Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

ΖΕΙ ΟΣΟ ΖΟΥΝ ΤΑ ΙΔΑΝΙΚΑ ΤΟΥ



Άλλη μια επέτειος του Πολυτεχνείου πέρασε, για άλλη μια φορά υπήρξαν αντικρουόμενες απόψεις πάνω σε καυτά ζητήματα του τότε και σε σημαντικές απορίες του σήμερα: Υπήρξαν θύματα ή όλα ήταν ένα ψέμα; Έκανε καλό η Χούντα στη χώρα και τους Έλληνες; Φταίει η γενιά του Πολυτεχνείου για την καταστροφή της χώρας; Ζούμε σήμερα μια ‘κοστουμαρισμένη’ οικονομική Χούντα; Αυτά, και άλλα τόσα ερωτήματα κάθε χρόνο τέτοια μέρα οξύνονται και πυροδοτούν αντιδράσεις και ατέρμονες συζητήσεις. Ας τα πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή.
 
Η χουντική επταετία ήταν μια ξεκάθαρη κατάλυση του πολιτεύματος. Η δική μας η γενιά είχε την τύχη να μη ζήσει εκείνη την περίοδο. Τότε, η ελευθερία,  η ελευθεροτυπία, και όλα τα ελευθεριακά δικαιώματα ήταν απαγορευμένα. Οι συλλήψεις και ο βασανισμένος χιλιάδων ανθρώπων ήταν καθημερινό φαινόμενο. Όποιος διαφωνούσε με το καθεστώς, είχε μπει στη μαύρη λίστα και η ζωή του γινόταν ένα μαρτύριο. Η διαβόητη ΕΣΑ βασάνισε χιλιάδες και έγινε συνώνυμο του τρόμου και του πόνου. Επίσημα, την πρώτη βδομάδα συνελήφθησαν 6.500 πολίτες και σε τέσσερα χρόνια πάνω από 3.300 πέρασαν απ’ τα στρατοδικεία. Η ανάκριση στο ΕΑΤ-ΕΣΑ άφηνε ανάπηρους απ’ το ξύλο, τα ηλεκτροσόκ και τη «φάλαγγα» όσους δυσφορούσαν με το «γύψο». Τα κόμματα κι οι απεργίες απαγορεύτηκαν, στα συνδικάτα και τους φοιτητικούς συλλόγους οι διοικήσεις διορίζονταν, χαφιέδες της Ασφάλειας παντού, λογοκρισία στον Τύπο.  Η καταπίεση, ο αυταρχισμός και η έλλειψη ελευθερίας ήταν το τρίπτυχο της Χούντας. Και ήταν λίγοι εκείνοι που είχαν διάθεση να αντιδράσουν. Όλοι οι υπόλοιποι είτε φοβόντουσαν, είτε προσκολλήθηκαν στο χουντικό σύστημα. Το μεγαλύτερο μέρος του λαού δεν αντιδρούσε, όχι μόνο λόγω φόβου. Κάποιοι ‘την έβρισκαν’ με τη Χούντα. Και δεν εννοούμε μόνο επιχειρηματικά… Ας μην ξεχνάμε, ότι μεγάλο μέρος της Γερμανίας λάτρευε τον Χίτλερ και πολλά εκατομμύρια Ιταλοί σαγηνεύονταν από τον Μουσολίνι.

Στο πέρας του χρόνου, πολλά έχουν ειπωθεί για τη γενιά του Πολυτεχνείου. Η γενιά εκείνη είχε σίγουρα ιδανικά και έδωσε αγώνες για την ελευθερία. Δεν έριξε τη Χούντα μόνη της, όμως συνέβαλε καθοριστικά στην ‘απονομιμοποίησή’  και στο ‘αδυνάτισμά’ της στα μάτια του λαού. Την έκανε να φαίνεται τρωτή και έδωσε δύναμη και σε φοβισμένους Έλληνες να αντιδράσουν.  Πολλοί άνθρωποι από εκείνη τη γενιά έγιναν βουλευτές, υπουργοί και δεν ήταν λίγοι αυτοί που εξαργύρωσαν τη συμμετοχή τους στο Πολυτεχνείο παντοιοτρόπως. Όπως επίσης μόνο λίγοι δεν είναι εκείνοι που πραγματικά έδωσαν και την ψυχή τους στον αγώνα για ελευθερία και συνειδητά θέλησαν να μείνουν στο παρασκήνιο της πολιτικής ζωής, πιστοί στα ιδανικά και  την ιδεολογία τους. Η ‘γενιά του Πολυτεχνείου’ κάπου στην πορεία της και στην απότομη ενηλικίωσή της έχασε λίγο το δρόμο της και από ένα σημείο και μετά πολλά μέλη της δεν σεβάστηκαν τη δημοκρατία και τους θεσμούς της, για τους οποίους πολλοί θυσιάστηκαν, και απομακρύνθηκαν εντελώς από τους συνανθρώπους τους.

