Τα τελευταία θλιβερά περιστατικά στη Νομική σχολή, έφεραν στην ημερήσια διάταξη το θέμα του ακαδημαϊκού ασύλου. Βάσει της νομολογίας, το ακαδημαϊκό άσυλο αναγνωρίζεται για την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και για την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, την έρευνα και τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των ΑΕΙ και των εργαζομένων σε αυτά, έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει. Το ακαδημαϊκό άσυλο καλύπτει όλους τους χώρους του ΑΕΙ και του ΤΕΙ, στους οποίους γίνεται εκπαίδευση και έρευνα. Όπως είναι γνωστό, δεν επιτρέπεται η επέμβαση δημόσιας δύναμης στους παραπάνω χώρους, παρά μόνο κατόπιν πρόσκλησης ή αδείας του πρυτανικού συμβουλίου του ιδρύματος, το οποίο καλείται να συνεδριάσει άμεσα, και με την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής. Επέμβαση δημόσιας δύναμης χωρίς την άδεια του αρμόδιου οργάνου του ΑΕΙ, επιτρέπεται μόνον εφόσον διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής.
Στην περίπτωση της κατάληψης της Νομικής από τους παράνομους μετανάστες, τίποτε από τα παραπάνω δεν έγινε. Οι μετανάστες δεν επεδίωξαν μάθηση και έρευνα στο χώρο της Νομικής, το πρυτανικό συμβούλιο άργησε πολύ να πραγματοποιηθεί, κακουργήματα δεν έγιναν και όλα αυτά μαζί με την πολιτική κηδεμονία της κατάληψης συνέθεσαν ένα τραγελαφικό σκηνικό. Οι μετανάστες ήρθαν ανενόχλητοι μαζικά από την Κρήτη, με τη βοήθεια στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα, η φοιτητική νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εκείνη που ενθάρρυνε την κατάληψη της Νομικής και έμοιαζε έτοιμη για αντάρτικο κόντρα στην κυβέρνηση και το κράτος. Σαφώς οι μετανάστες έχουν πολλά προβλήματα, τα οποία δεν έχει καταφέρει να επιλύσει η ελληνική πολιτεία. Θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα των μεταναστών παραβιάζονται και γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης δουλεμπόρων και αφεντικών. Η πολιτεία αδιαφορεί για την τύχη των μεταναστών μιας και ούτε η επιτροπή χορήγησης πολιτικού ασύλου δε συνεδριάζει για να αποδεχτεί ή να αρνηθεί αιτήματα ασύλου. Όμως όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν δικαιολογία ώστε οι ταλαιπωρημένοι μετανάστες να προχωρούν στην κατάληψη της Νομικής και της κάθε Νομικής επικαλούμενοι το ακαδημαϊκό άσυλο.
Το άσυλο αποτελεί μια δημοκρατική κατάκτηση όμως πλέον η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι προστατευμένη. Η έρευνα και η διδασκαλία δεν καταστρατηγούνται όπως συνέβαινε σε παλαιότερες εποχές. Στο όνομα του ακαδημαϊκού ασύλου τα Πανεπιστήμια κατά καιρούς βανδαλίζονται από τους γνωστούς-αγνώστους και δυστυχώς όλοι μας έχουμε παρατηρήσει σχολές να καίγονται, να καταστρέφονται και όλα αυτά πάντα στο όνομα του ακαδημαϊκού ασύλου. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Το άσυλο πρέπει να ισχύει μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο νόμο. Από την άλλη, πρέπει άμεσα να σταματήσει η ασυλία που τυγχάνουν κοινωνικές ομάδες που θέλουν να καπηλεύονται το ακαδημαϊκό άσυλο. Αναρχικοί, γνωστοί – άγνωστοι, και πολλοί άλλοι δεν πρέπει να έχουν καμία σχέση με το άσυλο. Στην περίπτωση της κατάληψης της Νομικής από τους μετανάστες, κάποιοι, και συγκεκριμένα αριστερές ομάδες, θέλησαν στην πλάτη των μεταναστών να παίξουν μικροπολιτικά παιχνίδια. Νόμιζαν ότι με καταλήψεις και απειλές θα πείσουν την κοινωνία για τα αιτήματά τους. Το μόνο όμως που καταφέρνουν ήταν να εκθέτουν τους ίδιους τους μετανάστες στα μάτια της ελληνικής κοινωνίας, να εντείνουν τα ξενοφοβικά συναισθήματα και τέλος να προκαλούν οι ίδιες αυτές ομάδες την κατάργηση του ασύλου.
Σχολιασμός της πολιτικής επικαιρότητας, ανάρτηση πολιτικών, ιδεολογικών και θεωρητικών κειμένων καθώς επίσης και οτιδήποτε άλλο χρήζει σχολιασμού!
Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011
Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011
Ο ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΗΠΑ
Μετά την επίθεση στο Τουσόν της Αριζόνας η οποία στόχευε τη βουλευτή των Δημοκρατικών Γκάμπριελ Γκίφορντς και κατέληξε να σκοτώσει έξι άτομα, η αμερικανική κοινωνία είναι μουδιασμένη και ζητά απαντήσεις. Ασφαλώς, αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που η Αμερική έρχεται αντιμέτωπη με τέτοια αιματηρά επεισόδια. Άλλοτε οι δολοφονίες έχουν πολιτική χροιά (Τζον και ΜπομπΚένεντι, Μάρτιν ΛούθερΚινγκ) ,και άλλοτε πρόκειται για ξέσπασμα δολοφονικής τρέλας. Κάθε φορά που η αμερικανική κοινωνία θρηνεί αδικοχαμένα θύματα, συζητείται το ζήτημα της ελεύθερης διακίνησης και κατοχής όπλων που σε τακτά χρονικά διαστήματα επιτρέπουν στους εγκληματίες να περνούν στη δράση. Σχεδόν 1 στους 4 Αμερικανούς έχει ένα όπλο στην κατοχή του, ενώ όλο και περισσότεροι Αμερικανοί αναζητούν να αγοράσουν όπλα χωρίς προϋποθέσεις και απαγορεύσεις. Τα νούμερα είναι ενδεικτικά: Μόνο το 2009 οι Αμερικανοί αγόρασαν 10 εκατομμύρια νέα όπλα, αξίας 3,5 δισ. Δολαρίων. Από αυτή την άποψη, από όλες τις Πολιτείες της Αμερικής η Αριζόνα είναι αυτή η πολιτεία που προχωρεί περισσότερο στη χαλαρή ερμηνεία του νόμου καθώς εκεί επιτρέπεται να κυκλοφορεί και να μετακινείται κανείς οπλισμένος, χωρίς κανένα ίχνος πιστοποίησης. Με το πέρασμα του χρόνου, παράλληλα με το γεγονός ότι η ελεύθερη οπλοκατοχή έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της δεξιάς και ακροδεξιάς ιδεολογίας, δημιουργήθηκε μια πολύ ισχυρή ομάδα πίεσης που παρεμβαίνει σε κάθε ψηφοφορία για να υπερασπιστεί τα «δικαιώματά» της. Πρόκειται για την Εθνική Ένωση Οπλών (ΝRΑ) η οποία κατά καιρούς ασκεί μεγάλη επιρροή στο Κογκρέσο και εξακολουθεί να παραμένει μια από τις πιο ισχυρές ομάδες συμφερόντων. Η ελεύθερη διακίνηση και κατοχή όπλων θα ήταν μια εύκολη δικαιολογία για να εξετάσει κανείς τη δολοφονική επίθεση στην Αριζόνα. Όμως δεν φταίει (μόνο) αυτό.
