει να είναι αυτόνομο, να ανοίγεται σε νέους χώρους και να εμποτίζεται από την αγνή συνδικαλιστική κουλτούρα. Ακόμα, πρέπει να είναι δομημένο με μια ισχυρή εργασιακή ιδεολογία η οποία δεν θα αλλάζει με την εναλλαγή των κυβερνήσεων και οργανωτικά να είναι αποτελεσματικό ώστε να σταματά ο πολυκερματισμός και η πολυδιάσπαση. Με την τήρηση όλων των παραπάνω, τα συνδικάτα θα μπορούν να είναι σε θέση ισχύος, θα διαθέτουν την έξωθεν αλλά και την έσωθεν καλή μαρτυρία ώστε να μην απαξιωθούν από την κοινή γνώμη αλλά και από τους ίδιους τους εργαζομένους.

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ;

  Ο Κασσελάκης λοιπόν επιβεβαίωσε τα προγνωστικά του πρώτου γύρου και είναι από χθες ο νέος Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Έχουν ειπωθεί πολλά τα οποί...