Σχετικά με την άποψη ορισμένων ότι δεν υπήρξαν νεκροί, το πόρισμα Τσεβά δυστυχώς για εκείνους δεν τους δικαιώνει. Και όταν μιλάμε για νεκρούς, δεν είναι ανάγκη να δολοφονήθηκαν μπροστά στην Πύλη ή από τις ρόδες του τανκς… Η  Χρυσή Αυγή και διάφορες ακροδεξιές οργανώσεις αμφισβητούν με ανιστόρητο και γλοιώδη τρόπο την ύπαρξη θυμάτων κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Ωστόσο, πάρα την μαύρη και αναμενόμενη προπαγάνδα  είναι πολύ δύσκολο να οριστεί ο ακριβής αριθμός των νεκρών. 

Το Πολυτεχνείο αποτελεί φάρο ελπίδας για το δυσοίωνο μέλλον μας. Σίγουρα, πολλοί ήταν εκείνοι που το καπηλεύτηκαν, εκείνοι που έκαναν πολιτική καριέρα στις πλάτες του, και ξάφνου άφησαν το μαχητικό μανδύα και φόρεσαν τα κοστούμια της εξουσίας. Πολλοί είναι εκείνοι που το καταδικάζουν για όσα δεινά προκάλεσε η ‘γενιά’ του στη χώρα. Πολλοί είναι και εκείνοι που λένε ότι στο Πολυτεχνείο δεν έγινε τίποτα και δεν πέθανε κανείς. Ότι και να λέει ο καθένας, το Πολυτεχνείο αποτελεί μια ένδοξη στιγμή για τους Έλληνες που αγωνίστηκαν για δημοκρατία και ελευθερία. Και μπορεί να αποτελέσει μόνο παράδειγμα για όλους εμάς. 

Σήμερα είναι πάρα πολλοί εκείνοι που πιστεύουν ότι ζούμε σε μια ιδιότυπη Χούντα. Άλλοι τη λένε οικονομική, άλλοι μνημονιακή. Και γενικότερα ο καθένας την ονοματίζει όπως θέλει. Το ίδιο συμβαίνει και με τους βουλευτές. Όλοι τους βρίζουμε, τους κατηγορούμε για όλα, όμως ξεχνάμε ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν μπήκαν στο Κοινοβούλιο με κλήρωση. Από κάποιους ψηφίστηκαν. Εμείς τους ψηφίσαμε και αυτοί οι άνθρωποι είναι η δειγματοληπτική απεικόνιση του εκλογικού σώματος. Οποιαδήποτε ταύτιση του τότε με το σήμερα όμως,  είναι αδόκιμη και επικίνδυνη. Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα να μην έχεις την ελευθερία σου και διαφορετικό να μην μπορείς να πληρώσεις τις υποχρεώσεις σου. Ενδεχομένως να είναι εξίσου βάναυσο αλλά είναι εντελώς διαφορετικές οι περιστάσεις. Υπεύθυνοι για τις πράξεις της ‘γενιάς του Πολυτεχνείου’ δεν είμαστε. Όμως, είμαστε υπεύθυνοι για τη χάραξη του δικού μας μέλλοντος. Όσο δεν αντιδρούμε τη στιγμή που η πιο καταρτισμένη και μορφωμένη γενιά είναι και αυτή με τους περισσοτέρους ανέργους, τότε δεν έχουμε δικαίωμα να ομιλούμε.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΡΟΥΕΙ ΤΟΝ ΚΩΔΩΝΑ Η ΣΚΩΤΙΑ



                                         
Τελικά οι Σκωτσέζοι, μετά από μια αναμέτρηση- θρίλερ αποφάσισαν να παραμείνουν εντός Ηνωμένου Βασιλείου με ένα ποσοστό της τάξεως του 55%. Το ερώτημα του δημοψίσματος ήταν απλό: ‘Πρέπει η Σκωτία να είναι μια ανεξάρτητη χώρα;’. Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο είχε ψηφιστεί από το Κοινοβούλιο της Σκωτίας στις 14 Νοεμβρίου του 2013 και είχε λάβει Βασιλική Συγκατάθεση στις 17 Δεκεμβρίου του 2013. Τους μήνες που προηγήθηκαν του δημοψηφίσματος, σε ολόκληρη την Ευρώπη γινόταν λόγος για την έκβασή του αλλά και για τις επιπτώσεις του ‘ναι’ και του ‘όχι’, τόσο εθνικά όσο και ευρωπαϊκά. Ακούστηκαν πολλές αλήθειες, αλλά και αρκετές ανακρίβιες, που στόχο ενδεχομένως είχαν να τρομάξουν τους ψηφοφόρους και να τους οδηγήσουν στην υπερψήφιση του ‘όχι’.  
 