Σχεδόν από την πρώτη μέρα της διακυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα, το πολιτικό σκηνικό στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι αρκετά πολωμένο. Διάφοροι Ρεπουμπλικανοί, κυρίως από το Κόμμα του Τσαγιού, ένα σκιώδες κόμμα του οποίου ηγείται η Σάρα Πέιλιν, αλλά και μέλη του Τύπου, μεταξύ των οποίων και το μεγάλο εθνικό Κανάλι Fox Νews, άρχισαν μια δηλητηριώδη ρητορική εναντίον του Μπαράκ Ομπάμα και των υποστηρικτών του. Μια διχαστική ρητορική η οποία βρήκε πεδίο δράσης κυρίως στη μεταρρύθμιση Ομπάμα στο σύστημα υγείας των ΗΠΑ, του οποίου νομοσχεδίου κυριότερη ομιλήτρια ήταν η Γκίφορντς.
Η ίδια η Σάρα Πέιλιν βρίσκεται πίσω από τηλεοπτικά σποτ που έδειχναν τους πολιτικούς της αντιπάλους, μεταξύ των οποίων και η Γκίφορντς, σαν στόχους σκοποβολής που έπρεπε να πετύχει. Αν και θα ήταν παρακινδυνευμένο να ισχυριστεί κανείς ότι η Σάρα Πέιλιν και οι υποστηρικτές της όπλισαν το χέρι του Τζάρεντ Λι Λόφνερ, το πρόσφατο μακελειό στην Αριζόνα δείχνει ότι μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει η ακροδεξιά ρητορική του Κόμματος του Τσαγιού που έχει εμφανιστεί τα τελευταία δύο χρόνια στην Αμερική καθώς και το κλίμα μισαλλοδοξίας που καλλιεργούν οι υπερσυντηρητικοί κύκλοι μετά την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στην προεδρία. Μπορεί να μην όπλισαν το χέρι του δολοφόνου οι ακραίοι συντηρητικοί της Αμερικής, όμως το σίγουρο είναι πως έχουν ευνοήσει τις διχαστικές λογικές και αυτό μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες για την αμερικανική κοινωνία και να οδηγήσει στο θρήνο για περισσότερα θύματα.
Σχεδόν από την πρώτη μέρα της διακυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα, το πολιτικό σκηνικό στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι αρκετά πολωμένο. Διάφοροι Ρεπουμπλικανοί, κυρίως από το Κόμμα του Τσαγιού, ένα σκιώδες κόμμα του οποίου ηγείται η Σάρα Πέιλιν, αλλά και μέλη του Τύπου, μεταξύ των οποίων και το μεγάλο εθνικό Κανάλι Fox Νews, άρχισαν μια δηλητηριώδη ρητορική εναντίον του Μπαράκ Ομπάμα και των υποστηρικτών του. Μια διχαστική ρητορική η οποία βρήκε πεδίο δράσης κυρίως στη μεταρρύθμιση Ομπάμα στο σύστημα υγείας των ΗΠΑ, του οποίου νομοσχεδίου κυριότερη ομιλήτρια ήταν η Γκίφορντς.
Η ίδια η Σάρα Πέιλιν βρίσκεται πίσω από τηλεοπτικά σποτ που έδειχναν τους πολιτικούς της αντιπάλους, μεταξύ των οποίων και η Γκίφορντς, σαν στόχους σκοποβολής που έπρεπε να πετύχει. Αν και θα ήταν παρακινδυνευμένο να ισχυριστεί κανείς ότι η Σάρα Πέιλιν και οι υποστηρικτές της όπλισαν το χέρι του Τζάρεντ Λι Λόφνερ, το πρόσφατο μακελειό στην Αριζόνα δείχνει ότι μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει η ακροδεξιά ρητορική του Κόμματος του Τσαγιού που έχει εμφανιστεί τα τελευταία δύο χρόνια στην Αμερική καθώς και το κλίμα μισαλλοδοξίας που καλλιεργούν οι υπερσυντηρητικοί κύκλοι μετά την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στην προεδρία. Μπορεί να μην όπλισαν το χέρι του δολοφόνου οι ακραίοι συντηρητικοί της Αμερικής, όμως το σίγουρο είναι πως έχουν ευνοήσει τις διχαστικές λογικές και αυτό μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες για την αμερικανική κοινωνία και να οδηγήσει στο θρήνο για περισσότερα θύματα.
Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Στα άμεσα σχέδια του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, είναι η κατασκευή τείχους στα χερσαία σύνορα του Έβρου έτσι ώστε να καταπολεμηθεί η παράνομη μετανάστευση. Από μόνη της η τοποθέτηση τείχους/φράκτη δεν θα αποφέρει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και το πρόβλημα της αθρόας εισόδου των παράνομων μεταναστών όλο και θα μεγαλώνει. Το τείχος είναι μια σωστή λύση, όμως πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα από την κυβέρνηση ένα ολοκληρωμένο σχέδιο μεταναστευτικής πολιτικής. Η λαθρομετανάστευση για χρόνια ταλαιπωρεί τη χώρα μας και προσβάλλει την Ελλάδα στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Η χώρα μας, έως τα τέλη της δεκαετίας του ΄70, ήταν κυρίως χώρα εξαγωγής μεταναστών, αφημένων στην πλειονότητα των περιπτώσεων στην τύχη τους. Από τις αρχές όμως της δεκαετία του ΄90 άρχισε να γίνεται χώρα υποδοχής. Σε αυτή την εικοσαετία η ελληνική μεταναστευτική πολιτική στάθηκε αμήχανη απέναντι σε μετανάστες και πρόσφυγες, οι οποίοι βέβαια δεν αφήνουν τις χώρες τους για τουριστικούς λόγους αλλά για λόγους επιβίωσης και ανάγκης, και αυτό πρέπει να γίνεται κατανοητό από ακραίες ομάδες που έχουν διαποτιστεί με έντονα ρατσιστικά και ξενοφοβικά συναισθήματα. Εκτός από κάποιες διαδικασίες νομιμοποίησης δεν μπόρεσε η πολιτεία να ελέγξει την αθρόα είσοδο ανθρώπων από όλες τις πλευρές των χερσαίων και θαλασσίων συνόρων μας, αλλά κυρίως να τους διαχειριστεί με σεβασμό. Καθημερινά παρατηρείται το φαινόμενο να διαβιούν σε δρόμους, πλατείες, πάρκα, εγκαταλειμμένα σπίτια, σε βαγόνια τραίνων, σε συνθήκες εξαθλίωσης για τους ίδιους και δυστυχώς να γίνονταν στόχος και από τους περιοίκους, οι οποίοι, δικαίως, βλέπουν τις περιοχές τους να υποβαθμίζονται, να αυξάνεται η εγκληματικότητα ή η παραβατικότητα και η πολιτεία να είναι απλός παρατηρητής των εξελίξεων.
Εκτός της κατασκευής του τείχους πρέπει να ακολουθηθεί συνολικά ένα πλέγμα ολοκληρωμένης μεταναστευτικής πολιτικής. Αρχικά, πρέπει να επιτραπεί η χρήση παλιών στρατοπέδων για χώρους πρώτης υποδοχής αλλά και για χώρους κράτησης των παράνομων μεταναστών. Άμεσος στόχος πρέπει να είναι η διαβίωση των ανθρώπων αυτών σε ανθρώπινες συνθήκες ώστε να απομακρυνθούν από την παραβατικότητα. Ακολούθως, πρέπει να γίνει έλεγχος και των συμπατριωτών μας, οι οποίοι πολλές φορές χρησιμοποιούν τους μετανάστες σαν ευκαιρία για πλουτισμό και για εργατικά χέρια με σχεδόν μηδενικό κόστος. Ακόμα, οφείλει να πραγματοποιηθεί αποτελεσματικός έλεγχος σε όλα τα μήκη των συνόρων μας – και με τη συμβολή της FRONTEX - για να μετριασθεί το ζήτημα της αθρόας μετανάστευσης, αφού αποτελούμε την κύρια πηγή εισόδου στην Ευρώπη. Εν μέσω της οικονομικής κρίσης η χώρα μας δεν αντέχει τη χρηματοδότηση ειδικών υποδομών και στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σταθεί αρωγός η Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι τα σύνορά μας δεν είναι μόνο ελληνικά, αλλά και σύνορα της Ε.Ε. Η παράνομη μετανάστευση δεν αποτελεί ελληνικό «προνόμιο», είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η Ε.Ε πρέπει να υιοθετήσει και να εφαρμόσει μια ολοκληρωμένη πολιτική για την παράνομη μετανάστευση και το άσυλο.
Η αναβλητικότητα της πολιτείας, κινδυνεύει να μετατρέψει ένα μεγάλο κομμάτι των συμπολιτών μας σε ξενοφοβικές και ρατσιστικές ομάδες. Είναι ανάγκη λοιπόν να εξηγήσουν οι αρμόδιοι φορείς στην κοινωνία ότι δεν φταίνε οι άνθρωποι αυτοί αλλά οι μηχανισμοί, ντόπιοι και ξένοι, αλλά και οι χώρες της γειτονίας μας οι οποίες επιτρέπουν και πολλές φορές ενισχύουν την κατάσταση αυτή με τα μεγάλα κύματα λαθρομετανάστευσης. Ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέτρα αντιμετώπισης του φαινομένου είναι η επιτάχυνση της λειτουργία της διαδικασίας χορήγησης ασύλου, καθώς είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός εκείνων που ζητούν άσυλο, είτε το δικαιούνται είτε όχι. Με τον τρόπο αυτό θα το πάρουν όσοι το δικαιούνται σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες και οι υπόλοιποι θα αποχωρούν αμέσως για τις χώρες τους. Τέλος, ένα μέτρο που μπορεί να μετριάσει την κατάσταση, είναι όλα τα κράτη – μέλη της Ε.Ε. να αναλάβουν τις ευθύνες τους ισομερώς και ανάλογα με τις δυνατότητές τους, αλλά και η άμεση συνεννόηση και εφαρμογή διακρατικών συμφωνιών με τις γείτονες χώρες. Το σίγουρο είναι πως πλέον, είκοσι χρόνια μετά τις πρώτες αφίξεις παράνομων μεταναστών, η Ελλάδα δεν μπορεί να αντέξει τόσο μεγάλες μεταναστευτικές ροές. Η εισροή μεταναστών από τον Έβρο αποτελεί πανευρωπαϊκό πρόβλημα καθώς το 90% της μετανάστευσης προς την Ευρώπη γίνεται μέσω των Ελληνοτουρκικών συνόρων και για το λόγο αυτό η Ε.Ε. πρέπει να κοιτάξει το πρόβλημα κατάματα και να βοηθήσει την Ελλάδα στην αντιμετώπισή του.
