Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

ΤΙ ΗΤΑΝ ΤΕΛΙΚΑ Ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ;

Πριν λίγες μέρες συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τη δολοφονία του μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και αδιαμφισβήτητα το γεγονός αυτό αποτελεί ακόμα και σήμερα αντικείμενο ακαδημαϊκής μελέτης, καθημερινής συζήτησης και ζήτημα πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι περσινές στιγμές που ζήσαμε όλοι βρίθουν από πολλά και ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Αρχικά, η δολοφονία αυτή καθ’ αυτή έδειξε ότι δυστυχώς υπάρχουν αστυνομικοί οι οποίοι χωρίς ίχνος δισταγμού σηκώνουν ένα όπλο και πυροβολούν αναίτια ένα 15χρονο παιδί. Πρέπει να αποδοθεί πραγματική δικαιοσύνη και ακολούθως να φροντίσει ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη να αναμορφώσει τα κριτήρια με τα οποία φοράει κάποιος τη στολή του αστυνομικού. Ένας άνθρωπος ο οποίος έχει αρκετά ψυχολογικά προβλήματα και επιθετικές τάσεις δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι προστάτης του πολίτη.
Σχετικά με την ‘εξέγερση’ της νεολαίας, γνώμη μου είναι πως υπήρξε μια μεγάλη σε έκταση διαμαρτυρία αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μαζική, και πόσο μάλλον εξέγερση. Από τη μία, η συμμετοχή των νεολαίων δεν ήταν πολυάριθμη και από την άλλη στις ειρηνικές διαδηλώσεις της νεολαίας εισχώρησαν, όπως πάντα άλλωστε, αναρχικοί, αντιεξουσιαστές και γενικά άνθρωποι οι οποίοι πάντοτε βρίσκουν χώρο έκφρασης σε τέτοιου είδους διαδηλώσεις. Η καταστροφή καταστημάτων, αυτοκινήτων και γενικά περιουσιακών στοιχείων των συμπολιτών τους, σίγουρα είναι κατακριτέα από τη συντριπτική πλειονότητα της νεολαίας και εν τέλει αυτή η κατάσταση χάους που επικράτησε, έγινε το επίκεντρο των συζητήσεων και των επικρίσεων και υποσκίασε τα πραγματικά προβλήματα μιας δικαίως διαμαρτυρόμενης και προβληματισμένης νεολαίας. Η έκταση των καταστροφών ήταν πρωτοφανής και ο αριθμός των ατόμων που συμμετείχαν σε αυτές μεγαλύτερος απ’ ότι συνήθως, αλλά το συγκεκριμένο μοντέλο κινητοποίησης παρέπεμπε στις χρόνιες και επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις που ταλανίζουν τη χώρα μας και που διακρίνονται από την ανεμπόδιστη δράση των γνωστών- άγνωστων αντιεξουσιαστών, τη σχετική συμπάθεια με την οποία αντιμετωπίζονται από μια μερίδα ΜΜΕ και την εκμετάλλευση του πανεπιστημιακού ασύλου. Το θέμα του ασύλου, διαρκώς συζητείται και διαρκώς αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης από κάθε είδους αντιεξουσιαστή. Ζούμε σε μια δημοκρατία, με τα όποια ελαττώματα της, και η ελεύθερη διακίνηση ιδεών είναι κατοχυρωμένη. Το άσυλο δεν πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί καταφύγιο των ταραξιών και αυτό είναι ένα καυτό θέμα το οποίο καλείται να ανοίξει η κυβέρνηση.
Όσον αφορά τα πραγματικά αιτήματα τα οποία πρόταξε, ή για να είμαστε ακριβής έπρεπε να προτάξει, η περσινή διαμαρτυρία των νέων, πρέπει ν’ αποτελέσουν αντικείμενο πολιτικής πρακτικής από την κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, οι νέοι σήμερα, αλλά και πέρσι και πρόπερσι και του χρόνου, νιώθουν την ανασφάλεια να μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η διαρκώς αυξανόμενη ανεργία, η ελλειμματική παιδεία, τα 500 Ευρώ το μήνα, η κυριαρχία της παραπαιδείας και της στείρας αποστήθισης, η πολιτική διαφθορά, τα κάθε είδους σκάνδαλα που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, η μη ισότητα των ευκαιριών, η αίσθηση ότι οι προβληματισμοί τους παραμένουν αναπάντητοι αποτελούν παράγοντες που βάζουν φρένο στα όνειρα και τη φαντασία των νέων ανθρώπων. Όταν αυτοί οι νέοι καταλάβουν ότι οι παραπάνω παράγοντες αποτελούν τροχοπέδι για το μέλλον τους, τότε υπάρχει περίπτωση αυθόρμητα να δράσουν συνολικά και τότε το βέβαιο είναι ότι θα μιλάμε για μια πραγματική μαζική εξέγερση η οποία θα έχει αποτελέσματα και δεν θα είναι μια απλή ημέρα μνήμης όπως ήταν η φετινή. Τα περσινά Δεκεμβριανά δεν αποτέλεσαν σε καμία περίπτωση κίνημα. Δεν υπήρξαν συγκεκριμένα αιτήματα, οι συλλογικές δράσεις ήταν πολύ περιορισμένος, δεν υπήρχε ουσιαστική οργανωτική δομή και τελικά ένα χρόνο μετά μπορούμε να πούμε ότι δεν επετεύχθη κάποιος στόχος. Το θετικό είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των νέων αντιλήφθηκαν τα κοινά τους προβλήματα, τη μίζερη καθημερινότητά τους και ότι από την πολυθρόνα του internet cafe δεν μπορεί να γεννηθεί ένα κοινωνικό κίνημα. Οι βάσεις ενδεχομένως να μπήκαν πέρσι αλλά ο χρόνος θα δείξει κατά πόσο μπορεί αυτή η κοινωνική διεργασία να έχει συνέχεια και συνέπια.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΣΑΜΑΡΑ

Πριν εξαχθούν κάποια συμπεράσματα για την πρόσφατη εκλογή του κ. Αντώνη Σαμαρά στη θέση του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, αξίζει να αναφερθεί ότι από μόνη της η εκλογή Προέδρου από τη βάση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι κάτι πρωτόγνωρο, δεδομένου ότι η ΝΔ είναι το μοναδικό ευρωπαϊκό συντηρητικό κόμμα που ακολούθησε αυτή την ανοιχτή διαδικασία. Η εκλογή νέου προέδρου ήταν αποτέλεσμα της δυναμικής που έδωσε η βάση του κόμματος, δυναμική η οποία επέβαλε την αλλαγή του τρόπου εκλογής. Η μαζική συμμετοχή 770.000 περίπου μελών είναι κάτι αξιοσημείωτο και υπερέβη κατά πολύ τις προεκλογικές εκτιμήσεις οι οποίες έκαναν λόγο για 400.000 εκλογείς. Αυτή η κινητοποίηση, η οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό ήταν αυθόρμητη, ουσιαστικά ακύρωσε την όποια επιρροή των μηχανισμών. Το γεγονός ότι η ψήφος των νεοδημοκρατών κινήθηκε έξω από τους μηχανισμούς των βουλευτών, φάνηκε κραυγαλέα στη Β’ Αθηνών, όπου από τους 12 βουλευτές της ΝΔ, οι 9 (τουλάχιστον) στήριζαν την κ. Ντόρα Μπακογιάννη. Παρόλα αυτά ο Σαμαράς έλαβε ποσοστό της τάξης του 60%.
Η εκλογή Σαμαρά, εξέφρασε όπως δείχνει και η κάλπη, την επιθυμία των ψηφοφόρων της ΝΔ για ανοιχτή και συμμετοχική λειτουργία του κόμματος. Οι ίδιοι ψηφοφόροι χρέωσαν στη Ντόρα Μπακογιάννη λογικές παρέας και πρακτικές μηχανισμών. Επίσης, οι ψηφοφόροι φαίνεται πως χρέωσαν (και) στην Μπακογιάννη την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες την 4η Οκτωβρίου. Η τέως Υπουργός Εξωτερικών ήταν ένας από τους πλέον έμπιστους συνεργάτες και συνομιλητές του πρώην Πρωθυπουργού. Με λίγα λόγια, στα μάτια των ψηφοφόρων έχει ταυτιστεί ως ένας γνήσιος εκφραστής του συστήματος Καραμανλή, με ότι αυτό συνεπάγεται. Άρα, η επιμονή της κ. Μπακογιάννη να υπερασπίζεται στον ύψιστο βαθμό την κεντρώα, νεοφιλελεύθερη ιδεολογία , η οποία αποτέλεσε την ‘ναυαρχίδα’ της διακυβέρνησης Καραμανλή, αποδείχθηκε μεγάλο σφάλμα. Και αυτό διότι, πρόκειται για μια εξατμισμένη, ξεθωριασμένη ιδεολογία. Αντιθέτως, ο νέος Πρόεδρος της ΝΔ, επένδυσε σε μια ρητορική επανίδρυση του ιστορικού χώρου της παραδοσιακής Δεξιάς. Ο Αντώνης Σαμαράς προσέδωσε στην εκστρατεία του πολιτικά χαρακτηριστικά σε αντίθεση με το απολίτικο, πολυσυλλεκτικό στίγμα που εξέπεμψε η Ντόρα Μπακογιάννη. Οι πολίτες με την επιλογή που έκαναν, έδειξαν ότι απαιτούν από τα πολιτικά κόμματα να ξαναγίνουν φορείς διακριτών πολιτικών προγραμμάτων και προτεραιοτήτων και όχι να ψαρεύουν στα θολά νερά του ‘μεσαίου χώρου’.
Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο της προεκλογικής αναμέτρησης έχει να κάνει με την περιβόητη πια εκλογή από τη βάση. Εξ’ αρχής, την πρόταση για εκλογή από τη βάση την είχε κάνει ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, προτού αποσύρει την υποψηφιότητά του και στηρίξει Σαμαρά. Άμεσα οι Σαμαράς, Ψωμιάδης αποδέχτηκαν την πρόταση. Μόνο η κ. Μπακογιάννη άργησε να πάρει θέση, αν και η ίδια είχε κάνει την ίδια πρόταση το ’96. Όταν τελικά το αποδέχτηκε, μην μπορώντας να κάνει διαφορετικά, ο μέσος μη ταυτισμένος ψηφοφόρος της ΝΔ, θεώρησε ότι περισσότερο σύρθηκε η κ. Μπακογιάννη στην αποδοχή της πρότασης αυτής παρά το πίστευε. Αν μη τι άλλο, σε μια περίοδο που οι πολιτικοί έχουν χάσει αρκετά μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας και του κύρους, οι πολίτες δεν θέλουν να προκαλούνται. Πρόκληση και ένδειξη αλαζονείας αποτέλεσε η δημοσιοποίηση εκ μέρους της κ. Μπακογιάννη 1.000 υπογραφών στήριξης προς το πρόσωπό της. Οι κάτοχοι των υπογραφών ήταν βουλευτές και παράγοντες της ΝΔ και οι ψηφοφόροι θεώρησαν πως με αυτή την κίνηση υπεροχής, ένα συνέδριο προσχεδιασμένο φαινόταν στον ορίζοντα.
Ο Αντώνης Σαμαράς εξέφρασε το αίτημα αλλαγής νοοτροπίας και ανανέωσης της ΝΔ. Αυτό το υποστήριξε με πάθος, με σωστό ύφος και με ανεπιτήδευτο λόγο. Μετά από 11 χρόνια πολιτικής απομόνωσης φαινόταν πιο ώριμος και πιο τολμηρός. Από την αρχή απευθύνθηκε στους πληγωμένους ψηφοφόρους της ΝΔ και ταυτίστηκε με κάτι καινούριο το οποίο θα άφηνε πίσω ό,τι πλήγωσε τη συντηρητική παράταξη. Από την άλλη, η Ντόρα Μπακογιάννη επένδυσε στην πολιτική και βιολογική καταγωγή της και πίστευε ότι επειδή παρουσιαζόταν ως το ‘νούμερο 2’ της ΝΔ, θα ήταν κατ’ ανάγκη και η Πρόεδρος. Υποστήριξε εξ’ αρχής ότι ποτέ δεν εγκατέλειψε το κόμμα, θέλοντας βεβαίως έτσι να στοχοποιήσει τους Σαμαρά, Αβραμόπουλο. Αυτές όμως οι λογικές φαίνεται ότι δεν συγκινούν πλέον τους ψηφοφόρους. Εν κατακλείδι, η κ. Μπακογιάννη υποτίμησε το γεγονός ότι η πολιτική είναι ένας μαραθώνιος όπου απαιτούνται μεγάλες αντοχές και όχι ένα απλό κατοστάρι της μιας ανάσας.

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

ΘΑ ΣΗΚΩΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ;

Στον Πρωθυπουργό του Βελγίου, Χέρμαν βαν Ρόμπαϊ, και στη βαρόνη Άστον του Απχόλαντ, κοινοτική επίτροπο της Βρετανίας σε θέματα εμπορίου, κατέληξαν οι ηγέτες των ‘’27’’ της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις θέσεις του Προέδρου και υπουργού Εξωτερικών, αντιστοίχως. Μπορεί οι ‘’27’’ να έφυγαν ευχαριστημένοι από τις Βρυξέλλες μετά τη συνεδρίαση, αλλά κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η Ευρώπη βγήκε κερδισμένη από αυτή τη διαδικασία. Ειδικότερα, όσον αφορά τη θέση του υπουργού Εξωτερικών, ή αλλιώς Ύπατος εκπρόσωπος της Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας όπως αναφέρεται στη συνθήκη της Λισαβόνας, ανάμεσα σε πολύ γνωστά ονόματα (Μάσιμο Ντ’ Αλέμα, Ντέιβιντ Μίλιμπαντ), τα οποία θα έδιναν σαφώς διαφορετική αίγλη στη θέση, επιλέχθηκε ένα παντελώς άγνωστο πρόσωπο με διπλωματική απειρία. Επίσης, ο Χέρμαν βαν Ρόμπαϊ, δεν έχει κλείσει καν χρόνο στην πρωθυπουργία της χώρας του και ακόμα και από τους ίδιους τους υποστηρικτές του θεωρείται μη χαρισματικός.
Η επιλογή των προσώπων θέτει από μόνη της θέμα διαδικασίας. Η Ευρώπη ακολούθησε το γνωστό δρόμο του παρασκηνίου και της διατήρησης των ισορροπιών. Και στο σημείο αυτό, το οξύμωρο είναι ότι ενώ στόχος της συνθήκης της Λισαβόνας είναι να κάνει πιο δημοκρατική, πιο διαφανή και πιο αποτελεσματική την Ευρώπη και να φέρει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς πιο κοντά στον πολίτη, η επιλογή αυτών των δυο προσώπων μόνο δημοκρατική δεν ήταν, και μόνο η πρώην Πρόεδρος της Λετονίας Βάιρα Βίκε Φράιμπεργκα δήλωσε την υποψηφιότητά της με όραμα και πρόγραμμα. Το αποτέλεσμα αυτού του ‘ορισμού’ των δυο Ευρώ- αντιπροσώπων, συνεπικουρούμενων από τον Πρόεδρο της Κομισιόν Μπαρόζο, έχει ως συνέπεια αυτό το τρίο που δημιουργείται να μην μπορεί να σταθεί με αξιώσεις απέναντι στον Μπαράκ Ομπάμα, τον Βλάντιμιρ Πούτιν ή τον Χου Ζιντάο και τον Λούλα. Δεν είναι λοιπόν παράλογο που σύσσωμος ο ευρωπαϊκός τύπος στιγμάτισε τις επιλογές των ‘’27’’, και μάλιστα με ιδιαίτερα επικριτικές εκφράσεις: ‘’Μια ακόμα χαμένη ευκαιρία’’, ‘’η ήπειρος απομακρύνεται από το τραπέζι των μεγάλων’’, ‘’δυο άχρωμα πρόσωπα χαμηλού προφίλ’’ κτλ.
Εξαρχής, ο συμβιβασμός ήταν ιδιαίτερα δύσκολος. Ο πρόεδρος έπρεπε να είναι Χριστιανοδημοκράτης, ο υπουργός εξωτερικών έπρεπε να είναι Σοσιαλδημοκράτης, και ένας εκ των δυο έπρεπε να είναι γυναίκα. Επίσης, ο υπουργός, ο οποίος είναι ταυτόχρονα και αντιπρόεδρος της Κομισιόν δεν ‘έπρεπε’ σε καμία περίπτωση να επισκιάζει τον ‘διάσημο’ και πανίσχυρο Μπαρόζο. Ο δε πρόεδρος, έπρεπε να ήταν χαμηλών τόνων ώστε να μην μπορεί να σηκώσει κεφάλι στους μεγάλους της Ευρώπης. Επίσης, το σημαντικότερο απ’ όλα, είναι ότι ένας εκ των δυο έπρεπε να χαίρει της εκτίμησης του γαλλογερμανικού άξονα, και ο άλλος να προέρχεται από την ‘αυτόνομη’ Βρετανία, η οποία αν και δεν βρίσκεται στο στενό πυρήνα των υποστηρικτών της Ε.Ε, διατηρεί πάντα προνομιακές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς πως οι επιλογές των δυο προσώπων ήταν ‘άχρωμες’ , διότι προφανώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν ήθελαν να επιλέξουν ισχυρές προσωπικότητες αλλά πρόσωπα τα οποία θα μπορούσαν να διασφαλίσουν τις ισορροπίες στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προτιμήθηκε λοιπόν η συναίνεση και όχι η πραγματική ισχυροποίηση της Ευρώπης. Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι από τη γέννησή της, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρούσε πάντα με μικρά βήματα και μεγάλους συμβιβασμούς.
Ο Χένρι Κίσινγκερ είχε θέσει πριν από 30 περίπου χρόνια ένα ερώτημα το οποίο είναι πολύ επίκαιρο σήμερα: ‘’Όταν θέλω να μιλήσω με την Ευρώπη, ποιον θα παίρνω τηλέφωνο;’’. Αν μη τι άλλο, η απάντηση εξαρτάται άμεσα από τις κινήσεις του νέου προέδρου και υπουργού εξωτερικών της Ε.Ε. Η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία είναι υπεύθυνη για τη θέσπιση των δύο νέων θέσεων, είναι εξαιρετικά ασαφής ως προς τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες που τους εκχωρούνται. Η μόνη συγκεκριμένη αρμοδιότητα του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι να προεδρεύει των συμβουλίων και των συνόδων κορυφής. Εκτός από αυτό, γίνονται κάποιες αόριστες αναφορές στο καθήκον του να προωθεί τη συνεννόηση και τη συμφωνία και να εκπροσωπεί την Ε.Ε στη διεθνή σκηνή. Είναι αμφίβολο όμως, αν θα σχηματίσει κάποιος τον αριθμό του ‘’τηλεφώνου’’ της Ε.Ε αν πρόκειται για κάποιο ιδιαίτερα σοβαρό θέμα. Το πιθανότερο είναι να προτιμήσει να συνομιλήσει ξανά με το Λονδίνο, το Παρίσι ή το Βερολίνο.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ Ε.Ε

