Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΡΚΗ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΔΕΝ ΘΑ ΒΓΕΙ ΤΙΠΟΤΑ

Από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, ο Υπουργός Οικονομικών ανακοίνωσε την ομόφωνη απόφαση του υπουργικού συμβουλίου για έκτακτο ειδικό τέλος στα ακίνητα, από πενήντα λεπτά ως δέκα ευρώ, ανά τετραγωνικό μέτρο, το οποίο θα επιβληθεί και θα εισπραχθεί μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ. Το νέο αυτό χαράτσι θα έχει διάρκεια 2 χρόνια και όπως φαίνεται το ίδιο έργο συνεχίζεται: Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Οι συνεπείς φορολογούμενοι εξισώνονται για άλλη μια φορά με τους φοροδιαφεύγοντες. Η κυβέρνηση συνεχίζει να αντιλαμβάνεται κάπως λάθος το πρόβλημα της οικονομίας. Συνεχίζει την αφαίμαξη της μικρομεσαίας τάξης ενώ ταυτόχρονα δεν ακουμπά τα υψηλά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Ο πολίτης εκείνος που είναι τυπικός απέναντι στις υποχρεώσεις του καλείται για άλλη μια φορά να βάλει πλάτη, χωρίς όμως να είναι σε θέση να τον βεβαιώσει κάποιος ότι δεν θα κληθεί και σε έναν μήνα να κάνει το ίδιο. Το μέγεθος της επιβληθείσας έκτακτης φορολογίας δείχνει ότι οι φοροελεγκτικοί και φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Δεν μπορεί να είναι σε θέση να γνωρίζει κανείς αν αυτό είναι στα πλαίσια της ‘’λευκής απεργίας’’ που είχε εξαγγείλει και ο κ. Παπασπύρος ή αν έχει να κάνει με τη μη βούληση της πολιτικής ηγεσίας και τις περιορισμένες ικανότητες των εργαζομένων.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι η συνεχιζόμενη άμεση και έμμεση φορολόγηση, χωρίς να υποστηρίζεται από την ανάπτυξη και τον περιορισμό των κρατικών δαπανών, θα οδηγήσει στη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης και στον αφανισμό των μικροτέρων. Τη στιγμή που κάθε οικογένεια έχει τουλάχιστον έναν άνεργο, χιλιάδες επιχειρήσεις έχουν βάλει λουκέτο και οι μισθοί και οι συντάξεις τραβούν την κατηφόρα, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται απέναντι στον ΦΠΑ του 23% και στα νέα φορολογικά μέτρα. Τα ‘παλιά’ μέτρα δεν έχουν πιάσει, και ως εκ τούτου επιβάλλονται και άλλα, τα οποία θα μεγαλώσουν τις ανισότητες και είναι αμφίβολο αν θα λύσουν τα προβλήματα του ελλείμματος και του χρέους. Τα τελευταία μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με ριζοσπαστικές κινήσεις και όχι με ευκαιριακά τεχνάσματα τα οποία είναι και κοινωνικά άδικα. Θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν πρωτίστως με κατάργηση ζημιογόνων ΔΕΚΟ και λοιπών οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Τόσες φορές έχει εξαγγελθεί από την κυβέρνηση αλλά ακόμα να υλοποιηθεί το οτιδήποτε. Ακόμα, κάποια αστεία επιδόματα και πλαστές αναπηρικές συντάξεις και έπρεπε ήδη να έχουν κοπεί. Όπως επίσης θα έπρεπε ήδη να έχουν φορολογηθεί και τα χρήματα όλων των εχόντων που οι τελευταίοι έσπευσαν να τα βγάλουν από τη χώρα μπρος στο φόβο της πτώχευσης και της φορολογίας.
Όλα τα παραπάνω, μαζί με την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου και με την εύρυθμη λειτουργία του φοροελεγκτικού και φοροεισπρακτικού τομέα, θα είχαν αποτρέψει τη συνεχιζόμενη φορολόγηση των ευπαθών ομάδων. Θα είχαν επίσης δώσει στην κυβέρνηση την απαραίτητη ηρεμία για να προχωρήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Θα είχαν δώσει στους πολίτες να καταλάβουν ότι τα μέτρα είναι αναγκαία αλλά ταυτοχρόνως καλύπτουν και το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Από το τι γίνεται όμως μέχρι το τι θα έπρεπε να έχει γίνει, η απόσταση είναι μεγάλη. Οι υποχρεώσεις της χώρας τρέχουν και η κυβέρνηση συνεχίζει να προωθεί τη φορολογία έναντι της ανάπτυξης και της περιστολής των κρατικών δαπανών. Η φορολογία είναι υποχρέωση του κάθε πολίτη, όμως πρέπει να είναι ισομερής και δίκαιη. Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, για άλλη μια φορά τα χλωρά καίγονται μαζί με τα ξερά. Και από αυτή τη φωτιά κινδυνεύει να καεί κάθε ελπίδα της χώρας μας για έξοδο από την κρίση.

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΙ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ

Εκτός από τις πυρετώδεις διαπραγματεύσεις με την τρόικα για την καταβολή της έκτης δόσης, ένα ακόμα ζήτημα που απασχολεί την κυβέρνηση είναι η αναταραχή που έχει ξεσπάσει στην ακαδημαϊκή κοινότητα σχετικά με το νομοσχέδιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που εν τέλει ψηφίστηκε τόσο από το ΠΑΣΟΚ όσο και από τη ΝΔ. Σημαντικές αλλαγές που φέρνει το νομοσχέδιο είναι στην εκλογή των πρυτάνεων, στο θέμα του ασύλου, στους αιώνιους φοιτητές, στην αξιολόγηση καθώς και στη διοίκηση του εκάστοτε ιδρύματος. Με το νομοσχέδιο επιχειρείται να δημιουργηθεί ένα νέο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης που θα βάζει επιτέλους τέλος στα φαινόμενα διαφθοράς και συναλλαγής που έχουν πολλάκις ταλανίσει το χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Για πρώτη φορά γίνεται λόγος για αξιολόγηση των καθηγητών και αυτό είναι αναμφίβολα ένα θετικό στοιχείο. Η αξιολόγηση πρέπει να αφορά και στο επιστημονικό έργο και τη διδασκαλία στα αμφιθέατρα. Ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν μέλη ΔΕΠ στην Ελλάδα που εμφανίζουν μηδενικές επιστημονικές δημοσιεύσεις και αναφορές, καθώς επίσης και μεγάλος αριθμός καθηγητών που χωρίς λόγο δεν παρουσιάζεται στις παραδόσεις μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας. Σχετικά με τη φοιτητική ιδιότητα, θα διατηρείται με την εγγραφή των φοιτητών σε κάθε εξάμηνο. Αυτή θα χάνεται σε περίπτωση μη εγγραφής σε δύο συνεχόμενα εξάμηνα. Αυτό δίνει τέλος στο φαινόμενο των αιώνιων φοιτητών, κάτι το οποίο συνέβαινε συχνά. Από την άλλη, οι φοιτητές που αποδεδειγμένα εργάζονται δύνανται να εγγράφονται με καθεστώς μερικής φοίτησης.
Σχετικά με το άσυλο, για πρώτη φορά δεν κατοχυρώνεται επισήμως και αυτό είναι ένα ζήτημα που έχει την πλειοψηφία των φοιτητών, κυρίως των φοιτητών – μελών παρατάξεων, απέναντι στο νομοσχέδιο. Το ακαδημαϊκό άσυλο πρέπει να αφορά την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, την έρευνα και τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των ΑΕΙ και των εργαζομένων σε αυτά, έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει. Στο όνομα του ακαδημαϊκού ασύλου τα Πανεπιστήμια κατά καιρούς βανδαλίζονται από τους γνωστούς-αγνώστους και δυστυχώς όλοι μας έχουμε παρατηρήσει σχολές να καίγονται, να καταστρέφονται και όλα αυτά πάντα στο όνομα του ακαδημαϊκού ασύλου. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον και το νομοσχέδιο επιχειρεί να την αλλάξει. Ακούγονται κραυγές από πολλούς ότι με το νομοσχέδιο αυτό μπαίνει ταφόπλακα στη δημόσια δωρεάν παιδεία και στη φοιτητική μέριμνα και ότι αποτελεί το σκαλοπάτι για την είσοδο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Κραυγές οι οποίες προέρχονται και από τους πρυτάνεις και από όσους άλλους ήταν βολεμένοι με την απαράδεκτη κατάσταση που επικρατούσε στα ελληνικά πανεπιστήμια. Με τα περιστατικά διαφθοράς, κατασπατάλησης δημοσίου χρήματος και συνδιαλλαγών. Δεν υπάρχει άνθρωπος με στοιχειώδη λογική, με εμπειρία από τη λειτουργία των δικών μας ΑΕΙ και με θητεία ως φοιτητής ή ως καθηγητής σε κάποιο ξένο πανεπιστήμιο που να μη γνωρίζει την αλήθεια. Τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν προ πολλού χάσει επαφή με τον σκοπό για τον οποίον ιδρύθηκαν και ως χώρα έχουμε μια αναχρονιστική οργάνωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Το νομοσχέδιο προτείνει να εφαρμοστούν τα αυτονόητα, δηλαδή αυτά που ισχύουν αιώνες τώρα στα πανεπιστήμια ανά τον κόσμο. Και στο παρελθόν επιχειρήθηκαν αλλαγές, αλλά συνεχώς έβρισκαν απέναντί τους το κατεστημένο που έχει δημιουργηθεί από διδάσκοντες και διδασκόμενους. Και είναι να μελαγχολεί κανείς όταν σκέφτεται ότι η κατά καιρούς οπισθοδρόμηση προκλήθηκε από τις μειοψηφίες που κυριαρχούν στις ακαδημαϊκές κοινότητες. Η δημόσια και δωρεάν παιδεία είναι μη διαπραγματεύσιμη και τίποτα δεν έχει να φοβηθεί από την αξιολόγηση των καθηγητών, από την αξιοκρατία και από τη σωστή διαχείριση. Οι φοιτητές δεν πρέπει να τρέμουν στην ιδέα του περιορισμού του ασύλου, του ασύλου της βίας και των βανδαλισμών που καπηλεύονται κάποιες μειοψηφίες, και ούτε πρέπει να θεωρούν ταφόπλακα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης την αλλαγή στην εκλογή των πρυτάνεων και το τέλος των αιώνιων φοιτητών. Όπως έχουμε αναφέρει αρκετές φορές τώρα είναι η ώρα για όλες τις απαραίτητες αλλαγές που έπρεπε να είχαν γίνει εδώ και δεκαετίες. Και οι αλλαγές στα πανεπιστήμια πάντα σκόνταφταν στο πολιτικό κόστος. Τώρα λοιπόν που κατόρθωσαν να συμφωνήσουν κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση σε ένα νομοσχέδιο, είναι ώρα να εφαρμοστεί προς όφελος του δημοσίου πανεπιστημίου.