Εκτός της κατασκευής του τείχους πρέπει να ακολουθηθεί συνολικά ένα πλέγμα ολοκληρωμένης μεταναστευτικής πολιτικής. Αρχικά, πρέπει να επιτραπεί η χρήση παλιών στρατοπέδων για χώρους πρώτης υποδοχής αλλά και για χώρους κράτησης των παράνομων μεταναστών. Άμεσος στόχος πρέπει να είναι η διαβίωση των ανθρώπων αυτών σε ανθρώπινες συνθήκες ώστε να απομακρυνθούν από την παραβατικότητα. Ακολούθως, πρέπει να γίνει έλεγχος και των συμπατριωτών μας, οι οποίοι πολλές φορές χρησιμοποιούν τους μετανάστες σαν ευκαιρία για πλουτισμό και για εργατικά χέρια με σχεδόν μηδενικό κόστος. Ακόμα, οφείλει να πραγματοποιηθεί αποτελεσματικός έλεγχος σε όλα τα μήκη των συνόρων μας – και με τη συμβολή της FRONTEX - για να μετριασθεί το ζήτημα της αθρόας μετανάστευσης, αφού αποτελούμε την κύρια πηγή εισόδου στην Ευρώπη. Εν μέσω της οικονομικής κρίσης η χώρα μας δεν αντέχει τη χρηματοδότηση ειδικών υποδομών και στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σταθεί αρωγός η Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι τα σύνορά μας δεν είναι μόνο ελληνικά, αλλά και σύνορα της Ε.Ε. Η παράνομη μετανάστευση δεν αποτελεί ελληνικό «προνόμιο», είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η Ε.Ε πρέπει να υιοθετήσει και να εφαρμόσει μια ολοκληρωμένη πολιτική για την παράνομη μετανάστευση και το άσυλο.
Η αναβλητικότητα της πολιτείας, κινδυνεύει να μετατρέψει ένα μεγάλο κομμάτι των συμπολιτών μας σε ξενοφοβικές και ρατσιστικές ομάδες. Είναι ανάγκη λοιπόν να εξηγήσουν οι αρμόδιοι φορείς στην κοινωνία ότι δεν φταίνε οι άνθρωποι αυτοί αλλά οι μηχανισμοί, ντόπιοι και ξένοι, αλλά και οι χώρες της γειτονίας μας οι οποίες επιτρέπουν και πολλές φορές ενισχύουν την κατάσταση αυτή με τα μεγάλα κύματα λαθρομετανάστευσης. Ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέτρα αντιμετώπισης του φαινομένου είναι η επιτάχυνση της λειτουργία της διαδικασίας χορήγησης ασύλου, καθώς είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός εκείνων που ζητούν άσυλο, είτε το δικαιούνται είτε όχι. Με τον τρόπο αυτό θα το πάρουν όσοι το δικαιούνται σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες και οι υπόλοιποι θα αποχωρούν αμέσως για τις χώρες τους. Τέλος, ένα μέτρο που μπορεί να μετριάσει την κατάσταση, είναι όλα τα κράτη – μέλη της Ε.Ε. να αναλάβουν τις ευθύνες τους ισομερώς και ανάλογα με τις δυνατότητές τους, αλλά και η άμεση συνεννόηση και εφαρμογή διακρατικών συμφωνιών με τις γείτονες χώρες. Το σίγουρο είναι πως πλέον, είκοσι χρόνια μετά τις πρώτες αφίξεις παράνομων μεταναστών, η Ελλάδα δεν μπορεί να αντέξει τόσο μεγάλες μεταναστευτικές ροές. Η εισροή μεταναστών από τον Έβρο αποτελεί πανευρωπαϊκό πρόβλημα καθώς το 90% της μετανάστευσης προς την Ευρώπη γίνεται μέσω των Ελληνοτουρκικών συνόρων και για το λόγο αυτό η Ε.Ε. πρέπει να κοιτάξει το πρόβλημα κατάματα και να βοηθήσει την Ελλάδα στην αντιμετώπισή του.
Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011
ΕΙΠΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ
Στη διάσκεψη των Τούρκων πρέσβεων στο Ερζερούμ, ο Πρωθυπουργός είπε πολλές αλήθειες τις οποίες δεν είχαν συνηθίσει να ακούνε οι γείτονες από επίσημα χείλη, και μάλιστα μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Αρχικά αναφέρθηκε στο χρόνιο πρόβλημα των υπερπτήσεων της Τουρκίας στον εναέριο χώρο μας, και συγκεκριμένα αναφέρθηκε στις οκτώ υπερπτήσεις τούρκικων μαχητικών πάνω από το Φαρμακονήσι. Από μερίδα του Τουρκικού Τύπου, η ομιλία του Γιώργου Παπανδρέου στη Σύνοδο των πρέσβεων και ειδικά, η ευθεία τοποθέτηση του Έλληνα πρωθυπουργού περί των παραβιάσεων ελληνικού εναέριου χώρου, χαρακτηρίστηκε ως «έκπληξη», όμως δεν ήταν παρά η ωμή αλήθεια. Η Τουρκία, σύμφωνα με τα λεγόμενα των αξιωματούχων της, επιδιώκει την ειρηνική γειτνίαση με την Ελλάδα, όμως αν δεν πάψουν οι καθημερινές υπερπτήσεις, τότε το πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί και ανάμεσα στις δυο χώρες θα συνεχίσει να κυριαρχεί η αμφιβολία και το πολωμένο κλίμα. Στο θέμα της Κύπρου, τα λεγόμενα του Πρωθυπουργού ήταν περισσότερα αιχμηρά καθώς μίλησε για κατοχή και εισβολή. Με λίγα λόγια, είπε τα πράγματα με το όνομά τους και έθεσε την Τουρκία και την τουρκική ηγεσία προ των ευθυνών τους, διακηρύττοντας με τα λεγόμενά του ότι το Κυπριακό αποτελεί βασικό ζήτημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Υπέδειξε με σαφήνεια ότι, αν δεν λυθεί το Κυπριακό, η εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα είναι σχεδόν αδύνατη.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι μεγάλο ρόλο στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας θα παίξει το Κυπριακό, αλλά όχι μόνο αυτό. Η Τουρκία συνεχίζει να μην λαμβάνει υπόψη τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Επιμένει στην ανάγκη για πενταμερής διαπραγμάτευση, δείχνοντας με τον προκλητικό τρόπο αυτό ότι δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο κ. Ερντογάν μπορεί να κατηγόρησε την Ε.Ε. και να είπε ότι εξαντλείται η υπομονή της χώρας του, όμως το ουσιαστικό ζήτημα που προκύπτει είναι ότι η Τουρκία αν δεν τηρήσει ορισμένα θεμελιώδη κριτήρια, δεν πρόκειται στο εγγύς μέλλον να γίνει μέλος της Ε.Ε και μπορεί να χρειαστεί να περιμένει άλλα 50 χρόνια. Ο Πρωθυπουργός εκτός των παραπάνω, έθεσε και το θέμα της υφαλοκρηπίδας, τονίζοντας για ακόμη μια φορά πως αν δεν βρεθεί λύση ανάμεσα στις δυο χώρες, η μόνη λύση θα είναι η προσφυγή της Ελλάδος στο Δικαστήριο της Χάγης.