Ένα από τα κρίσιμα ζητήματα που παραμένουν διαχρονικά στην επιφάνεια είναι η ενδεχόμενη ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκτός της αμερικάνικης βοήθειας, ορατή είναι η ‘αγγλική φροντίδα’ προς την Τουρκία, η οποία είχε φανεί όταν η γείτονα χώρα πήρε το ‘πράσινο φως’ για έναρξη των διαπραγματεύσεων στις 3 Οκτωβρίου του 2005 δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο η Βρετανία θα ασκούσε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σίγουρα οι απόψεις για αυτό το φλέγον ζήτημα διίσταται αλλά υπάρχουν κάποια στοιχεία που είναι κοινώς αποδεκτά από τους υποστηρικτές αλλά και τους πολέμιους της Τούρκικης ένταξης. Όσον αφορά τη γεωγραφία, η Τουρκία βρίσκεται με το ένα πόδι στην Ευρώπη, αλλά το 95% του εδάφους της βρίσκεται στην Ασία. Ιστορικά, πολλές ευρωπαϊκές χώρες κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα έχουν υποφέρει από τον Οθωμανικό ζυγό αν και ο πρόγονος της σύγχρονης Τουρκίας ήταν μια Ευρωπαϊκή δύναμη που εκτεινόταν ως τη Βιέννη. Η Τουρκία θα φέρει στην Ένωση το δυναμισμό του πληθυσμού της, που ήδη διαθέτει ισχυρή παρουσία σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Με την ένταξή της θα αποδειχθεί η ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εντάξει τις μουσουλμανικές κοινότητες που βρίσκονται ήδη στα εδάφη της καθώς και να προστατεύσει όλους εμάς τους Ευρωπαίους πολίτες από τον κίνδυνο προσχώρησης της Τουρκίας στο στρατόπεδο των ισλαμιστικών κρατών.

Για να πούμε ναι στην ένταξη της Τουρκίας πρέπει πρώτα να τηρήσει από μέρους της κάποιες προϋποθέσεις. Αρχικά, οφείλει να αναγνωρίσει τη Δημοκρατία της Κύπρου καθώς και τη γενοκτονία των Αρμενίων που έγινε το 1915. Η παραδοχή της ύπαρξης όλων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και η αναγνώριση της ιστορικής αλήθειας, όσο προσβλητική και αν είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το ελάχιστο που μπορεί κανείς να απαιτεί από μια υποψήφια προς ένταξη χώρα. Σίγουρα πρέπει να γίνουν μεγάλες προσπάθειες για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και για την ισότητα αντρών και γυναικών με ιδιαίτερο βάρος να δίνεται στο σεβασμό του ασθενούς φύλου. Η αλήθεια είναι ότι έχουν γίνει αξιοσέβαστες προσπάθειες από την Άγκυρα τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν αρκούν, διότι ας μην ξεχνάμε ότι περίπου το 20% των εκκρεμών υποθέσεων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αφορά την Τουρκία. Επίσης, θα ήταν μοιραίο λάθος για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αν η Τουρκία, όταν ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θελήσει να εξαργυρώσει τη μεγάλη διπλωματική, και όχι μόνο, βοήθεια που της προσέφεραν απλόχερα η Αγγλία και η Αμερική. Αυτό θα μετατρέψει την Ευρώπη σε ένα συνεχώς εξαπλωμένο εργοστάσιο με ασαφή σύνορα και για το μόνο που θα νοιάζεται θα είναι πως θα υπηρετεί την Αμερική και τα συμφέροντά της.

Γνώμη μου είναι πως σύντομα η Τουρκία θα ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι η Ιστορία μας έχει δείξει ότι εδώ και 30 χρόνια κανένα υποψήφιο προς ένταξη κράτος δεν απορρίφθηκε από την Ένωση. Ο όρος ‘ενταξιακές διαπραγματεύσεις’ ουσιαστικά δεν έχει καμία απολύτως ισχύ αλλά πρόκειται για μια μακρά συμμόρφωση της υποψήφιας προς ένταξη χώρας με τους κοινοτικούς κανόνες δικαίου και από τη στιγμή που λαμβάνεται η αρχική απόφαση, η υποψήφια χώρα αργά ή γρήγορα καταλήγει να ικανοποιεί τους προκαθορισμένους όρους.

Κλείνοντας, πιστεύω πως αν οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν επιτευχθούν, θα είναι μεγάλο λάθος η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση διότι θα δώσει, και δικαίως, το δικαίωμα και στα υπόλοιπα μουσουλμανικά κράτη να ζητήσουν τη σταδιακή ένταξή τους στην Ένωση και θα οδηγηθούμε όπως είπα και παραπάνω σε μια Ευρώπη με ασαφή σύνορα και χωρίς πλαίσιο κοινοτικών κανόνων και ρυθμίσεων. Τότε το σπουδαίο ευρωπαϊκό οικοδόμημα που όλοι οι Ευρωπαίοι έχουν οραματιστεί δεν θα είναι παρά ένα όνειρο θερινής νυκτός. Στην περίπτωση που η Τουρκία συμμορφωθεί και τηρήσει τις παραπάνω προϋποθέσεις, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο κατ εμέ, κανένας πλέον δεν θα μπορεί να αρνηθεί την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η τελευταία θα είναι αυτή που θα βγει κερδισμένη και ενισχυμένη από μια διεύρυνση προς μια μεγάλη (πληθυσμιακά και εδαφικά) χώρα όπως η Τουρκία.