Το μεγαλύτερο θέμα προ του δημοψηφίσματος ήταν το νόμισμα. Ο Άλεξ Σάλμοντ είχε δηλώσει ότι μια ανεξάρτητη Σκωτία θα μπορούσε να κρατήσει, αλλά και να υποστηρίξει, την αγγλική λίρα. Η Αγγλία βεβαίως, καθώς και τα κόμματά της δεν συμφωνούσαν με αυτή την προοπτική, ανώ από την πλευρά του ο πολιτικός ηγέτης των Σκοτσέζων και υπέρμαχος της ανεξαρτησίας δήλωνε ότι αν η Αγγλία δεν επιθυμούσε τη νομισματική ένωση, τότε η Σκωτία δεν θα κατέβαλε το μερίδιο που της αναλογεί στο βρετανικό χρέος και έτσι θα υπήρχαν αλυσιδωτές αντιδράσεις. Ένα άλλο σενάριο, θα ήταν η Σκωτία να χρησιμοποιήσει το Ευρώ, όμως ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα απαιτούσε μεγάλη και χρονοβόρα προετοιμασία. Σε ότι έχει να κάνει με την Ε.Ε , η Σκωτία διατυμπάνιζε ότι ακόμα και ανεξάρτητη θα έκανε αίτηση ένταξης στην Ε.Ε. Το θέμα όμως δεν είναι τόσο ξεκάθαρο, μιας και θα έπρεπε ακολούθως τα κράτη – μέλη να αποφάσιζαν ομόφωνα την ένταξη. Και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι η Αγγλία, αλλά και το Βέλγιο με την Ισπανία που έχουν και αυτές αποσχιστικά κινήματα που πρέπει να διαχειριστούν, θα επέτρεπαν στους συμπαθείς Σκωτσέζους την ένταση στους ευρωπαϊκούς κόλπους. 

Οι Σκωτσέζοι πίστευαν ότι θα μπορούσαν να είναι οικονομικά ανεξάρτητο κράτος, χάρις στα έσοδα που θα είχαν από το πετρέλαιο που βρίσκεται στη Βόρεια Θάλασσα. Δεν είναι ψέμα, ότι το 90% της παραγωγής πετρελαίου του Ηνωμένου Βασιλείου προέρχεται από τη Σκωτία. Από την άλλη, οι Σκωτσέζοι υπέρμαχοι της ανεξαρτησίας διατυμπάνιζαν ότι στη Βόρεια Θάλασσα μένουν να εξαχθούν περίπου 24 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ενώ οι ενωτικοί δεν τα υπολόγιζαν για πάνω από 10 δισεκατομμύρια. Δυστυχώς η αλήθεια δεν μπορούμε να ξέρουμε από ποια πλευρά προέρχεται. 
Στο σημείο αυτό, πρέπει να πούμε ότι αρκετούς μήνες πριν το ‘όχι’ υπερίσχυε συντριπτικά. Χρειάστηκε μάλιστα να φτάσουμε λίγες βδομάδες πριν το δημοψήφισμα ώστε το ‘ναι’ να προηγείται και να δείχνει να συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες. Μπορεί τελικά το ‘όχι’ να κέρδισε, με την αμέριστη κινητοποίηση σύσσωμης της βρετανικής πολιτικής σκηνής, του Γκόρντον Μπράουν, σταρς όπως ο Μπέκαμ και ο Στίνγκ αλλά και τεράστιου μέρους της αγγλικής κοινής γνώμης, όμως το ποσοστό που έλαβε η προοπτική για μια ανεξάρτητη Σκωτία πρέπει να αφυπνήσει τους ευρωπαίους ηγέτες. Η καμπάνια του ‘Καλύτερα Μαζί’ (Better together) μπορεί να κέρδισε το δημοψήφισμα, όμως πλέον σίγουρα θα δωθούν μεγαλύτερες αρμοδιότητες στα Κοινοβούλια της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βορείου Ιρλανδίας. Η βρετανική ένωση, η οποία μετράει ήδη 307 χρόνια ζωής, συνεχίζει να υφίσταται αλλά δεν θα είναι ποτέ πια ίδια. Ενα μέλος της θα αποφασίζει αυτόνομα σε εξαιρετικά κρίσιμους τομείς, όπως αυτοί της φορολογίας και του κοινωνικού κράτους.