Ένα επιπλέον θέμα το οποίο έπρεπε να είχε τεθεί από τον Πρωθυπουργό στη διάσκεψη στο Ερζερούμ, είναι η ανεπαρκής εφαρμογή του διμερούς πρωτοκόλλου επανεισδοχής λαθρομεταναστών από την Τουρκία αλλά και η αναβλητικότητα που δείχνει η Άγκυρα στην προώθηση της υπογραφής ανάλογης συμφωνίας επανεισδοχής με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης για τοποθέτηση φράχτη στα χερσαία σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας στον Έβρο είναι ένα σωστό μέτρο το οποίο έπρεπε να είχε εφαρμοστεί εδώ και χρόνια. Όμως αν η Τουρκία συνεχίσει να μην δέχεται τον επαναπατρισμό των λαθρομεταναστών της, και αν η Ε.Ε. δεν πάρει θέση, τότε από μόνος του ο φράκτης δεν θα έχει ουσιαστικά αποτελέσματα. Η συνολική μεταναστευτική πολιτική της χώρας μας είναι μεγάλο θέμα και δεν μπορεί να αναλυθεί απλοϊκά σε μια παράγραφο.
Τέλος, πολλοί ήταν εκείνοι που κατά καιρούς έχουν κατηγορήσει τον Πρωθυπουργό και το Υπουργείο Εξωτερικών, για μυστική διπλωματία με την Τουρκία. Ακόμα περισσότεροι ήταν αυτοί που υποστήριζαν ότι ο Παπανδρέου πάει στην Άγκυρα για να ξεπουλήσει το Αιγαίο στον Ερντογάν. Δεν γνωρίζουμε αν συμβαίνουν τα παραπάνω, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Παπανδρέου είπε στο Ερζερούμ τα πράγματα με το όνομά τους και έθεσε τους γείτονες προ των ευθυνών τους.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι μεγάλο ρόλο στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας θα παίξει το Κυπριακό, αλλά όχι μόνο αυτό. Η Τουρκία συνεχίζει να μην λαμβάνει υπόψη τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Επιμένει στην ανάγκη για πενταμερής διαπραγμάτευση, δείχνοντας με τον προκλητικό τρόπο αυτό ότι δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο κ. Ερντογάν μπορεί να κατηγόρησε την Ε.Ε. και να είπε ότι εξαντλείται η υπομονή της χώρας του, όμως το ουσιαστικό ζήτημα που προκύπτει είναι ότι η Τουρκία αν δεν τηρήσει ορισμένα θεμελιώδη κριτήρια, δεν πρόκειται στο εγγύς μέλλον να γίνει μέλος της Ε.Ε και μπορεί να χρειαστεί να περιμένει άλλα 50 χρόνια. Ο Πρωθυπουργός εκτός των παραπάνω, έθεσε και το θέμα της υφαλοκρηπίδας, τονίζοντας για ακόμη μια φορά πως αν δεν βρεθεί λύση ανάμεσα στις δυο χώρες, η μόνη λύση θα είναι η προσφυγή της Ελλάδος στο Δικαστήριο της Χάγης.
Ένα επιπλέον θέμα το οποίο έπρεπε να είχε τεθεί από τον Πρωθυπουργό στη διάσκεψη στο Ερζερούμ, είναι η ανεπαρκής εφαρμογή του διμερούς πρωτοκόλλου επανεισδοχής λαθρομεταναστών από την Τουρκία αλλά και η αναβλητικότητα που δείχνει η Άγκυρα στην προώθηση της υπογραφής ανάλογης συμφωνίας επανεισδοχής με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης για τοποθέτηση φράχτη στα χερσαία σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας στον Έβρο είναι ένα σωστό μέτρο το οποίο έπρεπε να είχε εφαρμοστεί εδώ και χρόνια. Όμως αν η Τουρκία συνεχίσει να μην δέχεται τον επαναπατρισμό των λαθρομεταναστών της, και αν η Ε.Ε. δεν πάρει θέση, τότε από μόνος του ο φράκτης δεν θα έχει ουσιαστικά αποτελέσματα. Η συνολική μεταναστευτική πολιτική της χώρας μας είναι μεγάλο θέμα και δεν μπορεί να αναλυθεί απλοϊκά σε μια παράγραφο.
Τέλος, πολλοί ήταν εκείνοι που κατά καιρούς έχουν κατηγορήσει τον Πρωθυπουργό και το Υπουργείο Εξωτερικών, για μυστική διπλωματία με την Τουρκία. Ακόμα περισσότεροι ήταν αυτοί που υποστήριζαν ότι ο Παπανδρέου πάει στην Άγκυρα για να ξεπουλήσει το Αιγαίο στον Ερντογάν. Δεν γνωρίζουμε αν συμβαίνουν τα παραπάνω, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Παπανδρέου είπε στο Ερζερούμ τα πράγματα με το όνομά τους και έθεσε τους γείτονες προ των ευθυνών τους.
Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010
ΤΙ ΕΔΕΙΞΕ Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΟΡΥΦΗΣ ΤΗΣ Ε.Ε.