Ενθαρρυντικό γεγονός αποτελεί η δυσπιστία με την οποία βλέπει ο νέος Πρόεδρος της Ε.Ε Βον Ρομπάι την ένταξη της Τουρκίας. Ίδωμεν..

ΦΙΛΟΔΟΞΟΣ ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Πριν λίγες μέρες ο Υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου παρουσίασε το προσχέδιο του προϋπολογισμού στο Υπουργικό Συμβούλιο. Ο υπουργός Οικονομικών, παρουσιάζοντας τις βασικές αρχές του προσχεδίου του προϋπολογισμού, είπε ότι είναι ένας μεταβατικός προϋπολογισμός, που συντάχθηκε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και σε συνεργασία με όλους τους υπουργούς. Υλοποιεί, πρόσθεσε, τις δεσμεύσεις του ΠΑΣΟΚ, στηρίζει τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις και πρόκειται για το πρώτο σοβαρό νοικοκύρεμα των Οικονομικών, μέσα σε καιρό δυσμενών συνθηκών για την οικονομία της χώρας.

Η αλήθεια είναι ότι για πρώτη φορά, ο προϋπολογισμός θα προβλέπει απόλυτη μείωση των δαπανών και όχι απλώς περιορισμό της αύξησής τους. Με το νέο προϋπολογισμό μειώνονται οι καταναλωτικές δαπάνες του δημοσίου και οι επιχορηγήσεις φορέων, καταργείται η απόσυρση, και μειώνονται οι εξοπλιστικές δαπάνες. Αναλυτικά, οι δαπάνες εκτός τόκων θα μειωθούν κατά 1,6 δισ. ευρώ, οι δαπάνες για εξοπλισμούς κατά 500 εκατ. ευρώ, τα χρέη των νοσοκομείων θα περιοριστούν κατά 1,4 δισ. ευρώ, οι καταναλωτικές δαπάνες του δημοσίου θα είναι μειωμένες κατά 24%, ενώ η κατάργηση της απόσυρσης θα οδηγήσει σε εξοικονομήσεις 400 εκατ. ευρώ. Επίσης, ενισχύονται οι ασθενέστερες οικονομικά τάξεις, αυξάνονται οι πόροι για την Παιδεία κατά 1 δισ. ευρώ, προβλέπονται οι πιστώσεις για την πρόσληψη 3.000 στο ΕΣΥ, αυξάνονται τα επιδόματα ανεργίας, αυξάνεται το πρόγραμμα των δημόσιων επενδύσεων στο 4% του ΑΕΠ και επιδοτούνται οι ασφαλιστικές εισφορές των νέων. Ακόμα, προβλέπεται αύξηση 1,5% σε μισθούς και συντάξεις μέσω της εισοδηματικής πολιτικής, αύξηση των αγροτικών συντάξεων κατά 30 ευρώ από την 1η Οκτωβρίου και κατά 20 ευρώ από τα μέσα του 2010, αύξηση της επιστροφής του ΦΠΑ των αγροτών από το 7% στο 11%, κτλ.

Στον αντίποδα, η αύξηση των εσόδων θα προέλθει, κατά 1,2 δισ. ευρώ από την πάταξη της φοροδιαφυγής και την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών, κατά 1,5 δισ. ευρώ από τις αλλαγές στη φορολογία εισοδήματος ακινήτων και την αύξηση των εμμέσων φόρων (ανακοινώθηκε αύξηση ειδικών φόρων κατανάλωσης σε τσιγάρα και ποτά με απόδοση 250 εκατ. ευρώ), ενώ 1 δισ. ευρώ θα αποδώσουν οι έκτακτες εισφορές κοινωνικής ευθύνης. Η αναπροσαρμογή των φόρων σε ποτά και τσιγάρα θα είναι της τάξης του 10%, ενώ δεν έχει ακόμη αποφασιστεί η αύξηση του φόρου στο πετρέλαιο η οποία είναι υποχρεωτική από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ένα καινοτόμο χαρακτηριστικό του νέου προϋπολογισμού, αφορά τη ‘μεταφορά’ περικοπών από κάποιους κλάδους σε ενίσχυση άλλων. Για παράδειγμα, το ποσό που εξοικονομείται από την κατάργηση του μέτρου της απόσυρσης θα χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση των πόρων για την Παιδεία, το ποσό από τη μείωση των εξοπλιστικών δαπανών θα κατευθυνθεί για την επιδότηση ασφαλιστικών εισφορών νέων και την αύξηση των αγροτικών συντάξεων, η αύξηση του ΕΦΚ σε τσιγάρα-ποτά θα χρησιμοποιηθεί για την πρόσληψη 3.000 νοσηλευτών στα νοσοκομεία (70 εκ.) και την αύξηση της επιστροφής ΦΠΑ στους αγρότες (150 εκ.).

Ο νέος προϋπολογισμός προβλέπει ότι, το 2010, το έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 9,4% του ΑΕΠ, στόχος ο οποίος είναι αρκετά φιλόδοξος, αν ληφθεί υπόψη η πρόβλεψη που έχει κάνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ανεβάζει το δημοσιονομικό άνοιγμα του επομένου έτους στα επίπεδα του 2009. Η επιτυχία των στόχων του προϋπολογισμού προϋποθέτει τη δημιουργία μηχανισμών, οι οποίοι θα συνδράμουν στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η οποία έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ανακοινώθηκαν πριν από λίγες ημέρες. Ο δρόμος προς την κατεύθυνση αυτή είναι δύσκολος, καθώς τα εμπόδια είναι πολλά και προέρχονται από τις κατεστημένες νοοτροπίες που αναπτύχθηκαν μετά τη μεταπολίτευση και έχουν, κατά το κοινώς λεγόμενο, «ριζώσει» στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Η εξοικονόμηση πόρων 7,8 δισ. ευρώ, που προσδοκά για τον επόμενο χρόνο η κυβέρνηση, είτε προέρχεται από τις δαπάνες είτε από τα έσοδα, είναι υψηλό ποσό. Θα χρειαστεί πολύ μεγάλη προσπάθεια απ' όλους τους συντελεστές της οικονομικής πορείας της χώρας. Από την άλλη, τα μέτρα που συνοδεύουν τον προϋπολογισμό θα οδηγήσουν σε μείωση του ελλείμματος, όχι όμως στα προβλεπόμενα επίπεδα. Το στοίχημα της κυβέρνησης είναι σημαντικό. Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από την αποφασιστικότητα και το ρεαλισμό που θα επιδείξει.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

ΕΡΜΗΝΙΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

Με αφορμή την επικείμενη εκλογή Προέδρου στη Νέα Δημοκρατία, άρχισε μια ενδιαφέρουσα πολιτική συζήτηση σχετικά με την έννοια του Φιλελευθερισμού, η οποία αποτελεί μια πολιτική ιδεολογία της οποίας η ερμηνεία πολλές φορές ιστορικά έχει τροποποιηθεί. Αναμφίβολα, πρόκειται για μια λέξη η οποία έχει ‘ταλαιπωρηθεί’ αρκετά από τη γέννηση της, η οποία χρονολογείται τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης. Τότε η έννοια αυτή, εξέφραζε κάτι εντελώς καινούριο, το οποίο ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα συντηρητικά αντανακλαστικά. Η έννοια της ελευθερίας του ατόμου, της δημοκρατίας, της συμμετοχής, της ελεύθερης βούλησης και του σεβασμού της ιδιοκτησίας κυριαρχούσαν στην καρδιά της ιδεολογίας του φιλελευθερισμού.

Στις αρχές όμως του 20ου αιώνα, εξαιτίας των ιδεολογικών ζυμώσεων που ακολούθησαν τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο και την ύφεση της δεκαετίας του 1930, το στρατόπεδο των φιλελευθέρων διασπάστηκε. Η κυρίαρχη τάση των φιλελευθέρων στον αγγλοσαξονικό χώρο άρχισε να διαχωρίζει τον πολιτικό από τον οικονομικό φιλελευθερισμό, δίνοντας έμφαση κυρίως στον πρώτο. Επηρεασμένοι από την οικονομική θεωρία του Keynes (ο οποίος θεωρούσε πάντα τον εαυτό του φιλελεύθερο) οι φιλελεύθεροι άρχισαν να έχουν αμφιβολίες για τη δυνατότητα της αγοράς να υλοποιεί τις επιλογές των ατόμων. Θεωρούσαν πως ο κρατικός παρεμβατισμός αποτελεί ένα αναγκαίο κακό που παρά το κόστος του (περιορισμός των επιλογών) μπορεί να εξασφαλίσει την προστασία των ατόμων και τελικά την ευημερία τους. Εφόσον οι φιλελεύθεροι ενδιαφέρονταν για το άτομο, δεν υπήρχε λόγος να παραμείνουν δογματικά προσκολλημένοι στην αγορά. Βέβαια, υπήρξε μια μικρή μερίδα διανοουμένων (κυρίως στις Η.Π.Α.) που όχι μόνο δεν ακολούθησε την κυρίαρχη τάση αλλά βαθμιαία ριζοσπαστικοποιήθηκε περισσότερο, αρνούμενη να αποδεχτεί οποιαδήποτε παρέμβαση στην οικονομική ή κοινωνική ζωή.