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΜΕΤΡΗΣ ΑΝΟΧΗΣ

Με αφορμή το Μνημόνιο και τα μέτρα που το ακολουθούν, τους τελευταίους μήνες η κοινωνία και η πολιτεία μας έχει υιοθετήσει την υπέρμετρη ανοχή. Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει και κανείς αρμόδιος δεν ασχολείται. Τα παραδείγματα είναι δυστυχώς πολλά Η αρχή έγινε πριν λίγους μήνες από τους οδηγούς φορτηγών με αφορμή το άνοιγμα του επαγγέλματος. Τότε για βδομάδες είχε επικρατήσει το χάος και ουδείς αρμόδιος ήταν διατεθειμένος να προβεί σε άμεσες λύσεις. Το μόνο που ακολουθήθηκε ήταν το ρητό «άσε το χρόνο να περνά ώστε να καταλαγιάσουν οι αντιδράσεις». Τα ίδια έγιναν με τους ναυτεργάτες του Πειραιά οι οποίοι αντιδρούσαν στην πώληση του ΟΛΠ και στην είσοδο της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά. Χάος στα λιμάνια, ταλαιπωρία για τους ταξιδιώτες, δυσφήμηση της εικόνας της χώρας μας.
Ακολούθως, η ακραία μορφή ανοχής πήρε σάρκα και οστά στην περίπτωση των «Αγανακτισμένων». Επί μέρες η πλατεία Συντάγματος και πολλές πλατείες σε μεγάλες πόλεις της χώρας κατελήφθησαν από διαδηλωτές. Για βδομάδες διαμαρτύρονταν ειρηνικά και αυτή η μορφή κινητοποίησης χειροκροτήθηκε από τους σκεπτόμενους πολίτες. Όμως τις τελευταίες μέρες με τη μετατροπή της πλατείας σε ζώνη ελεύθερου camping με τις σκηνές των διαδηλωτών, μόνο ο Δήμαρχος Αθηναίων πήρε την πρωτοβουλία ώστε να σταματήσει αυτή η κατάσταση που μόνο κακό έκανε στην ταλαιπωρημένη πρωτεύουσα. Οι υψηλά ιστάμενοι δεν έκαναν απολύτως τίποτα και άφησαν στον κ. Καμίνη να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Και δεν είναι μόνο τα παραπάνω. Τα μέλη του κινήματος «Δεν πληρώνω» δρουν ανενόχλητα ως άλλοι Ρομπέν των φτωχών και ουδείς ασχολείται. Με τη στάση τους τα κρατικά ταμεία χάνουν αρκετά χρήματα και το παράδοξο είναι ότι δεν έχει γίνει καμία ενέργεια για την αποτροπή ακραίων δράσεών τους. Μάλιστα έχουν φτάσει σε σημείο να προπηλακίζουν και ανθρώπους που θέλουν να πληρώσουν τα διόδια και να είναι τυπικοί απέναντι στις υποχρεώσεις τους. Μπορεί να έχουν τα επιχειρήματά τους αλλά το θέμα είναι ότι η Πολιτεία παρακολουθεί τις εξελίξεις εντελώς αμέτοχη. Τα μέλη του «Δεν πληρώνω» δηλώνουν ότι από το χειμώνα η δράση τους θα επεκταθεί στην μη πληρωμή δημοτικών τελών ακόμα και στη μη καταβολή φόρων σε εφορίες. Και αρκετοί διερωτώνται: Αν αυτό πραγματοποιηθεί, τότε οι άνθρωποι αυτοί θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στη δημόσια υγεία και παιδεία; Θα μπορούν να απολαμβάνουν τα αγαθά του κράτους πρόνοιας, με όλες βεβαίως τις στρεβλώσεις που το διακατέχουν; Αν ναι, τότε αυτό είναι τουλάχιστον άδικο για τους συνανθρώπους μας που ενώ έχουν υποστεί μεγάλες απώλειες στα εισοδήματά τους επιμένουν να είναι τυπικοί στις υποχρεώσεις τους απέναντι στο κράτος.
Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η στάση των οδηγών ταξί. Για κάποιους τα αιτήματά τους είναι δίκαια όμως για τους περισσότερους η συμπεριφορά τους είναι ακραία. Το κλείσιμο λιμανιών, αεροδρομίων και η λαϊκίστικη δράση του ελεύθερου ανοίγματος διοδίων και αρχαιολογικών χώρων δείχνει ότι το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να μην ανοίξει το επάγγελμα του αυτοκινητιστή για να διατηρηθούν οι συντεχνίες και σε αυτό θέλουν συμμάχους τους πολίτες. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η ταλαιπωρία για Έλληνες και τουρίστες συνεχίζεται με την πολιτεία να δείχνει υπέρμετρη ανοχή.
Από όλα τα παραπάνω παραδείγματα μπορούμε να εξάγουμε κάποια απλά αλλά ταυτοχρόνως κρίσιμα συμπεράσματα. Η διαμαρτυρία στην ειρηνική μορφή της είναι μια υγιής αντίδραση. Αλλοίμονο στην κοινωνία που δέχεται οποιοδήποτε μετρό και κάθε κυβερνητική πολιτική με πλήρη απάθεια. Η ειρηνική αντίδραση όμως απέχει παρασάγγας από την κοινωνική αταξία. Η κάθε επαγγελματική ή κοινωνική ομάδα οφείλει να σέβεται τις υπόλοιπες. Η κάθε μορφή κινητοποίησης δεν πρέπει να προκαλεί ντόμινο και να πλήττει και άλλες ομάδες γιατί έτσι δεν πρόκειται να υπάρξει ανάπτυξη. Σε όλα αυτά βεβαίως δεν είναι άμοιρη ευθυνών και η πολιτεία η οποία αφενός σε πολλές περιπτώσεις φέρνει τις κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες προ τετελεσμένων γεγονότων, αφετέρου δεν δίνει την απαραίτητη βαρύτητα στη διαβούλευση και τον διάλογο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να κυριαρχεί το χάος και η υπέρμετρη ανοχή η οποία σε πολλές περιπτώσεις εκλαμβάνεται από το κοινωνικό σύνολο ως αδυναμία και αυτό είναι πολύ πιθανόν να φέρει περισσότερες ακρότητες στο εγγύς μέλλον.

Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ

Μετά από τις άκαρπες συναντήσεις των οδηγών ταξί με τον αρμόδιο Υπουργό, διαστάσεις μετωπικής σύγκρουσης, λαμβάνει η κόντρα τους με την κυβέρνηση, με παράπλευρες απώλειες τους πολίτες και τους τουρίστες. Η ταλαιπωρία των πολιτών και των τουριστών συνεχίζεται, και μάλιστα στο απόγειο της τουριστικής περιόδου, τον οποίο τόσο χρειάζεται η οικονομία της χώρας μας. Ο αποκλεισμός λιμανιών, αεροδρομίων και διοδίων μόνο καλό δεν κάνει στην εικόνα της χώρας μας. Οι ιδιοκτήτες και οι οδηγοί ταξί με τη στάση τους χάνουν την έξωθεν καλή μαρτυρία, την οποία η αλήθεια είναι ότι την είχαν επιβαρύνει εδώ και χρόνια. Όλοι οι πολίτες λίγο πολύ έχουν πέσει θύματα της συμπεριφοράς των αυτοκινητιστών: διπλές και τριπλές κούρσες, επιλογή διαδρομής, μη έκδοση αποδείξεων, πειραγμένα ταξίμετρα και υπερχρεώσεις. Αν μη τι άλλο πρόκειται για έναν κλάδο που έχει δώσει πολλές αφορμές σχετικά με τον ελλειμματικό επαγγελματισμό που τον διακατέχει. Χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ακόμα, μια διαχρονική πρόκληση είναι η χαμηλή φορολόγηση των αυτοκινητιστών. Μέχρι πρόσφατα το υφιστάμενο για τα ταξί φορολογικό καθεστώς προέβλεπε ότι ένα επιβατικό αυτοκίνητο δημοσίας χρήσης (ταξί) με άδεια κυκλοφορίας εκατό τοις εκατό (100%) και οδηγό τον ιδιοκτήτη φορολογείται για ποσό 16.000 ευρώ και ο φόρος που καταβάλει ο ιδιοκτήτης είναι 1.225 ευρώ. Τα ποσά αυτά όμως απέχουν πολύ από τις πραγματικές εισπράξεις των επαγγελματιών του κλάδου.
Σχετικά με το άνοιγμα του επαγγέλματος, κρίνεται επιτακτικό. Αλλά για άλλη μια φορά φαίνεται ο φόβος για το πολιτικό κόστος που διακατέχει το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Αρκετοί υπουργοί και βουλευτές έδειξαν να τρομοκρατούνται μπροστά στο άνοιγμα του επαγγέλματος. Όμως με τη νοοτροπία αυτή δεν πρόκειται να προχωρήσουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για τη σωτηρία της χώρας. Η διαμάχη αυτοκινητιστών – κυβέρνησης δείχνει ξεκάθαρα το διαχρονικό πρόβλημα της χώρας: μεταθέτουμε κάτι για το μέλλον , κρύβουμε τα προβλήματα και όλα τα θέματα γιγαντώνονται προς το χειρότερο. Αν τόσα χρόνια είχε προχωρήσει το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, όλα θα ήταν καλύτερα και με πολύ μικρότερες αντιδράσεις. Συγκεκριμένα, η απελευθέρωση του ταξί θα μειώσει τα κόμιστρα και θα αναβαθμιστεί το επίπεδο των προσφερόμενων υπηρεσιών. Αν ανοίξει το επάγγελμα θα επικρατήσει η αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας και αυτό θα είναι ευεργετικό πρωτίστως για τους οδηγούς οι οποίοι είναι κατά κύριο λόγο υπόδουλοι στους ιδιοκτήτες των οχημάτων. Η συντριπτική πλειονότητα των οδηγών είναι ανασφάλιστη, ενώ είναι αρκετές οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ιδιοκτήτες έχουν εξαφανίσει την εργοδοτική εισφορά με αποτέλεσμα οι οδηγοί να καταβάλλουν και την εργατική και την εργοδοτική εισφορά. Γι’ αυτούς, και όχι μόνο, τους λόγους, το επάγγελμα πρέπει να ανοίξει, όμως η κυβέρνηση πρέπει να σκεφτεί πολύ σοβαρά κάποια ζητήματα: να θέσει πληθυσμιακά κριτήρια ώστε να μην πλημμυρίσουν οι δρόμοι της χώρας με χιλιάδες ταξί καθώς επίσης και να ανακουφίσει τους επαγγελματίες εκείνους που έπεσαν θύματα της αισχροκέρδειας των κάθε λογής μαντράδων και συνδικαλιστών και αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν την περιουσία τους για ν’ αγοράσουν μια άδεια ταξί, η οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων είχε αξία μεγαλύτερη από πολυτελές σπίτι.
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να σταθούμε στις αρρυθμίες που δείχνει για άλλη μια φορά η κυβέρνηση. Έχει σπαταλήσει πολλές βδομάδες, και λύση δεν έχει βρει σε ένα (ακόμα) φλέγον ζήτημα. Και δεν είναι μόνο αυτό αλλά και το γεγονός ότι εμφανίστηκαν και κυβερνητικοί βουλευτές που πήραν το μέρος των αυτοκινητιστών και ζήτησαν την παραίτηση του κ. Ραγκούση. Αυτό δείχνει περίτρανα την κυβερνητική ασυνεννοησία που υπάρχει αλλά και ότι υπάρχουν στελέχη της κυβέρνησης που δεν πείθουν ούτε με το έργο τους αλλά ούτε με την προσαρμοστικότητά τους. Όπως και να χει, η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί. Και όχι γιατί θα δώσει πόντους στην κυβέρνηση, αλλά διότι θα δώσει ανάσα στην κοινωνία που απαιτεί να δει έργο και μεταρρυθμίσεις για τις θυσίες που έχει υποστεί.

Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

ΘΕΤΙΚΟ ΒΗΜΑ, ΠΡΕΠΕΙ Ν’ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΝ ΑΛΜΑΤΑ