 Ένα ακόμα χρήσιμο συμπέρασμα που προέκυψε, είναι ότι οι πολίτες κάθε χώρας μπορούν πολιτισμένα, διαλογικά και δημοκρατικά να συζητούν και να αποφασίζουν για το μέλλον τους. Και λάθος να αποφασίσουν, δική τους θα είναι η απόφαση. Ένα ακόμα σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες ενισχύονται ή γεννιόνται αποσχιστικά κινήματα, με κορυφαίο παράδειγμα του Καταλανούς που επιθυμούν λυσσαλέα την απόσχισή τους από την Ισπανία. Τέτοια κινήματα, παρόλο που ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, έχουν διαφορετικά προβλήματα και εθνικές ιδιαιτερότητες,  τρέφονται και μεγαλώνουν από τις εθνικές πολιτικές λιτότητας, από την σκληρή γραμμή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και διατρανώνουν την επιθυμία των πολιτών αφενός για ανεξαρτησία, και αφετέρου για μια διαφορετική Ευρώπη. Μια Ευρώπη κοινωνική, αλληλέγγυα με δημοκρατικές δομές . Μια Ευρώπη της ισότητας στην οποία δεν θα κυριαρχεί η Γερμανία αλλά οι ίδιοι οι πολίτες. Το έχουμε πει πάρα πολλές φορές, πως για να συνεχίσει να υπάρχει η Ευρώπη, οφείλει να αλλάξει ριζικά.  Αλλιώς, τα αποσχιστικά κινήματα θα πολλαπλασιάζονται και η επιθυμία των πολιτών για αλλαγή και απεμπλοκή θα μεγαλώνει. Μπορεί η Ευρώπη να υποδέχθηκε το αποτέλεσμα με ανακούφιση όμως υπάρχει έντονος προβληματισμός για το μέλλον και το σίγουρο είναι ότι η σημερινή Ευρώπη είναι πιο κατακερματισμένη από ποτέ.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

ΜΠΡΟΣ…ΠΙΣΩ




Πέρασαν κιόλας σαράντα χρόνια από την ημέρα επιστροφής του Κωνσταντίνου Καραμανλή από το Παρίσι στην ταλαιπωρημένη Ελλάδα. Τότε, η πατρίδα μας έβγαινε από μια τεράστια περιπέτεια, αποδυναμωμένη από την χουντική επταετία και ο λαός είχε εναποθέσει τις ελπίδες του για αποκατάσταση στο τότε πολιτικό προσωπικό της χώρας το οποίο υποδέχθηκε μετά βαΐων και κλάδων από την (αυτο)εξορία του. Η τότε κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή έπρεπε να αποκαταστήσει τη δημοκρατία, την ομαλή λειτουργία του κοινοβουλευτισμού, την ισονομία και κυρίως τη να σταματήσει τη διάκριση των πολιτών. Η αλήθεια είναι ότι το έργο του μόνο εύκολο δεν ήταν, και μπορεί να πει κανείς μετά από τόσα χρόνια, ότι το πρόσημο ήταν θετικό και οι στόχοι που είχαν τεθεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό επετεύχθησαν. 
 
Μέσα σε αυτά τα σαράντα χρόνια, στη χώρα μας έλαβαν χώρα τεράστιες αλλαγές: οικονομικές , κοινωνικές, πολιτικές και γεωπολιτικές. Το 1981 συνέβη κάτι (η νίκη ενός σοσιαλιστικού κόμματος) το οποίο λίγα χρόνια πριν έμοιαζε αδιανόητο.  Οι αλλαγές ήταν ραγδαίες, η κυβέρνηση Παπανδρέου περιόρισε τις ανισότητες , ‘δημιούργησε’ τη μεσαία τάξη, προσπάθησε να θέσει στέρεες κοινωνικές βάσεις και πέτυχε αρκετά από τα στοιχήματα που είχε βάλει. Η Ελλάδα μέσα σ’ αυτά τα χρόνια, κατάφερε από φτωχός συγγενής να γίνει μέλος της Ε.Ε και της ΟΝΕ. Οι πολίτες είδαν να ανεβαίνει το βιοτικό τους επίπεδο, να δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, να βελτιώνονται η υγεία, η παιδεία και οι κοινωνικές δομές. Βέβαια δεν ήταν όλα ρόδινα: Το δημόσιο μεγάλωσε απότομα, τα ευρωπαϊκά πακέτα πήγαιναν συνεχώς σε λάθος χέρια, το κράτος αντί να βοηθά τους πολίτες και τις επιχειρήσεις τους έβαζε εμπόδια, τα δανεικά όλο και αυξάνονταν,  και το χειρότερο όλων, καλλιεργήθηκε μια νοοτροπία στον κόσμο, ότι ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει εις βάρος του κράτους και των συμπολιτών. Πίστευε ο κόσμος ότι το κράτος είναι εχθρός και έπρεπε εκείνο να λογοδοτεί για τα πάντα. Αυτή η νοοτροπία φέρει μεγάλες ευθύνες  για την κατάσταση στην οποία φτάσαμε.