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια της ευημερίας και της ταχύτατης οικονομικής ανάπτυξης, ο λεγόμενος «εξισωτικός φιλελευθερισμός» (egalitarian liberalism), δηλαδή η κυρίαρχη τάση των liberals κυριάρχησε πλήρως. Οι πολιτικοί τους στόχοι ήταν δύο: η προστασία των πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων (κυρίως των μειονοτήτων και των ασθενών πληθυσμιακών ομάδων) και η δόμηση του κράτους προνοίας. Οι εξελίξεις αυτές συνοδεύτηκαν από παράλληλες εξελίξεις στην κυρίαρχη ιδεολογία στις Η.Π.Α. Η πλήρης επικράτηση της κλασσικής φιλελεύθερης οικονομικής σχολής του Σικάγου (εννέα Νόμπελ οικονομικών μέσα σε δύο δεκαετίες) στον ακαδημαϊκό χώρο, η αποτυχία του κράτους προνοίας και του κεϋνσιανού μοντέλου και στη συνέχεια η κατάρρευση των σοσιαλιστικών οικονομιών δημιούργησε ιδιαίτερα φιλικές συνθήκες για τις ιδέες των libertarians. Όμως η στροφή ήταν καταρχήν πραγματιστική και δευτερευόντως ιδεολογική.

Στις μέρες μας, δυο είναι οι κυρίαρχες ερμηνείες του Φιλελευθερισμού. Από τη μια είναι ο κοινωνικός φιλελευθερισμός, ο οποίος έχει ταυτισθεί στην Ευρώπη με την υπεράσπιση όλων των ατομικών δικαιωμάτων που δεν ανήκουν στην οικονομική σφαίρα (Χωρισμός κράτους – εκκλησίας, αποποινικοποίηση της χρήσης των τοξικοεξαρτητικών ουσιών, αναγνώριση όλων των δικαιωμάτων στα ζευγάρια του ίδιου φύλου κ.α.). Από την άλλη βρίσκεται ο οικονομικός φιλελευθερισμός ο οποίος εννοείται με μείωση του κρατισμού, περιορισμό των παρεμβάσεων του κράτους στην οικονομία και απελευθέρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας από την γραφειοκρατία και τις ασφυκτικές διοικητικές ρυθμίσεις. Συνοψίζεται συνήθως στη φράση "laissez faire - laissez passer", που θεωρείται το βασικό σύνθημα του ελεύθερου εμπορίου. Για τους υποστηρικτές του κοινωνικού φιλελευθερισμού, εχθρός είναι το παρεμβατικό κράτος, το οποίο θεωρούν την πηγή του κακού για την καταπάτηση των ατομικών δικαιωμάτων. Από την άλλη πλευρά, οι οπαδοί του αμερικανικού φιλελευθερισμού θεωρούν αναντικατάστατες τις μεγάλες κρατικές δαπάνες, διατεινόμενοι ότι παίζουν αναδιανεμητικό ρόλο υπέρ των πιο αδύναμων οικονομικά ομάδων και μειονοτήτων. Με αυτήν την έννοια ο αμερικανικός φιλελευθερισμός είναι πιο κοντά στις απόψεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, ενώ ο ευρωπαϊκός φιλελευθερισμός είναι καθαρός οπαδός της ελεύθερης αγοράς και κοινωνίας. Η διαφορά αυτή οφείλεται στις αιτίες που για κάθε ρεύμα περιορίζουν την ελευθερία του ατόμου. Για τον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό εχθρός της ελευθερίας είναι το κράτος, το οποίο περιορίζει την επιχειρηματική δραστηριότητα. Για τον αμερικανικό φιλελευθερισμό η ελευθερία του ατόμου δεν απειλείται από το κράτος, αλλά από τα μονοπώλια και την οικονομική ανισότητα. Όπως γίνεται αντιληπτό, ο Φιλελευθερισμός είναι μια ιδεολογία που καλώς ή κακώς έχει κυριαρχήσει στην πολιτική σκέψη και δεν είναι εύκολο να πει κάποιος με σαφήνεια ότι μπορεί να υπάρχει ένα κόμμα, ή πολύ περισσότερο ένας πολιτικός αρχηγός που να την εκφράζει πλήρως και αποκλειστικά.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- ΚΡΑΤΟΥΣ

Ιστορικά, το θέμα του διαχωρισμού εκκλησίας-κράτους έχει διχάσει τον πολιτικό-και όχι μόνο- κόσμο. Η πρόσφατη εκκλησιαστική κρίση, απότοκος των αποκαλύψεων για την υπόθεση Γιοσάκη, την εμπλοκή ιεραρχών σε παράνομες πράξεις, και κυρίως το Βατοπέδι, προκάλεσε σχετική και αναμενόμενη ψυχρότητα στις σχέσεις εκκλησίας και πολιτών. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το 65% των πολιτών επιθυμεί τον άμεσο διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους. Αυτό πιθανόν να φανερώνει ότι η εκκλησία ασχολείται με ποικίλα άλλα πράγματα εκτός του πνευματικού της έργου. Αντί να αναζητήσει τους λόγους που οδηγούν σε τέτοιου είδους προτάσεις, αρνείται οποιαδήποτε συζήτηση και προκαλεί φοβίες για δήθεν καταδίωξή της, βλέποντας παντού φαντάσματα και εχθρούς της ορθοδοξίας.

Χωρισμός δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση αφανισμός της εκκλησίας. Αντιθέτως, η εκκλησία θα ελευθερωθεί από τα κρατικά δεκανίκια και θα είναι πράγματι ζώσα πνευματική δύναμη. Κανένας δεν αμφιβάλλει ότι η εκκλησία σε πολύ δύσκολες στιγμές για το ελληνικό κράτος το βοήθησε ώστε να βγει από το αδιέξοδο και εξύψωσε τον ελληνισμό. Το καλύτερο όμως θα ήταν να λειτουργήσει αυτόνομα, βασιζόμενη στις οδηγίες των ιερών βιβλίων και στις αποφάσεις των συγκλήτων. Θα πρέπει να πάψει ο κλήρος να απαρτίζεται από δημόσιους υπάλληλους, οι οποίοι αμείβονται από το υστέρημα του Έλληνα φορολογούμενου πολίτη. Καιρός είναι να αναλάβει η ίδια η εκκλησία την πληρωμή του κλήρου, αναλογιζόμενη την τεράστια περιουσία που διαθέτει. Η στέρηση οικονομικών πόρων θα έχει εύλογα αποτελέσματα μιας και θα μείνουν στο χώρο της εκκλησίας αληθινοί χριστιανοί που διψούν για πραγματικό πνευματικό έργο. Η φορολόγηση της εκκλησιαστικής παρουσίας είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία.

Το μάθημα των θρησκευτικών θα πρέπει να αλλάξει περιεχόμενο και να διδάσκει στους μαθητές την ιστορία των θρησκειών, ταυτόχρονα με την χριστιανική θρησκεία. Τα παιδιά δεν πρέπει να φανατίζονται έναντι άλλων θρησκειών. Πολλοί είναι οι συνάνθρωποι μας που υποστηρίζουν ότι έχουν το δικαίωμα ως Έλληνες και Ευρωπαίοι πολίτες να αποφασίζουν σχετικά με τη θρησκευτική αγωγή που πρέπει να λαμβάνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Η θρησκευτική ελευθερία, γεγονός αυτονόητο για κάθε κράτος που θέλει να θεωρείται δημοκρατικό, διασφαλίζει το κατάλληλο πλαίσιο για την εκτέλεση του πνευματικού έργου της εκκλησίας. Ίσως το πρόβλημα να εστιάζεται στο γεγονός ότι η εκκλησιαστική διοίκηση δεν έχει αποδεσμευτεί από αντιλήψεις που κυριαρχούσαν πριν και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ενώ η ελληνική κοινωνία τις ξεπέρασε.