Στη Σύνοδο Κορυφής έγινε ένα πρώτο σημαντικό βήμα για τη διαχείριση του ελληνικού δημοσίου χρέους αλλά και γενικότερα για τη σωτηρία της Ευρωζώνης και των χωρών που αντιμετωπίζουν παρόμοια οικονομική κατάσταση με τη δική μας. Οι ηγέτες της Ευρωζώνης έδειξαν ότι την ύστατη στιγμή μπορούν να κοντράρουν τις ανεξέλεγκτες αγορές. Αυτό βεβαίως δεν θα συνέβαινε αν το τελευταίο διάστημα δεν ακούγονταν από παντού κραυγές αγωνίας για την πιθανότητα διάχυσης της κρίσης χρέους στο σύνολο των χωρών της ζώνης του Ευρώ. Μετά το τέλος της Συνόδου, δόθηκαν κάποιες δυνατότητες στην Ελλάδα όπως επιμήκυνση των δανείων, μείωση των επιτοκίων και εθελοντική συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Από την άλλη υπάρχει ακόμα ο κίνδυνος της επιλεκτικής χρεοκοπίας, όμως όπως τουλάχιστον ανέφεραν κυβερνητικά στελέχη, η χώρα μας έλαβε εγγυήσεις και ειδικές χρηματοδοτήσεις προκειμένου να αντιμετωπιστεί ένα τέτοιο σενάριο. Ένα από τα θετικά μηνύματα της Συνόδου είναι ότι ουσιαστικά θα μειωθεί το βάρους του χρέους και θα μπορέσει να καταστεί βιώσιμο. Από κει και πέρα όμως, είναι στο χέρι της κυβέρνησης να προχωρήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις του μεσοπρόθεσμου προγράμματος για να έχουν ουσία οι παραπάνω θετικές αποφάσεις.
Από τα αποτελέσματα της Συνόδου φαίνεται πως οι ευρωπαίοι ηγέτες δίνουν ξανά την πρέπουσα σημασία στο ευρωπαϊκό όραμα, το οποίο για χρόνια παρέμενε θαμμένο ανάμεσα στις πιέσεις των αγορών και στα ‘θέλω’ κάθε ισχυρού ευρωπαϊκού κράτους. Έχουμε ξαναπεί πολλές φορές ότι η κρίσιμη μάχη που πρέπει να δοθεί είναι για τη σωτηρία του Ευρώ. Η χώρα μας, κουβαλώντας τις παθογένειες χρόνων ήταν η πιο ευάλωτη στην οικονομική κρίση που ξέσπασε και όλοι έχουμε γίνει μάρτυρες της ελληνικής κρίσης του χρέους. Αλλά δεν είναι μόνο η Ελλάδα. Υποφέρουν αρκετές ακόμα χώρες και τα όσα αποφασίστηκαν στη Σύνοδο Κορυφής δίνουν ανάσα και στις υπόλοιπες χώρες του Νότου. Από τα πρώτα θετικά βήματα που έγιναν, πρέπει οι ευρωπαίοι ηγέτες να προχωρήσουν σύντομα στα άλματα. Και τα άλματα αυτά δεν μπορούν να είναι διαφορετικά από τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, Ευρωπαϊκού Οίκου Αξιολόγησης και την έκδοση ευρωομολόγων ώστε να τονωθούν οι δημόσιες επενδύσεις. Με λίγα λόγια, είναι καιρός μετά από τα πρώτα ενθαρρυντικά μηνύματα να ανοίξει η συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αναγκαιότητα άσκησης κοινής οικονομικής πολιτικής ώστε να καταφέρει η πολιτική να επιβληθεί και να τιθασεύσει τις αγορές.
Πέραν του ενθουσιασμού για τις αποφάσεις τις Συνόδου, που αποτυπώθηκε από την πρώτη στιγμή με την αλματώδη άνοδο στα Χρηματιστήρια αλλά και την πτώση των spreads, πρέπει να κυριαρχήσει η εγκράτεια και η σκληρή δουλεία. Δεν χρειάζονται πανηγυρισμοί από τα κυβερνητικά στελέχη. Πρέπει να αδράξουν την ευκαιρία και να προχωρήσουν τις αλλαγές στην ελληνική κοινωνία. Το σίγουρο είναι ότι πέραν της εμπιστοσύνης, προσφέρεται στη χώρα μας και το απαραίτητο χρονικό περιθώριο για ν’ αλλάξουν πολλά κακώς κείμενα. Η χώρα μας μπορεί πλέον βάσιμα να ελπίζει ότι ξεπερνά την εξωτερική απειλή μιας άτακτης και απόλυτα επαχθούς χρεοκοπίας. Από εδώ και στο εξής είναι ευθύνη της κυβέρνησης να ασχοληθεί συστηματικά και οργανωμένα με την επανεκκίνηση και ανασυγκρότηση της οικονομίας. Και ευθύνη της αξιωματικής αντιπολίτευσης να συμβάλλει τα μέγιστα προς αυτή την κατεύθυνση και να απαλλαγεί από τον μανδύα του λαϊκισμού. Η κυβέρνηση και το λοιπό πολιτικό προσωπικό της χώρας θα είναι εγκληματικό αν επαναπαυθούν μετά την θετική απόφαση της Ε.Ε. Πρέπει να καταλάβουν ότι δεν πρέπει να χαθεί καθόλου χρόνος και επιβάλλεται να προχωρήσουν άμεσα η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η μείωση της κρατικής σπατάλης και οι διαρθρωτικές αλλαγές.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Ο ΣΥΡΙΖΑ ΔΙΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Το τελευταίο διάστημα έχει ξεσπάσει έντονη διαμάχη μεταξύ της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ με αφορμή επεισόδια και προπηλακισμούς που δέχονται βουλευτές και στελέχη του ΠΑΣΟΚ σε δημόσιες ομιλίες τους. Η κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ ενδεχομένως στο πρόσωπο στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ να προσδοκούν να κερδίσουν τις εντυπώσεις και να φανούν ως οι υπεύθυνες δυνάμεις απέναντι στους ‘μπαχαλάκηδες’ της Αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση ψάχνει για δράκους και τα στελέχη του τονίζουν ότι είναι η πολιτική αυτή καθεαυτή της κυβέρνησης που έχει οδηγήσει τους ψηφοφόρους να προπηλακίζουν κυβερνητικούς αξιωματούχους. Η πραγματικότητα βρίσκεται κάπου στη μέση. Η κυβέρνηση επιθυμεί την πόλωση με τον ΣΥΡΙΖΑ καθώς βλέπει ότι πολλοί ‘πράσινοι’ ψηφοφόροι απογοητευμένοι από την ασκούμενη οικονομική πολιτική φλερτάρουν με την Αριστερά. Η δε ηγεσία του Συνασπισμού δεν καταδικάζει ευθέως τα επεισόδια και τους προπηλακισμούς και αφήνει πολλά αιωρούμενα ερωτήματα. Αντί να δηλώσουν οι ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ ότι καταδικάζουν τα έκτροπα αυτά, όπως έκανε προς τιμήν της η Δημοκρατική Αριστερά του Φώτη Κουβέλη, κλείνουν το μάτι σε αυτούς που επενδύουν στον πολιτικό χουλιγκανισμό και σε αυτούς που φωνάζουν ότι « η χούντα δεν έπεσε το 1973». Τέτοιες φασίζουσες συμπεριφορές δεν είναι δυνατόν να μην καταδικάζονται από τα κοινοβουλευτικά κόμματα, όσο σκληρά και αν είναι τα μέτρα και δίκαιη τα αιτήματα του ελληνικού λαού. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η Αριστερά δίνει αφορμές για να καλλιεργείται αυτή η διαμάχη. Αφορμές πολιτικές, καθώς ο καθαρός πολιτικός διάλογος και οι προτάσεις απουσιάζουν, και το μόνο που συμβαίνει είναι η σκληρή αντιπολίτευση στην κυβέρνηση.
Η ανανεωτική Αριστερά διαχρονικά έχει δώσει πολλούς αγώνες και με τις συμπεριφορές της ηγεσίας της κινδυνεύει να τους απολέσει. Στο όνομα της πλουραλιστικής εκλογικής δύναμης, η οποία βεβαίως δεν έχει αποτυπωθεί ούτε στις κάλπες ούτε στις δημοσκοπήσεις, έχει συντελεστεί η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και η ιδεολογική οπισθοδρόμηση των στελεχών του. Η Αριστερά λοιπόν καταδικάζει το Μνημόνιο και την ασκούμενη οικονομική πολιτική, χαρακτηρίζει την πολιτική της κυβέρνησης ως πολιτική τύπου Πινοσέτ όμως δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει στο εκλογικό σώμα το λόγο για τον οποίο υπογράφηκε το Μνημόνιο, το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα και τέλος για ποιο λόγο η χώρα μας έφτασε στο σημερινό αξιολύπητο σημείο. Δεν υποστηρίζουμε ότι η Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ έχει ίδιο μερίδιο ευθύνης με τα κόμματα εξουσίας για τη σημερινή κατάσταση, όμως τόσα χρόνια ως ‘φωνή της προόδου’ έπρεπε να προβεί σε προτάσεις και σε αγώνες πραγματικά ριζοσπαστικούς και όχι σε αγώνες λάιτ αριστερής απόχρωσης. Η Ριζοσπαστική Αριστερά μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, έδειχνε φοβισμένη και προσπαθούσε να απολογηθεί για τις αγριότητες του καθεστώτος στη Σοβιετική Ένωση. Με την ταυτόχρονη ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού χάθηκε για την Αριστερά πολύτιμος χρόνος και αξιοσημείωτο εκλογικό δυναμικό. Από τότε όμως κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και πλέον οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Συνεχίζει βεβαίως να κυριαρχεί ο νεοφιλελευθερισμός, όμως με αφορμή την κρίση διαφαίνονται και τα όρια του που είχαν προ πολλού ξεπεραστεί από τους θιασώτες της παντοκρατορίας των αγορών και του διαρκώς συσσωρευόμενου κέρδους. Με άλλα λόγια, η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα ειδικότερα, ευνοεί την Αριστερά, καθώς θα μπορούσε να ορθώσει ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο. Αντ’ αυτού εκτοξεύει εύκολους λαϊκισμούς, ακολουθεί στείρο καταγγελτικό λόγο και οποιαδήποτε πρόταση για το σήμερα και το αύριο της χώρας απουσιάζει.
Όμως επειδή οι στιγμές που ζει η χώρα είναι οι πιο κρίσιμες στη σύγχρονη και όχι μόνο ιστορία της, όλοι πρέπει να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Συγκεκριμένα η Ριζοσπαστική Αριστερά καλείται να απαντήσει σε κάποια απλά αλλά αρκούντως σημαντικά ερωτήματα: Θα προτείνει μια συγκροτημένη, εναλλακτική και εφαρμόσιμη οικονομική πολιτική ή θα συνεχίζει απλώς να κατακρίνει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και τις οικονομικές προτάσεις άλλων κομμάτων; Θα επιμένει να δρα τοπικά εμποτισμένη με κινηματικές λογικές ή θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την παρούσα οικονομική κατάσταση ώστε μακροπρόθεσμα, με γνώμονα την ευρωπαϊκή συνεργασία να προσπαθήσει να ηγεμονεύσει ιδεολογικά, πολιτικά και εκλογικά; Θα συνεχίσει να κλείνει τα μάτια σε προπηλακισμούς και επεισόδια τα οποία στρέφονται κατά της δημοκρατίας ή θα συμπεριφερθεί ως η υπεύθυνη φωνή της Αριστεράς; Τα παραπάνω κρίσιμα ερωτήματα οφείλουν να απασχολήσουν σοβαρά την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αν θέλει το κόμμα να έχει ανοδικό πολιτικό μέλλον και να αποτελέσει έναν πραγματικά εναλλακτικό πόλο. Αν είχαν προ πολλού απαντηθεί τα παραπάνω, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε μια στιβαρή ριζοσπαστική πρόταση και δεν θα άφηνε κανένα περιθώριο στην κυβέρνηση να τον κατηγορεί για κάλυψη και υποκίνηση επεισοδίων.