Τα χρόνια των Ολυμπιακών αγώνων, η Ελλάδα ζούσε το δικό της ‘αμερικάνικο όνειρο’. Στους δρόμους, στα μαγαζιά και όπου αλλού υπήρχε ‘κίνηση’, έβλεπε κανείς νεόπλουτους να γεμίζουν τα Πόρσε Καγιέν με τσάντες Λουί Βιττόν, να ασφυκτιούν από κόσμο τα μπουζουκτσίδικα και τα τασάκια αυτών με στάχτη πανάκριβων πούρων και γενικότερα στην ατμόσφαιρα υπήρχαν τεράστιες δόσεις ψευτογκλαμουριάς, βλαχομαγκιάς και νεοπλουτισμού. Και όλα αυτά βέβαια, γίνονταν με δανεικά, με φουσκωμένες πιστωτικές με χρηματιστηριακά τεχνάσματα και τα αποτελέσματα τα βλέπουμε τα τελευταία χρόνια με τα κανόνια που έσκασαν στην αγορά όταν φάνηκε η πραγματική οικονομική μας γύμνια.

Η Ελλάδα είχε μια τεράστια ευκαιρία με τη Μεταπολίτευση. Αλλά  δεν πρέπει να λησμονούμε έναν σημαντικότατο παράγοντα ο οποίος λειτούργησε ως τροχοπέδη: η πολιτική κουλτούρα που κληροδότησε ο Εμφύλιος επέβαλε ένα λαϊκίστικο ρεβανσισμό και διέψευσε τις προσδοκίες για την αυγή του νέου πολιτικού πολιτισμού. Ο λαός παρέμενε διχασμένος, τα λαϊκίστικα συνθήματα έπεφταν σαν πυροτεχνήματα και η χώρα έμενε αγκυλωμένη στο παρελθόν μην μπορώντας να ξεκολλήσει. Από τα μέσα της δεκαετίας του '90, οι δύο βασικοί παίκτες του πολιτικού μας συστήματος φάνηκε πως διέγνωσαν την ανάγκη του εκσυγχρονισμού, αλλά τον χρησιμοποίησαν και πάλι ακυρώνοντάς τον. Η ΝΔ του 2004 υποσχέθηκε επανίδρυση, αλλά περισσότερο θέλησε να διορθώσει τις ‘πασοκικές αδικίες’ και να βοηθήσει τα ‘γαλάζια παιδιά’. Διαπλοκή, σκάνδαλα, μίζες, μαύρο χρήμα και όλες αυτές οι ‘ομορφιές’, έπνιξαν τη χώρα και μαζί με την αδράνεια των κυβερνήσεων, την έστειλαν στις αφιλόξενες αγκάλες του ΔΝΤ και των μηχανισμών διάσωσης. Τώρα, για ακόμη μια χρονιά οι Έλληνες υποφέρουν και όλα τα κυβερνητικά παπαγαλάκια υπόσχονται καλύτερες μέρες, ανάκαμψη, επενδύσεις κτλ. Το κλίμα σίγουρα είναι καλύτερο από το αντίστοιχο των πρώτων χρόνων των μνημονίων, όμως απαιτείται πολύ δουλειά για να φτάσουμε στα επίπεδα της περασμένης δεκαετίας. Με άλλα λόγια, σαράντα χρόνια μετά, έγιναν πάρα πολλά. Η Ελλάδα ανέβηκε πολλά επίπεδα, τώρα πάλι έχει πέσει αρκετά με την οικονομική κρίση, και όλοι περιμένουμε και ελπίζουμε για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό απαιτεί υπομονή, δουλειά και ομοψυχία. Αντίστοιχη με εκείνη που έδειξε ένα τεράστιο κομμάτι των Ελλήνων τότε. 


Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

ΑΠΟΧΗ ΚΑΙ Χ.Α ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ



Ο πρώτος γύρος των δημοτικών εκλογών τελείωσε και τα επιτελεία των περισσοτέρων κομμάτων και συνδυασμών πανηγυρίζουν: Πανηγυρίζει η ΝΔ «για τη σταθερότητα των αποτελεσμάτων» , πανηγυρίζει το ΠΑΣΟΚ, μιας και πολλά «πασοκογενή» στελέχη είναι φαβορί για τους θώκους σε δήμους και περιφέρειες, πανηγυρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ για τη Δούρου και τον Σακελλαρίδη, η ΔΗΜΑΡ για Καμίνη και Μπουτάρη, οι ΑΝ.ΕΛ για τους δικούς τους αντιμνημονιακούς λόγους και όλοι οι ‘ανεξάρτητοι’ (η νέα μόδα) για τη συνολική τους παρουσία. Είναι έτσι όμως τα πράγματα; Πρέπει να είναι όλοι αυτοί ικανοποιημένοι;  Η αλήθεια είναι ότι από τον πρώτο γύρο, δυο ήταν οι μεγάλοι κερδισμένοι: η υψηλή αποχή, και η Χρυσή Αυγή. 