Άλλα σημαντικά ζητήματα που αφορούν τον διαχωρισμό είναι και το ζήτημα του πολιτικού όρκου στα δικαστήρια, της καύσης των νεκρών, ο υποχρεωτικός πολιτικός γάμος και άλλα των οποίων όμως η ανάλυση και η συζήτηση χρειάζεται ανάπτυξη πολλών σελίδων.

Το Σύνταγμα του 1975, που ισχύει αναθεωρημένο ως σήμερα, θεμελίωσε το πολίτευμα στη λαϊκή κυριαρχία, πράγμα που σημαίνει ότι διαχώρισε την πολιτική από τη θρησκεία και κατοχύρωσε συνταγματικά τη θρησκευτική ελευθερία με μη αναθεωρήσιμο άρθρο. Σε μια κοινωνία πολιτιστικά και θρησκευτικά πλουραλιστική, όπως είναι η ελληνική, καμία ομάδα δεν πρέπει να περιθωριοποιείται και αντίστοιχα καμία ομάδα δεν μπορεί να επιβάλλει τις απόψεις της στους άλλους. Το κράτος οφείλει να διασφαλίζει την ατομική ελευθερία των πολιτών και όσο πιο γρήγορα κατανοήσει η εκκλησιαστική διοίκηση αυτή την πραγματικότητα, τόσο καλύτερα θα είναι για την εκκλησία αλλά και για την ελληνική κοινωνία. Έτσι η εκκλησία θα απαλλαχθεί από πρόσθετα προβλήματα και μικροπολιτικά παιχνίδια και τότε πια απρόσκοπτη και αυτόνομη θα παράγει το πνευματικό της έργο.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

Ιστορικά, το δίπολο που ταλανίζει το ελληνικό κράτος από τη γέννησή του, είναι η παλινωδία ανάμεσα στο συγκεντρωτισμό και την αποκέντρωση. Το κράτος σήμερα είναι περισσότερο από ποτέ συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό, πελατειακό και αντιαναπτυξιακό. Είναι ένα κράτος το οποίο δεν είναι δίπλα στον πολίτη. Ο συγκεντρωτισμός σημαίνει έλλειψη διαφάνειας και δημοκρατικού ελέγχου. Ο πολίτης είναι αδύνατον να παρακολουθήσει τις συντελούμενες αλλαγές, τις λειτουργίες σε μια υπηρεσία. Είναι αδύνατον να συμμετάσχει πραγματικά στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Και όταν καλείται να συμμετάσχει, κρίνει ότι η συμμετοχή του είναι μάταια και άσκοπη, διότι όλες οι αποφάσεις βρίσκονται πολύ μακριά του. Ο συγκεντρωτισμός είναι αντιαναπτυξιακός διότι οι παραγωγικές δυνάμεις στραγγαλίζονται, ατομικές και συλλογικές πρωτοβουλίες βουλιάζουν στη γραφειοκρατία και σπαταλιέται ανθρώπινο δυναμικό σε χρονοβόρες και ανούσιες διαδικασίες. Όλα τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα να κατακερματίζεται η έννοια της κοινότητας, της γειτονιάς, της τοπικής ταυτότητας και των αποκεντρωμένων θεσμών.

Η αποκέντρωση πρέπει να είναι ο μεγάλος στόχος της κεντρικής εξουσίας. Η αφαίρεση δηλαδή εξουσιών από την κεντρική εξουσία και η μεταφορά τους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Μεταφορά η οποία όμως θα εγγυάται την μεταφορά των ανάλογων οικονομικών πόρων. Για να είναι εγγυημένη η οικονομική μεταφορά, επιβάλλεται να γίνεται απ’ ευθείας μέσω του ετήσιου προϋπολογισμού. Επίσης, αποκέντρωση σημαίνει θέσπιση κανόνων αξιοπιστίας και διαφάνειας, έλεγχος της αυθαίρετης εξουσίας. Το κράτος πρέπει να είναι περισσότερο ευέλικτο, αποτελεσματικό, επιτελικό αλλά ταυτοχρόνως και πιο μικρό και περιορισμένο.

Για να επιτευχθεί η αποκέντρωση, επιβάλλεται η παρουσία ενός ισχυρού Δήμου. Ο Δήμος αποτελεί αδιαμφισβήτητα κύτταρο της δημοκρατίας και θεμέλιο της τοπικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής. Ο Δήμος πρέπει να σχεδιάζει και να υλοποιεί την τοπική ανάπτυξη, σε συνεργασία με τις τοπικές παραγωγικές δυνάμεις, με τα κατά τόπους Δημοτικά Διαμερίσματα (όπου αυτά υπάρχουν βάση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων) και να εγγυάται τη συμμετοχή των πολιτών. Για να γίνει πράξη το παραπάνω, προϋπόθεση αποτελεί η διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, που συνοδεύεται από το αντίστοιχο πολιτικό κύρος.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι και πρέπει να παραμείνει η φωνή των πολιτών. Η Αυτοδιοίκηση πρέπει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που αφορούν την απασχόληση, το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής, την κοινωνική πολιτική, την παιδεία, τον πολιτισμό, τις μεταφορές, τη νέα γενιά, τον αθλητισμό, τις νέες τεχνολογίες και την ενσωμάτων των μεταναστών. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η νέα κατανομή αρμοδιοτήτων πρέπει να συνοδεύεται από την καθιέρωση αυτοτελών πόρων για την άσκηση των αρμοδιοτήτων κάθε επιπέδου. Ακόμα, η Αυτοδιοίκηση πρέπει να είναι συμμετοχική. Πρέπει να καταστήσει τον πολίτη πρωταγωνιστή των αποφάσεων και αυτό θα μπορούσε να γίνει με την ισχυροποίηση του θεσμού των δημοτικών διαμερισμάτων και με την εγκαθίδρυση του θεσμού των τοπικών δημοψηφισμάτων για θέματα υψηλής σημασίας για τον Δήμο. Τα τοπικά δημοψηφίσματα θα διεξάγονται από τη δημοτική αρχή για σοβαρά θέματα που ανήκουν στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων των Ο.Τ.Α. Δεν θα μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο του τοπικού δημοψηφίσματος θέματα εθνικής πολιτικής καθώς και εκείνα που θα συνδέονται με τις αρμοδιότητες των περιφερειακών και νομαρχιακών αρχών. Οι ΟΤΑ πρέπει να έχουν την υποχρέωση να δίνουν την ευρύτερη δυνατή δημοσιότητα στο επιχειρησιακό πρόγραμμα, στο Τεχνικό Πρόγραμμα και στην Κατάρτιση του ετήσιου προϋπολογισμού. Προηγουμένως, θα πρέπει βεβαίως να έχει υπάρξει συμμετοχική διαβούλευση για την κατάρτιση των παραπάνω.

Η αναβάθμιση των αιρετών οργάνων και η εσωτερική αποκέντρωση είναι αναγκαίες για να δώσουν ένα νέο πρόσωπο στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Οι Δήμοι, προκειμένου να μπορούν να ανταποκριθούν στις διευρυμένες αρμοδιότητες , σε τομείς όπως η παιδεία, η υγεία, η απασχόληση, το περιβάλλον, οι συγκοινωνίες, είναι αναγκαίο να είναι λιγότεροι και ισχυρότεροι. Επιπλέον, πρέπει να θεσπιστεί αιρετή περιφερειακή αυτοδιοίκηση, η οποία θα έχει στόχο την διατήρηση της εδαφικής συνοχής και η συμμετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι των Περιφερειών της χώρας, ως ισότιμων κοινωνικών εταίρων.

Θεμιτή είναι για την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη η εγκαθίδρυση μητροπολιτικού συστήματος διακυβέρνησης με βασικούς στόχους: Την αποτελεσματική διαχείριση των ενιαίων βασικών λειτουργιών του πολεοδομικού συγκροτήματος που συνδέονται με την καθημερινότητα, τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και της ποιότητας ζωής των πολιτών , καθώς και την κοινωνική συνοχή στις δύο μεγαλουπόλεις, την ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των δύο μητροπολιτικών περιοχών, την αποσυμφόρηση της κεντρικής διοίκησης και την ενίσχυση του επιτελικού της ρόλου για το σύνολο της χώρας.