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΠΑΙΤΕΙ ΡΗΞΕΙΣ

Όσο συνεχίζεται η κρίση στη χώρα μας, στην Ιρλανδία, την Πορτογαλία και δευτερευόντως στην Ισπανία, γίνεται κατανοητό ότι η κρίση δεν είναι αυστηρά εθνική οικονομική υπόθεση, αλλά κυρίως είναι δομική κρίση συνολικά της Ευρώπης. Για πρώτη φορά τη βδομάδα που μας πέρασε άρχισαν κάποιοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι να κατακρίνουν τους οίκους αξιολόγησης για την αναίτια διπλή υποβάθμιση της Πορτογαλίας. Ο Όλι Ρεν ανέφερε ότι η συζητείται η δημιουργία ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης. Με λίγα λόγια οι υψηλά ιστάμενοι δείχνουν πως πλέον αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν οι αγορές να συνεχίσουν να δρουν ανεξέλεγκτα. Εκτός των παραπάνω, έξι πρώην πρωθυπουργοί ζήτησαν ένα ευρωπαϊκό Νew Deal και έκδοση ευρωομολόγων, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η οικονομική ανάπτυξη και να μην αναγκάζονται οι εκάστοτε κυβερνήσεις να επιβάλλουν συνεχώς μέτρα λιτότητας. Τα παραπάνω είναι όλα ζητήματα που δείχνουν ξεκάθαρα τις ανισότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα, τις αδικίες της ευρωζώνης. Οι χώρες του Βορρά βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση, ενώ στις χώρες του Νότου κυριαρχεί η οικονομική επισφάλεια, ο φόβος και έπονται οι αναταραχές. Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι για όλη αυτή την προβληματική κατάσταση στις χώρες του Νότου, ευθύνη έχουν τα Μνημόνια. Η αλήθεια είναι όμως ότι τα Μνημόνια ήταν απλώς η αφορμή, μιας και η ανάπτυξη στις ευρωπαϊκές χώρες δεν ήταν ποτέ ισομερής και οι χώρες της ζώνης του Ευρώ δεν ξεκίνησαν ποτέ από την ίδια αφετηρία.
Η οικονομική ανισότητα των χωρών της ευρωζώνης καθώς και η μη πολιτική ένωση της Ευρώπης θέτουν σε κίνδυνο ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό οικοδόμημα της Ευρώπης. Πολλά χρόνια μετά τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα που σκέπασε την Ευρώπη, οι σημερινοί ηγέτες συνεχίζουν να διατηρούν ένα μοντέλο που θέτει τις αγορές σε απόλυτο κυρίαρχο του παιχνιδιού. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι ευρωπαίοι ηγέτες να διστάζουν να υιοθετήσουν μια γενναία πολιτική διευθέτησης των χρεών και ρύθμισης των αγορών και αυτό φέρνει την πολιτική υποταγή τους σε κερδοσκόπους, μάνατζερ και μεγαλοτραπεζίτες. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχει τρανταχτό έλλειμμα ηγεσίας. Μπορεί η κ. Μέρκελ να φαντάζει πανίσχυρη, όμως η όποια δυναμική διαθέτει εξαντλείται στην προστασία της Γερμανίας και μόνο. Δεν υπάρχει κανένα ευρωπαϊκό όραμα, λίγοι είναι οι ηγέτες που θεωρούνται ευρωπαϊστές και αυτό μακροπρόθεσμα το μόνο που μπορεί να επαναφέρει είναι την κυριαρχία των ανεξάρτητων εθνικών – κρατών και την απώλεια της ευρωπαϊκής ιδέας. Με αφορμή τα Μνημόνια που έχουν υπογραφεί αλλά και τα Μνημόνια που έρχονται, αλλά και λόγω της σχεδόν βέβαιης πολυετούς οικονομικής λιτότητας για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι ευρωπαίοι ηγέτες οφείλουν να σταθούν στα δομικά προβλήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να δώσουν λύσεις. Πρέπει να ζητήσουν και να κυνηγήσουν αναπροσανατολισμό των κατευθύνσεων της οικονομικής πολιτικής σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, με έμφαση στους στόχους της ανάπτυξης και της ενίσχυσης της απασχόλησης. Ο στόχος της πλήρους απασχόλησης πρέπει να είναι τουλάχιστον ισότιμος με το στόχο της δημοσιονομικής και νομισματικής σταθερότητας. Οφείλουν να πετύχουν την έκδοση και κυκλοφορία ευρωπαϊκών ομολόγων για την χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών διαδικασιών και των νέων πηγών απασχόλησης καθώς επίσης και να πετύχουν την επιβολή φόρου 1% στις νομισματικές συναλλαγές. Η νομισματική πολιτική πρέπει να βρίσκεται κάτω από τον πολιτικό έλεγχο των οργάνων και θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης γεγονός το οποίο θα επιτευχθεί μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τον έλεγχο και τη διαφάνεια λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η δημοκρατική θεσμική ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ολοκλήρωση της ενοποίησης με πολιτικά και όχι μόνο οικονομικά κριτήρια, θα δημιουργήσει το πλαίσιο για την Ευρώπη των λαών και των πολιτών και θα βάλει φρένο στην Ευρώπη των κερδοσκόπων και των κεφαλαίων. Για να καταφέρουν οι δοκιμαζόμενες χώρες να επιβιώσουν οικονομικά, δεν αρκεί μόνο να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό τους και δεν είναι δίκαιο να αναγκάζουν τους πολίτες τους να ζουν συνεχώς υπό αυστηρή λιτότητα. Οι κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές, οι ριζοσπαστικές αποφάσεις, η αναγέννηση του ευρωπαϊκού οράματος και κυρίως η ομοσπονδιακή προοπτική της Ε.Ε. μπορούν να διορθώσουν τις δομικές αδυναμίες της Ε.Ε. και να εγγυηθούν τη σωτηρία κάθε ευρωπαϊκής χώρας που είναι σε κρίση.