Στη Σύνοδο κορυφής της Ε.Ε που έγινε πρόσφατα, οι πλούσιες χώρες του Βορρά με ξεκάθαρο ηγέτη τη Γερμανία, επικράτησαν. Ενόψει της Συνόδου, υπήρχαν ελπίδες πως θα υπάρξει πραγματική βούληση για τις φτωχές χώρες του Νότου που πλήττονται από την κρίση. Είχαν ενταθεί οι ανησυχίες εκείνων των ηγετών που θεωρούσαν επιτακτική την έκδοση ευρωομολόγου για τις προβληματικές οικονομίες των χωρών της περιφέρειας. Ενώ υπήρχαν και κάποιοι αρκετά φιλόδοξοι που μιλούσαν για την αναγκαιότητα κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής η οποία δεν θα περιορίζεται μόνο στο ευρώ αλλά θα καλύπτει ένα ευρύτερο και συνολικό φάσμα οικονομικής και φορολογικής πολιτικής. Αντ’ αυτού, υπήρξε μια γενικόλογη συζήτηση και η δέσμευση για την υιοθέτηση ενός μόνιμου ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθεροποίησης των κρατών – μελών της ευρωζώνης, ο οποίος θα μπει σε ισχύ από το 2013. Στο σημείο αυτό επικράτησαν και πάλι οι γερμανικές θέσεις, καθώς στο μηχανισμό θα προβλέπεται ακόμα και η συμμετοχή ιδιωτών πιστωτών, μαζί με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Οι υπουργοί Οικονομικών των χωρών της Ευρωζώνης έχουν επιφορτιστεί με τη διαμόρφωση του μηχανισμού και αποτελέσματα αναμένονται μέσα στη χρονιά.
Τα παραπάνω είναι ενδεικτικά του γενικότερου κλίματος που κυριάρχησε στη Σύνοδο κορυφής. Επικράτησε η πολιτική αδράνεια της ευρωπαϊκής ηγεσίας και τα οικονομικά συμφέροντα των πλούσιων χωρών του Βορρά. Η Ε.Ε. αν και διαθέτει Πρόεδρο, ο τελευταίος είναι ένας πολιτικός χωρίς ηγετικές ικανότητες, και δεν φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει πρωτοβουλίες για τη σωτηρία της ευρωζώνης και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Είνια έρμαιο στις διαθέσεις της Γερμανίας, και δευτερευόντος της Γαλλίας. Η ευρωπαϊκή ηγεσία δεν μπορεί ή καλύτερα δεν θέλει να αναγνωρίσει και κυρίως να επιλύσει το πρόβλημα της ευρωζώνης. Και το πρόβλημα αυτό δεν είναι απλώς νομισματικό, όπως κάποιοι θέλουν να πιστεύουν, αλλά καθαρά οικονομικό. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε η αδυναμία της Ε.Ε. να συζητήσει τα πραγματικά προβλήματα και τις λύσεις της οικονομικής κρίσης. Ουδεμία κουβέντα έγινε για κοινή οικονομική πολιτική, μιας και η Γερμανία μαζί με τους συμμάχους της δεν είναι διατεθειμένοι να συμβάλλουν στη σωτηρία του ευρώ και προτιμούν να μείνουν προσκολλοιμένοι στο εθνικό συμφέρον και μόνο. Πιστέυουν ότι ενδεχόμενη «συμμετοχή» τους στο όλο και αυξανόμενο δημόσιο χρέος των χωρών του Νότου, θα τις συμπαρασύρει στη δίνη της κρίσης.
Η ΟΝΕ, είτε είναι κάποιος υπέρμαχός της είτε πολέμιός της, αποτελεί δομικό στοιχείο της Ε.Ε. και ενδεχόμενη διάλυσή της θα επέφερε οικονομική αναταραχή, ραγδαία ύφεση και κατακόρυφη πτώση του βιωτικού επιπέδου και των αναπτυξιακών προοπτικών των κρατών – μελών. Η οικονομική διακυβέρνηση αποτελεί μια αναγκαιότητα, αν τα μέλη επιθυμούν τη διατήρηση του κοινού νομίσματος. Αυτό που πρέπει να απασχολήσει άμεσα την Ε.Ε. και τα κράτη – μέλη, είναι η μεταφορά αρμοδιοτήτων από το εθνικό στο υπερεθνικό. Η κοινή ευρωπαίκή οικονομική διακυβέρνηση θα λειτουργήσει ως ανάχωμα στην κρίση και θα συμβάλλει ώστε η Ευρώπη να μπορεί να ανταγωνιστεί τις οικονομίες της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών στο νέο παγκοσμιοποιημένο σύστημα που γοργά διαμορφώνεται. Τη στιγμή αυτή, η προοπτική μιας κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης μένει στάσιμη. Όπως στάσιμη παραμένει και η κοινή ευρωπαϊκή ανάπτυξη και πρόοδος. Οι ανισότητες είναι μεγάλες στην Ε.Ε. και δεν προβλέπεται άμεσα οικονομική και κοινωνική σύγκλιση. Οι ευρωπαϊκές εκκρεμότητες είναι πάρα πολλές και όσο δεν θέτονται επί τάπητος τα κρίσιμα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και της πολιτικής ενοποίησης, τότε όλο και πιο γρήγορα θα επέλθει η διάλυση της ευρωζώνης και της Ε.Ε
Τα παραπάνω είναι ενδεικτικά του γενικότερου κλίματος που κυριάρχησε στη Σύνοδο κορυφής. Επικράτησε η πολιτική αδράνεια της ευρωπαϊκής ηγεσίας και τα οικονομικά συμφέροντα των πλούσιων χωρών του Βορρά. Η Ε.Ε. αν και διαθέτει Πρόεδρο, ο τελευταίος είναι ένας πολιτικός χωρίς ηγετικές ικανότητες, και δεν φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει πρωτοβουλίες για τη σωτηρία της ευρωζώνης και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Είνια έρμαιο στις διαθέσεις της Γερμανίας, και δευτερευόντος της Γαλλίας. Η ευρωπαϊκή ηγεσία δεν μπορεί ή καλύτερα δεν θέλει να αναγνωρίσει και κυρίως να επιλύσει το πρόβλημα της ευρωζώνης. Και το πρόβλημα αυτό δεν είναι απλώς νομισματικό, όπως κάποιοι θέλουν να πιστεύουν, αλλά καθαρά οικονομικό. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε η αδυναμία της Ε.Ε. να συζητήσει τα πραγματικά προβλήματα και τις λύσεις της οικονομικής κρίσης. Ουδεμία κουβέντα έγινε για κοινή οικονομική πολιτική, μιας και η Γερμανία μαζί με τους συμμάχους της δεν είναι διατεθειμένοι να συμβάλλουν στη σωτηρία του ευρώ και προτιμούν να μείνουν προσκολλοιμένοι στο εθνικό συμφέρον και μόνο. Πιστέυουν ότι ενδεχόμενη «συμμετοχή» τους στο όλο και αυξανόμενο δημόσιο χρέος των χωρών του Νότου, θα τις συμπαρασύρει στη δίνη της κρίσης.