Προϋπόθεση όλων των παραπάνω, αποτελεί η ενεργός συμμετοχή των πολιτών, ως δύναμης ιδεών, προτάσεων, πρωτοβουλιών, στήριξης και ελέγχου. Μόνο έτσι θα διασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή, η κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών, θα αντιμετωπιστεί η ανεργία και ο κοινωνικός αποκλεισμός. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει να ενισχυθεί ώστε να υπάρξει πραγματική και σε μεγάλη έκταση των ευπαθών κοινωνικά ομάδων: ατόμων με αναπηρία, ατόμων ειδικών ικανοτήτων, ατόμων με πολιτιστικές και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες, γεωγραφικά αποκλεισμένων, μονογονεϊκών οικογενειών, απεξαρτημένων.

Οι μεγάλοι στόχοι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρέπει να είναι οι εξής:

Τοπική Δημοκρατία: Η τοπική δημοκρατία θα επιτευχθεί με τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για σημαντικά θέματα τοπικού ή υπερτοπικού ενδιαφέροντος, με τη θεσμοθέτηση, με απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου, Οργάνου Διαβούλευσης με τους κοινωνικούς φορείς της πόλης. Ένα ακόμα στοιχείο θα μπορούσε να είναι η δημοσιοποίηση της λογοδοσίας της Δημοτικής Αρχής με συναντήσεις με τους κατοίκους κατά συνοικία, δημοτικό διαμέρισμα, έντυπα ή μέσω διαδικτύου. Μεγάλο ζήτημα είναι η διασφάλιση της διαφάνειας στη λειτουργία του Δήμου με τη δημοσίευση των βασικών αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου και της Δημαρχιακής Επιτροπής στην ιστοσελίδα του Δήμου στο διαδίκτυο. Επίσης, σημαντική πρέπει να είναι η στήριξη και η συνεργασία με τα τοπικά μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία δεν θα αναπαράγουν απλώς τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα αλλά θα συνδέονται με την τοπική ζωή.

Τοπική Κοινωνική Πολιτική: Χρήσιμη θα ήταν η συγκρότηση μόνιμης επιτροπής των Εθελοντικών οργανώσεων κοινωνικής αλληλεγγύης καθώς και η θεσμοθέτηση τοπικού συμβουλίου μεταναστών με συμβουλευτικό χαρακτήρα. Ακόμα, επιτακτική κρίνεται η εφαρμογή προγραμμάτων κοινωνικής αλληλεγγύης και στήριξης των ατόμων με αναπηρία, με ειδικές ικανότητες και γενικά των κοινωνικά αποκλεισμένων.

Εξυπηρέτηση του πολίτη: Πρέπει να δοθούν άμεσα αρμοδιότητες στα κατά τόπους Δημοτικά Διαμερίσματα, να υπάρξει εκ βάθρων λειτουργικός εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών του Δήμου (ψηφιοποίηση των δεδομένων, εκ νέου κατάρτιση και δια βίου επιμόρφωση του προσωπικού, πάταξη της υπερ-γραφειοκρατίας). Θα μπορούσε επίσης να υπάρξει διεύρυνση του ΚΕΠ με τις παρεχόμενες από το Δήμο υπηρεσίες.

Μια από τις εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης είναι η συνέχιση της διοικητικής μεταρρύθμισης. Στο πλαίσιο του δημοσίου διαλόγου, είναι σημαντικό να ανοίξει άμεσα διάλογος με όλους τους φορείς και τα συμπεράσματα να κατατεθούν στα αρμόδια κεντρικά όργανα (Υπουργείο Εσωτερικών, ΚΕΔΚΕ, ΕΝΑΕ).

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ STAGE

Χθες, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη της Διυπουργικής Επιτροπής με θέμα συζήτησης την ενδεχόμενη κατάργηση των προγραμμάτων Stage στο δημόσιο τομέα. Κατά την τρίωρη σύσκεψη υπό τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Θ. Πάγκαλο με τη συμμετοχή των υπουργών Επικρατείας Χ. Παμπούκη, Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, Εργασίας Α. Λοβέρδο και Εσωτερικών Γ. Ραγκούση, αποφασίστηκε εν τέλει η τήρηση μιας προεκλογικής δέσμευσης του ΠΑΣΟΚ: η κατάργηση δηλαδή όλων των προγραμμάτων stage στο Δημόσιο, τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στον ιδιωτικό τομέα τα προγράμματα stage ενδέχεται να συνεχιστούν αλλά σε μια διαφορετική μορφή. Σκοπός της κυβέρνησης είναι να λειτουργούν ως μαθητεία, εφόσον όμως θα ισχύουν οι απαραίτητες εγγυήσεις και θα χρηματοδοτούνται από κοινοτικά κονδύλια. Η μια πλευρά των εγγυήσεων, υποχρεώνει τις ιδιωτικές επιχειρήσεις να μην προβούν σε απολύσεις μόνιμου προσωπικού προκειμένου να προσλάβουν εργαζόμενους των προγραμμάτων stage. Επίσης, σε ότι έχει να κάνει με τα ασφαλιστικά δικαιώματα, θα ισχύσουν οι κανόνες κοινωνικής ασφάλισης, που ισχύουν για όλους, δηλαδή η τριμερής ασφάλιση με συμμετοχή εργοδοτών, κράτους και εργαζομένων. Σχετικά με τις προσλήψεις stage για τον Δημόσιο τομέα οι οποίες ενεργοποιήθηκαν μετά την ημερομηνία προκήρυξης των έκτακτων εθνικών εκλογών, θεωρούνται παράνομες και δεν θα ισχύσουν και οι εργαζόμενοι δεν θα δικαιούνται αποζημίωση. Επίσης οι συμμετέχοντες στα stage δεν θα έχουν καμία επιπλέον μοριοδότηση. Στο σημείο αυτό πάντως πρέπει να τονιστεί ότι οι εργαζόμενοι αυτοί απλώς ήθελαν να εργαστούν, ασχέτως αν γνώριζαν και οι ίδιοι ότι είναι μετέωροι και τελούν υπό καθεστώς ομηρίας, και είναι άδικο να μην αποζημιωθούν για τη διάρκεια της απασχόλησής τους.

Η αλήθεια είναι τα προγράμματα stage, αλλιώς ξεκίνησαν πριν κάποια χρόνια και τελικώς εξελίχθησαν εντελώς διαφορετικά. Στόχος των stage, τα οποία ήταν ευρωπαϊκά προγράμματα, ήταν να αποτελέσουν μια μαθητεία, μια πρακτική για τον εργαζόμενο. Αντιθέτως, χρησιμοποιήθηκαν από την κεντρική εξουσία για εξυπηρετήσεις κομματικών υποχρεώσεων, για βολέματα συγγενών και φίλων. Οι εργαζόμενοι ήξεραν ότι είναι ‘αιχμάλωτοι’ και απλώς ήθελαν να κερδίσουν 400-600 ευρώ το μήνα. Από την άλλη πλευρά, οι εργαζόμενοι στα stage, πάρα πολλές φορές, εργάζονταν και για τους μόνιμους υπαλλήλους, καθότι οι τελευταίοι (όχι βεβαίως η πλειονότητα) φρόντιζαν να δικαιώνουν την άποψη που έχει δημιουργηθεί για τη νοοτροπία των δημοσίων υπαλλήλων. Πρόσφατη επίσκεψη τηλεοπτικού σταθμού στον ΟΑΕΔ Καλλιθέας, έδειξε ότι εργάζονταν μόνο αυτοί με stage, μιας και όλοι οι μόνιμοι υπάλληλοι είχαν δηλώσει ασθένεια..