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ

Εκτός από την σκληρή πραγματικότητα του Μνημονίου, του ΔΝΤ και του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος, πρέπει αυτές τις κρίσιμες στιγμές να σταθούμε και σε μια διαχρονική πραγματικότητα που αργά αλλά σταθερά έφερε τη χώρα μας σ’ αυτή την τραγική κατάσταση. Αν επιχειρήσουμε να αρχίσουμε την αναφορά μας από τους πολιτικούς, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι από την Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα οι περισσότεροι από αυτούς αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων και κύριο μέλημά τους ήταν (και συνεχίζει να είναι) η διάσωση του πολιτικού τους μέλλοντος και η πελατειακή λογική παρά η σωτηρία της χώρας. Οι πελατειακές σχέσεις υπερίσχυσαν του εθνικού συμφέροντος και η ευκαιριακή πολιτική μαζί με την εικονική οικονομική ευμάρεια εκτόπισαν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και σταθερότητα. Όπως έχουν πει αρκετές φορές, οι πολιτικοί αυτοί δεν φύτρωσαν, απεναντίας ο κυρίαρχος λαός με τις ψήφους του τους έστειλε στα έδρανα του κοινοβουλίου. Όποτε πρέπει να αναζητήσουμε και τις ευθύνες τις δικές μας, ατομικά και συλλογικά.
Ο Έλληνας πολίτης – ψηφοφόρος έμαθε, ειδικά μετά τη Μεταπολίτευση, σε ένα τρόπο ζωής σχετικά εύκολο. Οι κακουχίες χρόνων (πόλεμοι, εμφύλιος, δικτατορία), έπρεπε ορθώς να αποτελέσουν παρελθόν και οι πολιτικοί μας συνεπαρμένοι από αυτή τη διαπίστωση προχώρησαν σε πολλά διαχρονικά σφάλματα, των οποίων τις συνέπειες πληρώνουμε σήμερα. Τότε πολλά χρήματα δόθηκαν στο λαό (αύξηση μισθών και συντάξεων)στο όνομα της δίκαιης αναδιανομής του πλούτου. Τα χρήματα αυτά καλώς δόθηκαν όμως θα έπρεπε από τότε να υπάρξει και μια αναπτυξιακή λογική που μπορεί να μην είχε άμεσα αποτελέσματα, όμως σίγουρα θα βοηθούσε σε βάθος ετών. Εκτός αυτού, ακολούθησαν οι τρελές εποχές των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων. Τότε μπορούσε κάλλιστα ο Έλληνας αγρότης να είχε για παράδειγμα εκατό ελιές και να έπαιρνε χρήματα για διακόσιες. Με τα χρήματα αυτά θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή του και να καινοτομήσει, όμως η κυριαρχούσα τότε αντίληψη πρόσταζε νεοπλουτίστικο τρόπο ζωής και το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων το απορροφούσαν ακριβά αυτοκίνητα και ακίνητα. Τα αποτελέσματα αυτής της νοοτροπίας τα βλέπουμε σήμερα που έχουμε φτάσει σε σημείο τα περισσότερα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα να είναι εισαγωγής και ο ελληνικός κάμπος να έχει μαραζώσει για τα καλά. Και δεν είναι μόνο αυτό. Μετά από χρόνια ήρθε η φανταχτερή εποχή του Χρηματιστηρίου και της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Εκείνη την περίοδο το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων ζούσε εντελώς εικονικά. Ο υπερκαταναλωτισμός έγινε τρόπος ζωής και δεν ήταν λίγα τα περιστατικά κατά τα οποία παίρναμε τραπεζικά δάνεια για να κάνουμε ακριβές διακοπές και να αγοράσουμε πολυτελέστατα αυτοκίνητα. Η βαριά μας βιομηχανία, ο τουρισμός, ήταν εμποτισμένος από τη νοοτροπία της εκμετάλλευσης των ξένων πολιτών. Πρώτιστο μέλημα των επαγγελματιών του κλάδου ήταν η αποκόμιση τεράστιου κέρδους και λιγότερο η παροχή καλών υπηρεσιών. Ενώ αρχικά τα χρήματα έρεαν δεν άργησε να έρθει η περίοδος της πτώσης του ελληνικού τουρισμού και το σαθρό οικοδόμημα του εύκολου κέρδους κατέρρευσε εύκολα. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περίοδο που ζούμε έχουν καταφέρει να επιβιώσουν εκείνοι οι επαγγελματίες που πρώτα κοιτούσαν τις καλές υπηρεσίες και μετά το κέρδος.
Εκτός από τα παραπάνω, πρέπει να σταθούμε και στην κυρίαρχη αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας σχετικά με τις υποχρεώσεις της απέναντι στο κράτος. Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, κορωνίδα αυτής της αντίληψης είναι η φοροδιαφυγή. Εδώ και χρόνια παρατηρούμε την πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών να κινείται στο αφορολόγητο όριο, βλέπουμε υγιέστατους συμπολίτες μας να παίρνουν αναπηρική σύνταξη και τέλος γινόμασταν μέχρι πρόσφατα μάρτυρες δημιουργίας μαύρου κέρδους μέσω της μη έκδοσης αποδείξεων. Τα παραπάνω, μαζί με την αδήλωτη εργασία, τις προκλητικές πρόωρες συντάξεις, τα τεράστια εφάπαξ υπαλλήλων του δημοσίου και άλλα πολλά, συνθέτουν ένα σκηνικό απείρου κάλους το οποίο οφείλει να μας προβληματίσει για το πώς φτάσαμε στην τωρινή κατάσταση. Ασφαλώς όλα τα παραπάνω τραγελαφικά ευδοκίμησαν λόγω της ανυπαρξίας των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους. Και αναμφίβολα η κρατική αποτελεσματικότητα θυσιάστηκε στο βωμό του πολιτικού κόστους. Από τις παραπάνω αναφορές προκύπτει μια σκληρή αλήθεια: Αν οι πολιτικοί μας αλλά και εμείς οι πολίτες είχαμε μια εθνική αντίληψη και όχι μια ευκαιριακή λογική, δεν θα φτάναμε στη σημερινή οικονομική εξαθλίωση. Αν είχαν γίνει τομές στην ελληνική κοινωνία τότε που έπρεπε, σήμερα δεν θα συζητούσαμε για την κρίση χρέους που απειλεί να μας καταστρέψει. Με τα ‘εάν’ δεν μπορεί να δοθεί κάποια λύση, όμως καλό θα είναι κάθε φορά που ετοιμαζόμαστε να δαιμονοποιήσουμε το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα να κάνουμε και λίγο την αυτοκριτική μας για τα τόσα χρόνια που πήγαν χαμένα.