Για ακόμη μια φορά, ο κόσμος δεν πήγε να ψηφίσει. Για διάφορους λόγους, επέλεξε να μην λάβει μέρος στις εκλογές. Το εκλογικό σώμα είναι εμφανώς απογοητευμένο από την πολιτική σκηνή, κεντρική και μη, νιώθει ότι η ψήφος του δεν έχει σημασία και ότι πολλά ζητήματα είναι προαποφασισμένα. Όμως, η αποχή όπως έχουμε ξαναπεί πολλές φορές στο παρελθόν, δεν είναι η λύση. Αντιθέτως, ενισχύει το κυβερνητικό έργο, καθώς οι κυβερνώντες  και οι τοπικοί άρχοντες θεωρούν ότι ο κόσμος είναι απαθής απέναντι στα κοινά και ταυτοχρόνως αδύναμος να αντιδράσει. Η αποχή, είναι αδιέξοδος δρόμος για το λαό, και βολεύονται με αυτή όσοι κερδίζουν με το να κρατούν το λαό παθητικοποιημένο, αδρανή και ως εκ τούτου ακίνδυνο. Η αποχή ερμηνεύεται και αξιοποιείται, πάντα, ως ανοχή ή ως βολική παραίτηση εκ μέρους του πολιτικού συστήματος, το οποίο συνεχίζει ακάθεκτο να εφαρμόζει τη στρατηγική του, στο όνομα των «δημοκρατικών πλειοψηφιών». Για άλλη μια φορά δυστυχώς η αποχή ήταν υψηλότατη. Και ενώ είδαμε πολλούς νέους ανθρώπους να συμμετέχουν στις εκλογές, αυτό δεν κατάφερε να δώσει το έναυσμα και σε νέους ψηφοφόρους να λάβουν σοβαρά τις αυτοδιοικητικές εκλογές. 

Μετά την αποχή, μεγάλος νικητής ήταν η Χ.Α. Όσοι πίστεψαν ότι με τις κατηγορίες που αποδόθηκαν στα στελέχη της, με την παρουσίαση της δράσης της και με τις φυλακίσεις θα ξεμπερδεύαμε, είδαν τα αποτελέσματα στην κάλπη. Η Χ.Α, ασπαζόμενη αριστερά πατριωτικά συνθήματα προηγούμενων δεκαετιών και εκμεταλλευόμενη τη συγκυρία της χώρας με την κρίση και το οξυμένο μεταναστευτικό, έχει ριζώσει για τα καλά στην ελληνική κοινωνία. Η ιδεολογία της βρίσκει όλο και περισσότερο ευήκοα ώτα, και τα ποσοστά της όλο και αυξάνονται. Θεωρίες επί θεωριών, και προσεγγίσεις επί προσεγγίσεων έχουν γίνει από πολλούς ειδικούς και μη για την πορεία της Χ.Α. Σίγουρα μπορούμε να πούμε πολλά και να εξετάσουμε δεκάδες παράγοντες, όμως το σίγουρο είναι ένα: Μια γενιά που νιώθει προδομένη ή ξεβολεμένη, που έμαθε να μην αγωνίζεται ιδιαίτερα για τις τύχες της και - το πιο δυσάρεστο όλων -  είναι ως επί το πλείστον απαίδευτη, δε θέλει και πολύ να επηρεαστεί και να στραφεί στα άκρα…

Από τις εκλογές λοιπόν, οι παραπάνω ήταν οι δυο κερδισμένοι. Πέραν αυτού, ούτε το πολιτικό τοπίο άλλαξε άρδην όπως διατυμπανίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε επικυρώθηκε η ανοχή του κόσμου απέναντι στην κυβέρνηση, όπως ήλπιζαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Το εκλογικό σώμα, πέραν των εκατέρωθεν «ταλιμπάν», των παντοιοτρόπως κομματικά εξαρτώμενων  και των ανθρώπων του στενού κομματικού σωλήνα, παραμένει μπερδεμένο και δεν ξέρει αν και ποιον πρέπει να εμπιστευτεί. Και σε πολλές περιπτώσεις εκείνους που εμπιστεύεται είναι για να απορεί κανείς… Αποκορύφωμα η επιλογή Μπέου στο Βόλο… Δυστυχώς η κρίση ακόμα δε μας έχει βάλει μυαλό… Σε πάρα πολλούς τομείς…

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

ΕΜΕΙΣ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ; Άρθρο του Θεοδόση Κοριτσίδη



Τα πράγματα δυστυχώς  πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Η χώρα φαίνεται να βγαίνει από το τούνελ – φυσικά με λογιστικά τεχνάσματα για άλλη μια φορά – αλλά το μεγάλο στοίχημα είναι να υπάρχει και λαός μαζί με την χώρα και αυτό φαίνεται ότι δεν είναι εφικτό. Η ανεργία καλπάζει και με μικρά χάπια αντίστασης με πεντάμηνες και οκτάμηνες θέσεις εργασίας για τους ανέργους του + 30% που υπάρχει στην πραγματικότητα  έξω στην κοινωνία, δεν αλλάζει κάτι σε σημαντικό βαθμό. Η υγεία βρίσκεται υπό διάλυση και η παιδεία κάθε χρόνο χάνει και λίγο από την ποιότητα της. 

            Τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικοί φαίνεται ότι ακόμα και σήμερα δεν έχουν αντιληφθεί ή απλά δεν θέλουν να δουν τι γίνεται στην κοινωνία και λαϊκά είναι στον «κόσμο» τους! Στον «κόσμο» μας όμως – και αυτό είναι το χειρότερο – είμαστε και εμείς οι πολίτες.
Φέτος συμπληρώνονται 40 χρόνια από την μεταπολίτευση και την έλευση του σάπιου συστήματος που μας έφερε μέχρι εδώ. Από το 2010, όταν ο τότε πρωθυπουργός  της  χώρας  Γιώργος Παπανδρέου πήγε στο Καστελόριζο και έβαλε την χώρα στην μεγαλύτερη περιπέτεια στην μεταπολεμική ιστορία μας, έχουν περάσει 4 χρόνια με 2 μνημόνια, 3 μεσοπρόθεσμα, με 1 εκατομμύριο ανέργους επιπλέον, με περικοπές στους μισθούς της τάξης του 40%, με απολύσεις στο δημόσιο χωρίς να γίνεται σωστή αξιολόγηση των ατόμων και κυρίως  των αναγκών κάθε υπηρεσίας και μισθοί 300 ευρώ το μήνα στον ιδιωτικό τομέα. Ο ίδιος λαός λοιπόν που φωνάζει και αναρωτιέται που πάμε είναι ο ίδιος που αυτή την στιγμή δίνει ένα 20% στην ΝΔ –που τόσα χρόνια φωνάζει για το μνημόνιο και συνεχίζει την πολιτική Παπανδρέου-, ένα 20% στον ΣΥΡΙΖΑ – ένα νέο ΠΑΣΟΚ του 81, με πολλούς αποτυχημένους  στην σύνθεσή του, ένα 12% στην Χρυσή Αυγή – ένα κόμμα ναζιστών και τραμπούκων που πέρα από το «κλέφτες» δεν έχουν σχέδιο και προτάσεις για κάποιο πρόβλημα - , και ακολουθούν κόμματα όπως οι ΑΝΕΛ, ΠΑΣΟΚ,ΔΗΜΑΡ, κλπ που είναι ένα συνονθύλευμα ανθρώπων που είναι τυχοδιώκτες και γυρολόγοι. Το ΠΑΣΟΚ φυσικά πλέον θυμίζει μπαλαντέρ τράπουλας που «κολλάει» παντού για να σωθεί, τόσο το κόμμα όσο και κάποια πρόσωπα. Πρέπει σε αυτό το σημείο να πω –αν και διαφωνώ εν πολλοίς -  πως το ΚΚΕ είναι το μόνο που είναι σταθερό στην άποψη περί ΕΕ και την έξοδο μας από εκεί αλλά οι περισσότερες απόψεις είναι ακραίες και μη ρεαλιστικές .Όλοι οι υπόλοιποι αλλάζουν θέση για τα πράγματα τόσο γρήγορα που ούτε εκείνοι θυμούνται τι είχαν πει. 

Το πρόβλημα λοιπόν από τα δεδομένα αυτά είναι ότι ο λαός ψάχνει κόμματα και ανθρώπους που υπόσχονται – και ενδόμυχα πιστεύουμε και εμείς – ότι θα μας πάνε στην κατάσταση του 2007-08 που όλοι ήμασταν «καλά». Και αυτό είναι το μεγαλύτερο θέμα για μένα γιατί φαίνεται ότι  για να αποτινάξουμε από πάνω μας  αυτή την κατεστραμμένη νοοτροπία των 40 ετών μάλλον θα πρέπει να περάσουν άλλα τόσα. Συνεχίζουμε να είμαστε ο ένας εναντίον του άλλου γιατί πιστεύουμε πως για όλα φταίνε οι άλλοι και όχι εμείς. Τελευταία πολλοί κάνουν κόμματα και κινήματα για να «τραβήξουν» τον κόσμο κοντά στην πολιτική και τα κοινά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι «58». Το κίνημα αυτό παρουσιάστηκε ως ο σωτήρας του μεσαίου χώρου και του σοσιαλισμού και πραγματικά με έκανε προσωπικά να «σκάσω» από τα γέλια. Με στελέχη πρώην «καμένα χαρτιά» από όλα τα κόμματα και «κρυφό» αρχηγό έναν από τους χειρότερους  πρωθυπουργούς που έχουν περάσει από την χώρα αυτή, τον Κ. Σημίτη, προσπάθησαν να φέρουν κάτι καινούριο με παλιά, φθαρμένα υλικά και τέλος μπροστά στον σταυρό και στην διαφωνία για την καρέκλα διαλύθηκε.  
 