Η κυβέρνηση, και προσωπικά ο Πρωθυπουργός, έχουν δεσμευτεί για την πρόσληψη μονίμου προσωπικού, το οποίο θα καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Σύμφωνα με δηλώσεις του Υπουργού Εργασίας κ. Λοβέρδου, ο αριθμός των απασχολουμένων με Stage, μετά βεβαιότητας είναι 23.000, ενώ αγνοείται ο αριθμός των όσων προσελήφθησαν με αυτά μετά την προκήρυξη των εκλογών. Όπως γίνεται αντιληπτό, τα κενά που θα προκύψουν πρέπει να καλυφθούν άμεσα γιατί ενδεχόμενη καθυστέρηση πλήρωσης των θέσεων αυτών μπορεί να επιφέρει διαλυτικές επιπτώσεις στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα. Πέραν αυτών πρέπει να προχωρήσει και η κάλυψη άμεσων και πραγματικών αναγκών στο δημόσιο, σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα και στους ΟΤΑ, όπως αυτές αντικειμενικά θα προσδιοριστούν, στην προκήρυξη θέσεων για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η διαδικασία της πρόσληψης πρέπει να πραγματοποιηθεί με την πλήρη ευθύνη και τον έλεγχο του ΑΣΕΠ και να διασφαλίσει αξιοκρατία και ισονομία για όλους τους Έλληνες, ανεξαιρέτως κομματικών αποχρώσεων. Η Δημόσια Διοίκηση στο σύνολό της έχει υποφέρει τα μέγιστα από τις πελατειακές σχέσεις χρόνων. Και αυτή η κομματική αντίληψη του κράτους έχει στοιχίσει πολλές χαμένες δεκαετίες προόδου για την Ελλάδα.

Παράλληλα, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και οι επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης συνεχίζουν να αυξάνουν τα βάρη και τις συνέπειες στην καθημερινότητα των εργαζομένων και της κοινωνίας γενικότερα και πρέπει άμεσα να παρθούν γενναία πολιτικά μέτρα ανατροπής αυτής της κατάστασης με ένα νέο μείγμα οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής που θα ενισχύει τους εργαζόμενους και θα δημιουργεί νέες και σταθερές θέσεις εργασίας. Να μην ξεχνάμε ότι το δικαίωμα στην εργασία είναι αναφαίρετο και κανείς δεν πρέπει να ταπεινώνεται και να χάνει την αξιοπρέπεια του έξω από βουλευτικά, υπουργικά και κάθε είδους γραφεία εξουσίας.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

ΝΕΟΣ ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

Ένα από τα άμεσα μέτρα τα οποία καλείται να λάβει η νέα κυβέρνηση είναι η αλλαγή του εκλογικού νόμου. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, το νέο εκλογικό σύστημα θα έχει πολλά στοιχεία από το γερμανικό εκλογικό μοντέλο. Σύμφωνα με πληροφορίες, από τους 300 βουλευτές, 150-200 θα εκλέγονται σε μονοεδρικές περιφέρειες. Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρξει κατάτμηση περιοχών, ώστε να αντιστοιχούν σε 50-70.000 ψηφοφόρους. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα μικροί δήμοι να αναδεικνύουν αντιπρόσωπο με ενσωμάτωση σε διπλανούς δήμους, κάποιοι άλλοι δήμοι να εκλέγουν το δικό τους βουλευτή και μεγάλοι δήμοι όπως η Καλλιθέα να μπορούν να εκλέγουν ακόμα και τρεις εκπροσώπους τους στο Κοινοβούλιο. Οι υπόλοιπες έδρες θα πληρούνται βάσει κομματικής λίστας σε ευρείες εκλογικές περιφέρειες, οι οποίες θα είναι λιγότερες από τις σημερινές δεκατρείς. Οι βουλευτές από τις λίστες θα εκλέγονται αναλογικά από τα κόμματα με βάση το πανελλαδικό τους ποσοστό.

Το νέο εκλογικό σύστημα το οποίο φαίνεται πως θα προταθεί, ονομάζεται μεικτό σύστημα των δύο ψήφων, διαφορετικά, σύστημα προσωποποιημένης αναλογικής εκπροσώπησης, συνδυαστικό σύστημα ή σύστημα των επιπρόσθετων εδρών. Η μικτή φύση αυτού του συστήματος εξισορροπεί την ανάγκη εκπροσώπησης των εκλογικών περιφερειών με την ανάγκη εκλογικής δικαιοσύνης. Δηλαδή, η εκλογή μέσω της κομματικής λίστας εξασφαλίζει ότι το Κοινοβούλιο θα είναι αναλογικά αντιπροσωπευτικό. Το σύστημα αυτό είναι αρκετά αναλογικό. Στη δική μας περίπτωση η αρχική σκέψη είναι το ποσοστό αναλογικότητας να διατηρηθεί στο 87%. Αυτό σημαίνει ότι το μπόνους εδρών για το πρώτο κόμμα θα είναι 40 έδρες από τις κομματικές λίστες. Αυτό βέβαια ενδεχομένως να αλλάξει και να είναι περισσότερες οι μπόνους έδρες, δεδομένου ότι σχεδόν όλοι αναγνωρίζουν την ανάγκη για αναλογικότητα, αλλά και για ισχυρή κυβέρνηση. Σχετικά με το όριο εισόδου ενός κόμματος στη Βουλή, πιθανότατα να διατηρηθεί στο 3%, αν και το γερμανικό σύστημα προβλέπει το 5% ως προϋπόθεση κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.

Στα ψηφοδέλτια των κομμάτων θα υπάρχουν δύο κατάλογοι βουλευτών: Οι υποψήφιοι για τις μονοεδρικές περιφέρειες, όπου οι ψηφοφόροι θα βάζουν σταυρό προτίμησης και οι υποψήφιοι της λίστας για την ευρύτερη περιφέρεια όπου δεν θα χρειάζεται σταυρός. Αυτό θα επιτρέπει στους ψηφοφόρους να επιλέξουν αντιπρόσωπο για την εκλογική τους περιφέρεια για παράδειγμα από το ΠΑΣΟΚ, και παρ’ όλα αυτά να ψηφίσουν ΝΔ για την κυβέρνηση. Οι εκλογείς το πιθανότερο είναι πως θα έχουν να επιλέξουν μεταξύ 2-3 υποψηφίων από κάθε κόμμα στις μονοεδρικές περιφέρειες. Επίσης, ο θεσμός των βουλευτών Επικρατείας με τη μορφή που έχει σήμερα, δεν θα έχει πλέον νόημα με βάση το νέο εκλογικό σύστημα. Οι σκέψεις είναι να διατηρηθεί με νέα μορφή και να εκλέγονται από εκεί οι εκπρόσωποι του απόδημου ελληνισμού (περίπου 6 βουλευτές συνολικά από Ευρώπη, Αμερική, Αφρική και Αυστραλία).

Ένα επιπλέον συν αυτού του εκλογικού νόμου είναι ότι θα σπάσει τις σχέσεις εξάρτησης που ενδεχομένως να έχουν κάποιοι βουλευτές με τηλεοπτικά, εκδοτικά ή επιχειρηματικά συμφέροντα. Από την άλλη, το σύστημα δημιουργεί δύο είδη βουλευτών: εκείνους που ταλαιπωρούνται από ανασφάλεια και επωμίζονται τα βάρη των υποχρεώσεων μιας σκληρής προεκλογικής εκστρατείας και εκείνους που δεν κυνηγούν σταυρό και με αυξημένο κύρος προσβλέπουν σε υπουργικά αξιώματα. Ένα μειονέκτημα αυτού του συστήματος είναι ότι τα κόμματα γίνονται πιο συγκεντρωτικά, διότι αποφασίζουν όχι μόνο ποιος θα έχει το προνόμιο να είναι στη λίστα και ποιος θα πρέπει να παλέψει στον εκλογικό στίβο, αλλά και σε ποια θέση της λίστας θα τοποθετηθούν οι διάφοροι υποψήφιοι. Έτσι, κάποια στιγμή είναι βέβαιο ότι θα διατυπωθεί το αίτημα συμμετοχής και των μελών των κομμάτων σε αυτές τις αποφάσεις και στο σημείο αυτό είναι που θα κριθούν πολλά σχετικά με τον περαιτέρω εκδημοκρατισμό της εσωτερικής λειτουργίας των κομμάτων , την εμβάθυνση της δημοκρατίας και τη νέου τύπου κομματική λειτουργία.

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ;

  Ο Κασσελάκης λοιπόν επιβεβαίωσε τα προγνωστικά του πρώτου γύρου και είναι από χθες ο νέος Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Έχουν ειπωθεί πολλά τα οποί...