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

ΟΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ

Ενόψει των επικείμενων νέων σκληρών μέτρων, γίνεται λόγος ακόμα και για πιθανές απολύσεις στο δημόσιο τομέα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι ατομικά, αλλά και μέσω των συνδικαλιστικών τους ενώσεων έχουν θορυβηθεί και αντιστέκονται σε νέες περικοπές, στην εργασιακή εφεδρεία αλλά και στην πώληση των ΔΕΚΟ. Με βάση τη συνταγματικά κατοχυρωμένη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων απολύσεις δεν μπορούν να υπάρξουν. Με αφορμή τη δήλωση του νέου κυβερνητικού εκπροσώπου κ. Μόσιαλου ότι ‘η μονιμότητα στο Δημόσιο θα αποτελέσει αντικείμενο ευρύτατης διαβούλευσης στο πλαίσιο της επικείμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης’, οφείλουμε να αναφερθούμε σε ευρύτερα ζητήματα που αφορούν τους δημοσίους υπαλλήλους και το δημόσιο τομέα στην Ελλάδα. Αρχικά, με βάση την πρόσφατη απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων, ο αριθμός τους ανέρχεται περίπου στις 768.000. Ο αριθμός μπορεί να μην είναι ακριβής καθώς πολλοί δεν απογράφησαν και άλλοι πάλι απογράφησαν ενώ τελικά δεν έπρεπε (π.χ. συνταξιούχοι). Η κυβέρνηση από την αρχή της θητείας της είχε εξαγγείλει τη συγχώνευση ή την κατάργηση εκατοντάδων υπηρεσιών και οργανισμών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Μετά από 20 και πλέον μήνες τα αποτελέσματα είναι πενιχρά. Ακόμα και σήμερα, εν μέσω της απειλής της πτώχευσης, συνεχίζουν να λειτουργούν αρκετοί αχρείαστοι δημόσιοι οργανισμοί που δημιουργήθηκαν από τις κυβερνήσεις εν μια νυκτί προκειμένου να τακτοποιηθούν οι ‘πιστοί’ ψηφοφόροι των δυο μεγάλων κομμάτων.
Ένα άλλο θέμα είναι οι συμβασιούχοι οι οποίοι πλημμύρισαν το δημόσιο τομέα, αφενός για να καλύψουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ευρύτερου δημόσιου τομέα με μικρό οικονομικό κόστος, αφετέρου για να συνεχίσουν οι πολιτικοί να επενδύουν στις πελατειακές σχέσεις με τους ψηφοφόρους. Πλέον, οι συμβάσεις αυτές λήγουν και η κυβέρνηση δεν φαίνεται διατεθειμένη να συνεχίσει τη διαιώνιση αυτής της κατάστασης. Εδώ όμως ανακύπτει ένα απλό ερώτημα: εάν οι συμβασιούχοι που πράγματι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες φύγουν, τότε τι θα γίνει με τις υπηρεσίες αυτές, οι οποίες στη δεδομένη χρονική στιγμή δεν θα μπορούν να κάνουν καμία πρόσληψη; Το πιθανότερο είναι να κατεβάσουν ρολά και ο μόνος ζημιωμένος θα είναι ο Έλληνας πολίτης, ο οποίος δεν θα μπορεί να εξυπηρετηθεί και θα εξαναγκάζεται σε πολλές περιπτώσεις να καταφεύγει σε ιδιώτες έναντι μεγάλου οικονομικού κόστους.
Ακόμα, σημαντικότατο είναι το ζήτημα με τις ΔΕΚΟ. Η κυβέρνηση όπως εξήγγειλε, σκοπεύει να αποκρατικοποιήσει πολλές δημόσιες επιχειρήσεις. Οι αντιδράσεις είναι πολλές αλλά η πραγματικότητα είναι σκληρή και δεν επιδέχεται λαϊκισμούς. Όσες ΔΕΚΟ είναι ζημιογόνες πρέπει να φύγουν από τον έλεγχο του δημοσίου, μιας και δεν υπάρχει διάθεση από την πολιτεία για εξυγίανσή τους. Τα προνόμια πολλών εργαζομένων στις ΔΕΚΟ είναι εξωφρενικά και προκλητικά τη στιγμή που ζητούνται συνεχώς θυσίες από τους συνταξιούχους, από τους ιδιοκτήτες μικρομεσαίων επιχειρήσεων αλλά και από τους χαμηλόμισθους δημοσίους υπαλλήλους. Πολλοί εργαζόμενοι – συνδικαλιστές φοβούμενοι ότι αυτά τα εξωφρενικά τους προνόμια θα χαθούν, είναι έτοιμοι για μάχη με την κυβέρνηση.
Είναι γεγονός ότι στο δημόσιο τομέα, υπάρχουν πολλές υπηρεσίες με πλεονάζον προσωπικό και άλλες που εμφανέστατα υπολειτουργούν. Αυτό που πρέπει να γίνει άμεσα είναι οι μετατάξεις προσωπικού. Αφού ολοκληρωθούν αυτές πρέπει η κυβέρνηση να ελέγξει κατά πόσο όλες οι θέσεις είναι οργανικές. Στην περίπτωση που μια θέση κριθεί μη οργανική, μπορεί να καταργηθεί και σύμφωνα με το Σύνταγμα μπορεί να επιφέρει την απόλυση του υπαλλήλου, γεγονός το οποίο ουδέποτε έχει συμβεί ως σήμερα. Η άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων είναι ένα ζήτημα ταμπού για την ελληνική κοινωνία και κυρίως για τα κόμματα. Σίγουρα δεν είναι και το πλέον ευχάριστο να απειλείται η θέση ενός δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος έχει προγραμματίσει τη ζωή του και τις υποχρεώσεις του βασιζόμενος στη σιγουριά που απολαμβάνει. Δεν είναι όμως εξίσου δυσάρεστο το γεγονός ότι καθημερινά δεκάδες ιδιωτικοί υπάλληλοι χάνουν τη δουλειά τους; Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα δεν απολαμβάνουν καμιά μονιμότητα. Όπλο τους είναι η σκληρή εργασία και διαρκώς αξιολογούνται. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο μισθός των περισσοτέρων ιδιωτικών υπαλλήλων είναι σαφώς κατώτερος του μέσου δημοσίου, ενώ το ωράριο μεγαλύτερο. Σαφώς και δεν επιχειρείται διαχωρισμός των εργαζομένων, όμως τη στιγμή που γίνεται έντονος διάλογος για τους δημοσίους υπαλλήλους, πρέπει κάποια στιγμή να ασχοληθούν οι αρμόδιοι σοβαρά και με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Έχουν ψυχή κι αυτοί.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ

Αναμφίβολα η βδομάδα που πέρασε ήταν πολιτικά άκρως ενδιαφέρουσα. Τα γεγονότα διαδέχονταν το ένα το άλλο και οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές. Από τη μεγάλη πιθανότητα που συγκέντρωνε η, ουσιαστικά, συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ – ΝΔ, φτάσαμε στον ανασχηματισμό της κυβέρνησης και στη συσπείρωσή της. Μετά την αποτυχία συνεννόησης, τόσο ο Πρωθυπουργός όσο και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πετούσαν το μπαλάκι των ευθυνών ο ένας στον άλλο και η κοινή γνώμη προσπαθούσε μετά κόπου να καταλάβει ποιος είχε δίκιο. Ποιος έκανε πίσω και δεν επετεύχθη συνεργασία. Το πιο κρίσιμο ερώτημα όμως που ζητά απάντηση είναι κατά πόσο θα ήταν χρήσιμη μια κυβέρνηση ‘μίξης’ μεταξύ των δυο μεγάλων κομμάτων και ενδεχομένως κάποιων τεχνοκρατών. Η αλήθεια είναι ότι ως χώρα και ως πολιτικό σύστημα, δεν διαθέτουμε τον πολιτικό πολιτισμό για μια κυβέρνηση συνεργασίας. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Και τα δυο κόμματα έχουν αποδείξει ότι δεν την επιθυμούν, και μια ενδεχόμενη συνεννόηση τους, η οποία ουσιαστικά προτείνεται από τους ευρωπαίους εταίρους μας, το πιθανότερο θα ήταν να κατέληγε σε αποτυχία και να έβαζε τη χώρα σε χειρότερες τρικυμίες.
Από την αποτυχία συνεννόησης οδηγηθήκαμε σε ανασχηματισμό της κυβέρνησης. Ένας ανασχηματισμός ο οποίος χαρακτηριζόταν από τα κυβερνητικά στελέχη ως δομικός, όμως η αλήθεια είναι ότι με μια πρώτη ματιά εξάγονται κάποια απλά συμπεράσματα: Αρχικά, η απομάκρυνση του κ. Παπακωνσταντίνου από το υπουργείο Οικονομικών δείχνει με τον πιο εμφανή τρόπο την αποτυχία της πολιτικής του. Αυτή η αποτυχία σε συνδυασμό με τις σχεδόν καθημερινές προστριβές του με τους συναδέλφους του υπουργούς και με τους βουλευτές της συμπολίτευσης, τον υποβάθμισε σε υπουργό Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής. Στον Ευάγγελο Βενιζέλο δόθηκε η Αντιπροεδρία της κυβέρνησης και το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Οικονομικών. Ο Πρωθυπουργός περιμένει από τον κ. Βενιζέλο μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ενώ του παρέδωσε και το καυτό χαρτοφυλάκιο των αποκρατικοποιήσεων. Ακόμα, η κυβέρνηση περιμένει από τον νέο τσάρο της οικονομίας να εκμεταλλευτεί τη ρητορική του δεινότητα και να πείσει την ελληνική κοινωνία ότι η προσπάθεια για σωτηρία πρέπει να συνεχιστεί ακόμα και αν αυτό αποφέρει νέα σκληρά μέτρα. Ακόμα, η απομάκρυνση από την κυβέρνηση της κ. Μπιρμπίλη και του κ. Δρούτσα , καθώς επίσης και η υποβάθμιση των κ.κ. Παπακωνσταντίνου, Ραγκούση, Παμπούκη και Πεταλωτή, δείχνουν ότι ο κ. Παπανδρέου δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι δικές του προσωπικές επιλογές απέτυχαν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Θέλησε με τον τρόπο αυτό να απαντήσει στις εσωκομματικές κατηγορίες ότι κυβερνά ‘με την παρέα του’.
Εκτός όμως από τα παραπάνω, ο ανασχηματισμός χρησιμοποιήθηκε από τον Πρωθυπουργό και ως ένας μοχλός κομματικής συσπείρωσης σε μια εξαιρετικά κρίση στιγμή για το ΠΑΣΟΚ. Το κείμενο αμφισβήτησης της κυβερνητικής πολιτικής που είχαν υπογράψει προ ημερών 16 βουλευτές του κυβερνόντος κόμματος, η ανεξαρτητοποίηση Λιάνη, οι αιφνίδιες παραιτήσεις Φλωρίδη, Νασιώκα καθώς και η αμφισβήτηση του Πρωθυπουργού από τους κ.κ. Σαλαγιάννη και Λιντζέρη, είχαν συνθέσει ένα εκρηκτικό σκηνικό για την κυβέρνηση αλλά και για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Με τον ανασχηματισμό ο Πρωθυπουργός πιστεύει ότι μπορεί να ηρεμήσει βουλευτές και στελέχη του κόμματος. Το ζητούμενο όμως είναι κατά πόσο θα ηρεμήσει η ελληνική κοινωνία. Διότι, για να αδειάσουν οι πλατείες δεν αρκεί η αλλαγή υπουργού Οικονομικών. Αυτό που έχει σημασία είναι η κυβέρνηση να αρχίζει να τρέχει για να προσπαθήσει να καλύψει το χαμένο έδαφος. Για τον λόγο αυτό δημιουργήθηκε και η κυβερνητική επιτροπή. Ο ανασχηματισμός πρέπει να λειτουργήσει σαν ξυπνητήρι για την κυβέρνηση και όχι να θεωρηθεί απλώς μια τακτοποίηση των εσωκομματικών ισορροπιών. Με λίγα λόγια, καλός ο ανασχηματισμός προσώπων, αλλά πάνω απ’ όλα χρειάζεται ανασχηματισμός πολιτικής. Γιατί αλλιώς αν το ΠΑΣΟΚ δεν εκμεταλλευτεί την τελευταία του ευκαιρία, για το καλό της χώρας και της οικονομίας, τότε το πιθανότερο είναι να οδηγηθούμε σε πρόωρες εκλογές πριν το τέλος του χρόνου. Και αν λάβουμε υπόψη ότι αυτοδύναμη μονοκομματική κυβέρνηση θα είναι δύσκολο να προκύψει, όπως επίσης θα είναι εξαιρετικά δύσκολη η συνεννόηση όπως αντιληφθήκαμε πρόσφατα, τότε η χώρα θα μπει σε περισσότερες περιπέτειες.