Η ΟΝΕ, είτε είναι κάποιος υπέρμαχός της είτε πολέμιός της, αποτελεί δομικό στοιχείο της Ε.Ε. και ενδεχόμενη διάλυσή της θα επέφερε οικονομική αναταραχή, ραγδαία ύφεση και κατακόρυφη πτώση του βιωτικού επιπέδου και των αναπτυξιακών προοπτικών των κρατών – μελών. Η οικονομική διακυβέρνηση αποτελεί μια αναγκαιότητα, αν τα μέλη επιθυμούν τη διατήρηση του κοινού νομίσματος. Αυτό που πρέπει να απασχολήσει άμεσα την Ε.Ε. και τα κράτη – μέλη, είναι η μεταφορά αρμοδιοτήτων από το εθνικό στο υπερεθνικό. Η κοινή ευρωπαίκή οικονομική διακυβέρνηση θα λειτουργήσει ως ανάχωμα στην κρίση και θα συμβάλλει ώστε η Ευρώπη να μπορεί να ανταγωνιστεί τις οικονομίες της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών στο νέο παγκοσμιοποιημένο σύστημα που γοργά διαμορφώνεται. Τη στιγμή αυτή, η προοπτική μιας κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης μένει στάσιμη. Όπως στάσιμη παραμένει και η κοινή ευρωπαϊκή ανάπτυξη και πρόοδος. Οι ανισότητες είναι μεγάλες στην Ε.Ε. και δεν προβλέπεται άμεσα οικονομική και κοινωνική σύγκλιση. Οι ευρωπαϊκές εκκρεμότητες είναι πάρα πολλές και όσο δεν θέτονται επί τάπητος τα κρίσιμα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και της πολιτικής ενοποίησης, τότε όλο και πιο γρήγορα θα επέλθει η διάλυση της ευρωζώνης και της Ε.Ε
Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΡΟΛΟΥ
Πριν λίγες μέρες, μετά από αρκετό καιρό, η Εκκλησία αποφάσισε να μιλήσει στους πιστούς για την οικονομική κρίση, και ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγόρησε την κυβέρνηση και ανέφερε μεταξύ άλλων στο φυλλάδιο Προς το Λαό που μοιράστηκε, ότι «είμαστε μια χώρα υπό κατοχή και εκτελούμε εντολές των κυρίαρχων – δανειστών μας. Η χώρα μας φαίνεται να μην είναι πλέον ελεύθερη, αλλά να διοικείται επί της ουσίας από τους δανειστές μας». Είναι πολλοί οι μητροπολίτες που όχι μόνο συμφώνησαν με το ύφος του φυλλαδίου, άλλα πιστεύουν πως έπρεπε να μοιραστεί στους πιστούς εδώ και καιρό. Από την άλλη, τα κόμματα διχάστηκαν ανάμεσα σε αυτά που υποστηρίζουν τον πολιτικό λόγο της Εκκλησίας, και σε εκείνα που την εγκαλούν να μείνει πιστή στα εκκλησιαστικά της ζητήματα και μόνον. Με αφορμή, το διάγγελμα «Προς τον Λαό», αναζωπυρώθηκε για άλλη μια φορά η συζήτηση για το αν μπορεί η Εκκλησία να κάνει πολιτική.
Διαχρονικά η Εκκλησία ενδιαφερόταν για τα οίκου της και βρισκόταν σε συνεργασία με την εκάστοτε κυβέρνηση, όταν όμως πίστευε ότι τα δικαιώματά της ή οι αξίες της θίγονταν, προχωρούσε σε κινητοποιήσεις. Τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία με τις ταυτότητες, όταν η τότε κυβέρνηση Σημίτη είχε αποφασίσει να μην αναγράφεται το θρήσκευμα στις ταυτότητες. Τότε λίγο έλειψε να πέσει η κυβέρνηση καθώς οι συλλογές υπογραφών και τα συλλαλητήρια ήταν μαζικά. Πρόσφατα, η προεκλογική δέσμευση του κ. Παπανδρέου για φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας ξεσήκωσε εκ νέου τους Ιεράρχες. Ακόμα, επίκειται νέος ξεσηκωμός με αφορμή την κάρτα του πολίτη που σχεδιάζει η κυβέρνηση.
Όπως καταλαβαίνει κανείς, αν συνυπολογίσουμε στα παραπάνω τις πολλές φορές που η Εκκλησία υπερασπίζεται τα εθνικά συμφέροντα και αναφέρεται στα καυτά εθνικά θέματα, τότε καταλαβαίνει κανείς ότι είναι πολλές οι φορές που οι Ιεράρχες κάνουν πολιτική με την ευρεία έννοια του όρου. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό και κατακριτέο, όμως είναι υποκριτικό όταν πολλοί εκπρόσωποι της Εκκλησίας απαρνούνται τον πολιτικό μανδύα και τονίζουν ότι μιλούν πάντα στο όνομα της υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων. Ο λαός έχει τη δύναμη, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες (π.χ. εκλογές) να εκφράζει τη βούλησή του για το εθνικό συμφέρον, όποτε αυτό διακυβεύεται, και δεν πρέπει κάποιοι ιεράρχες να θέλουν να δράσουν «ελέω Θεού». Ο καθένας έχει τη γνώμη του για τα πολιτικά ζητήματα της χώρας, όμως οι Ιερείς δεν πρέπει να μιλούν ακραία και να νομίζουν ότι εκπροσωπούν την κοινή γνώμη.