 
Τελευταίος που έκανε μία καινούρια πολιτική κίνηση είναι ο δημοσιογράφος Σταύρος Θεοδωράκης όπου σαν δημοσιογράφος είναι πολύ καλός – κατά την γνώμη μου – αλλά η χρονική στιγμή που κάνει την κίνηση αυτή όπως επίσης και το γεγονός πως εδώ και 4 χρόνια δεν έχει κάνει μία εκπομπή όπου θα λέει πως έχει η κατάσταση και να κάνει μία έρευνα για το πως και ποιοι μας έφεραν ως εδώ, δείχνει αν μη τι άλλο  πως κάτι τον κράταγε πίσω και δεν άγγιζε αυτό το θέμα. Φυσικά και ο καθένας έχει δικαίωμα σε μία τέτοια κίνηση και εννοείται ότι θα περιμένουμε από τις απόψεις αλλά και τις πράξεις του να κριθεί και να δούμε τι τελικά πρεσβεύει. Σημαντικό ρόλο βέβαια θα παίξει και η επιλογή των προσώπων που θα συνθέσουν το «Ποτάμι», το
background τους και η σχέση τους με την παρούσα πολιτική σκηνή. Πριν 1-2 χρόνια πίστευα πως με τους σωστούς ανθρώπους στις σωστές θέσεις θα μπορούσε η κατάσταση να σωθεί και να υπάρξουν αποτελέσματα. Πλέον δυστυχώς έπαψα να το πιστεύω και πρέπει να γίνουν ακραία πράγματα για να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή. 

Τέλος θα ήθελα να θίξω ένα πολύ σημαντικό θέμα το οποίο δεν είναι άλλο από τον «εμφύλιο» και την «επανάσταση» στην Ουκρανία. Χρησιμοποιώ αυτές τις λέξεις όχι φυσικά γιατί ισχύουν αλλά γιατί τα πλήρως κατευθυνόμενα ΜΜΕ μας τα παρουσιάζουν έτσι. Αυτή την στιγμή στην Ουκρανία γίνεται ένα γεωπολιτικό παιχνίδι ανάμεσα σε Δύση – ΗΠΑ  και Ρωσία για το πως θα μοιράσουν την χώρα και φυσικά τον πλούτο της –πετρέλαιο, φυσικό αέριο, γεωργική γη και πλούσιο υπέδαφος – και να εξαφανίσουν κάθε ελεύθερη φωνή. Βλέπουμε ακροδεξιούς ναζιστές πρωθυπουργούς και υπουργούς που απαγορεύουν κάθε άλλη γλώσσα και διάλεκτο εκτός της Ουκρανικής που είναι με την Δύση και ήδη κάλεσαν το ΔΝΤ για βοήθεια – εδώ γελάμε - και από την άλλη μεριά η Ρωσία έχει την Κριμαία και έχει κάνει κατάληψη στα αεροδρόμια, με 250 χιλιάδες στρατιώτες έτοιμους να επέμβουν και τα τανκς σε λειτουργία για παν ενδεχόμενο. Η κατάσταση αυτή είναι μία επανάληψη της ιστορίας διάλυσης χωρών και χειραγώγησης λαών που αφού τους τα δώσουν όλα , στο τέλος όχι μόνο τους τα παίρνουν πίσω αλλά τους πηγαίνουν και 50-60 χρόνια πίσω. 


Κατά την γνώμη μου με μαθηματική ακρίβεια στην ίδια ή σε μία παροιμία κατάσταση οδεύει και η χώρα μας που σιγά - σιγά της παίρνουν ότι πολύτιμο έχει χωρίς να δίνουν σημασία σε αυτό που δίνει ζωή σε μία χώρα, δηλαδή στον λαό. Όσο εμείς θα ανεχόμαστε να είμαστε ο ένας εναντίον του άλλου και να μην βλέπουμε καθαρά και να νοιαζόμαστε μόνοι για τον μικρόκοσμό μας δεν θα αλλάξει κάτι. ΕΜΕΙΣ έχουμε την δύναμη να τα αλλάξουμε όλα....ΑΣ ΤΟ ΠΙΣΤΕΨΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ. 


ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ;

  Ο Κασσελάκης λοιπόν επιβεβαίωσε τα προγνωστικά του πρώτου γύρου και είναι από χθες ο νέος Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Έχουν ειπωθεί πολλά τα οποί...