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

ΤΟ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΥ ΑΡΓΗΣΕ 20 ΜΗΝΕΣ

Στο χθεσινό διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό, ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε πολλές αλήθειες. Η φράση κλειδί ήταν αυτή που είπε περί υπέρβασης των κομματικών τειχών. Αυτή η αναφορά του κ. Παπανδρέου δεν στόχευε μόνο στα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία κάλεσε για πολλοστή φορά τις τελευταίες μέρες σε εθνική συνεννόηση για κοινή διαπραγμάτευση απέναντι στους δανειστές της χώρας. Στόχευε και στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, που εμφανίζει διαιρετικές τάσεις ανάλογες με τις σκληρές περιόδους εκσυγχρονιστών – προεδρικών. Και εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι αν το ΠΑΣΟΚ, και κατ’ επέκταση η κυβέρνηση, είναι διαιρεμένη δεν μπορεί να προχωρήσει εύκολα και αποτελεσματικά το κυβερνητικό έργο. Ο Γ. Παπανδρέου, κάλεσε την αντιπολίτευση για συνεργασία σε κοινές ομάδες εργασίας και για επεξεργασία κοινών προτάσεων. Ακόμα, ο Πρωθυπουργός εμφανίστηκε διαλλακτικός στο ενδεχόμενο να τοποθετηθούν ακόμα και πρόσωπα κοινής αποδοχής σε κυβερνητικές θέσεις. Αν μη τι άλλο, πρόκειται για ένα φαινόμενο μοναδικό στη νεότερη πολιτική ιστορία του τόπου. Πρόσωπο κοινής αποδοχής θεωρείται ως τώρα μόνο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, του οποίου ο ρόλος όμως περιορίζεται εμφανέστατα από την κάθε κυβέρνηση.
Σε όλη τη διάρκεια της ομιλίας του Πρωθυπουργού ήταν εμφανές ότι όταν αναφερόταν στην ανάγκη για συναίνεση το εννοούσε. Ενδεχόμενη συναίνεση του πολιτικού κόσμου, αφενός θα προσέδιδε περισσότερη αξιοπιστία στη χώρα μας απέναντι στους εταίρους μας, αφετέρου θα έκανε την ελληνική κοινωνία να καταλάβει τη σοβαρότητα του ελληνικού προβλήματος και την ανάγκη υπέρβασης διαχρονικών αντιλήψεων, ανορθογραφιών και στρεβλώσεων για την έξοδο από την κρίση. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που πιστεύουν ότι ο Πρωθυπουργός δεν ψάχνει για σύμμαχους αλλά για συνενόχους, γιατί όταν ο πρώην Πρωθυπουργός είχε ζητήσει συναίνεση, την είχε απορρίψει ασυζητητί. Από την άλλη όμως, μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης προτάσσουν το κομματικό όφελος και όχι το εθνικό και δεν επιθυμούν καμία συναίνεση για να μην καούν πολιτικά αν αποτύχει η συνταγή του μακροπρόθεσμου προγράμματος. Αυτή η ατέρμονη συζήτηση φέρνει στο προσκήνιο για άλλη μια φορά το θέμα του εγωισμού και της ασυνέπειας στην πολιτική σκηνή της χώρας. Διαχρονικά τα δυο μεγάλα κόμματα επιθυμούν ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις, για πολλούς και διάφορους λόγους, και η λέξη συναίνεση δεν ήταν ποτέ στο λεξιλόγιό τους. Για τον λόγο αυτό πλέον όλοι κοιτούν καχύποπτα τους συνομιλητές τους.
Το διάγγελμα του Πρωθυπουργού άργησε 20 ολόκληρους μήνες. Μετά τη νίκη στις εκλογές το 2009, έπρεπε να μιλήσει άμεσα στο λαό για τη σοβαρότητα της κατάστασης. Αν γνώριζε ο κόσμος εξαρχής την πραγματική διάσταση του ελληνικού προβλήματος, δεν θα είχαμε επιθέσεις σε βουλευτές και η υπομονή θα έπαιρνε τη θέση της οργής. Ακόμα, αν είχε ζητήσει από τις πρώτες στιγμές ο Πρωθυπουργός συναίνεση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τότε πιθανώς να την είχε. Και ίσως τότε, η κοινή σύμπλευση θα έφερνε πιο ισχυρή και καλύτερη διαπραγμάτευση των όρων του Μνημονίου. Αν υπήρχε ενότητα του πολιτικού κόσμου της χώρας, θα είχε αποτραπεί η ραγδαία άνοδος των spreads και οι συνεχιζόμενες αναφορές περί χρεοκοπίας της ελληνικής οικονομίας. Η συναίνεση είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που ταλανίζει την Ελλάδα ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Βασικό πρόβλημα που προκύπτει από την ιστορική απουσία συναίνεσης είναι ο μη σεβασμός των θεσμών της δημοκρατίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση συναίνεση δεν είναι εύκολο να υπάρξει, πρώτον γιατί οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας δεν εγκρίνουν τη λύση που προτείνεται για έξοδο από τη κρίση, στις πιο πολλές περιπτώσεις βεβαίως προτάσσοντας το λαϊκισμό, δεύτερον διότι οι κινήσεις πολιτών της χώρας δείχνουν την αντίθεση τους με άγονο όμως τρόπο, δηλαδή χωρίς να προτείνουν μια βιώσιμη λύση για το αύριο του τόπου. Ποτέ όμως δεν είναι αργά. Έχει έρθει η ώρα να αντιμετωπίσουν οι πολιτικές ηγεσίες και οι πολίτες τις ευθύνες τους, ατομικά και συλλογικά, για το ποια θα είναι η Ελλάδα του αύριο μακριά από επικίνδυνους λαϊκισμούς και υπερβολές. Στο σημείο αυτό τοποθετείται και η αναφορά του Πρωθυπουργού σε ενδεχόμενη διενέργεια δημοψηφίσματος. Η ευρεία συναίνεση του κοινοβουλίου ή η νομιμοποίηση των μέτρων μέσω δημοψηφίσματος, είναι οι λύσεις για να προχωρήσει η χώρα.

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ;

  Ο Κασσελάκης λοιπόν επιβεβαίωσε τα προγνωστικά του πρώτου γύρου και είναι από χθες ο νέος Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Έχουν ειπωθεί πολλά τα οποί...