Η Εκκλησία της Ελλάδος αν θελήσουμε να την εξετάσουμε ως πολιτική δύναμη, είναι αρκετά συντηρητική, οπισθοδρομική και φοβική. Αντιστέκεται στις αμβλώσεις, στο προγαμιαίο σεξ και στην ομοφυλοφιλία την ίδια στιγμή που όλα αυτά αποτελούν πραγματικότητα, την οποία έχει δεχθεί η ελληνική κοινωνία. Αντιστέκεται, για παράδειγμα, στην κατασκευή μουσουλμανικοί τεμένους, τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας έχει αποδεχθεί την ανεξιθρησκία. Πρέπει η Εκκλησία να καταλάβει ότι όλοι οι πιστοί, ανεξαρτήτου θρησκεύματος, πρέπει να έχουν το δικό τους χώρο λατρείας και προσευχής, και όχι να περιθωριοποιούνται και να λιντσάρονται, γιατί πολύ απλά η περιθωριοποίηση αργά ή γρήγορα φέρνει αντίδραση με άσχημα αποτελέσματα. Αντιστέκεται σε ένα μάθημα Θρησκειολογίας στα ελληνικά σχολεία και προάγει το μάθημα των Θρησκευτικών, το οποίο όπως γίνεται αποτελεί μια ορθόδοξη κατήχηση και μόνο.
Είναι πολλά τα περιστατικά στα οποία μπορεί να αναφερθεί κανείς, όμως το συμπέρασμα είναι ότι η Εκκλησία πρέπει να κοιτάει τα του οίκου της. Να ασχοληθεί με τα θέματα της πίστεως, να προσφέρει, όπως πράγματι κάνει, τη χείρα βοηθείας στους φτωχούς και τους μη προνομιούχους συμπολίτες μας, ανεξαρτήτου χρώματος, και τέλος να κάνει πράξη τα ουσιαστικά – ανθρωπιστικά μηνύματα της Ορθοδοξίας. Είναι καιρός οι προοδευτικοί Ιεράρχες και ειδικότερα ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος, να αναλάβουν πρωτοβουλίες ώστε η Εκκλησία να παραμείνει αφοσιωμένη στο αξιοζήλευτο ανθρωπιστικό έργο που προσφέρει, και όχι να φαίνεται στα μάτια του κόσμου ως μια οιονεί συντηρητική πολιτική δύναμη.
Διαχρονικά η Εκκλησία ενδιαφερόταν για τα οίκου της και βρισκόταν σε συνεργασία με την εκάστοτε κυβέρνηση, όταν όμως πίστευε ότι τα δικαιώματά της ή οι αξίες της θίγονταν, προχωρούσε σε κινητοποιήσεις. Τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία με τις ταυτότητες, όταν η τότε κυβέρνηση Σημίτη είχε αποφασίσει να μην αναγράφεται το θρήσκευμα στις ταυτότητες. Τότε λίγο έλειψε να πέσει η κυβέρνηση καθώς οι συλλογές υπογραφών και τα συλλαλητήρια ήταν μαζικά. Πρόσφατα, η προεκλογική δέσμευση του κ. Παπανδρέου για φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας ξεσήκωσε εκ νέου τους Ιεράρχες. Ακόμα, επίκειται νέος ξεσηκωμός με αφορμή την κάρτα του πολίτη που σχεδιάζει η κυβέρνηση.
Όπως καταλαβαίνει κανείς, αν συνυπολογίσουμε στα παραπάνω τις πολλές φορές που η Εκκλησία υπερασπίζεται τα εθνικά συμφέροντα και αναφέρεται στα καυτά εθνικά θέματα, τότε καταλαβαίνει κανείς ότι είναι πολλές οι φορές που οι Ιεράρχες κάνουν πολιτική με την ευρεία έννοια του όρου. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό και κατακριτέο, όμως είναι υποκριτικό όταν πολλοί εκπρόσωποι της Εκκλησίας απαρνούνται τον πολιτικό μανδύα και τονίζουν ότι μιλούν πάντα στο όνομα της υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων. Ο λαός έχει τη δύναμη, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες (π.χ. εκλογές) να εκφράζει τη βούλησή του για το εθνικό συμφέρον, όποτε αυτό διακυβεύεται, και δεν πρέπει κάποιοι ιεράρχες να θέλουν να δράσουν «ελέω Θεού». Ο καθένας έχει τη γνώμη του για τα πολιτικά ζητήματα της χώρας, όμως οι Ιερείς δεν πρέπει να μιλούν ακραία και να νομίζουν ότι εκπροσωπούν την κοινή γνώμη.
Η Εκκλησία της Ελλάδος αν θελήσουμε να την εξετάσουμε ως πολιτική δύναμη, είναι αρκετά συντηρητική, οπισθοδρομική και φοβική. Αντιστέκεται στις αμβλώσεις, στο προγαμιαίο σεξ και στην ομοφυλοφιλία την ίδια στιγμή που όλα αυτά αποτελούν πραγματικότητα, την οποία έχει δεχθεί η ελληνική κοινωνία. Αντιστέκεται, για παράδειγμα, στην κατασκευή μουσουλμανικοί τεμένους, τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας έχει αποδεχθεί την ανεξιθρησκία. Πρέπει η Εκκλησία να καταλάβει ότι όλοι οι πιστοί, ανεξαρτήτου θρησκεύματος, πρέπει να έχουν το δικό τους χώρο λατρείας και προσευχής, και όχι να περιθωριοποιούνται και να λιντσάρονται, γιατί πολύ απλά η περιθωριοποίηση αργά ή γρήγορα φέρνει αντίδραση με άσχημα αποτελέσματα. Αντιστέκεται σε ένα μάθημα Θρησκειολογίας στα ελληνικά σχολεία και προάγει το μάθημα των Θρησκευτικών, το οποίο όπως γίνεται αποτελεί μια ορθόδοξη κατήχηση και μόνο.
Είναι πολλά τα περιστατικά στα οποία μπορεί να αναφερθεί κανείς, όμως το συμπέρασμα είναι ότι η Εκκλησία πρέπει να κοιτάει τα του οίκου της. Να ασχοληθεί με τα θέματα της πίστεως, να προσφέρει, όπως πράγματι κάνει, τη χείρα βοηθείας στους φτωχούς και τους μη προνομιούχους συμπολίτες μας, ανεξαρτήτου χρώματος, και τέλος να κάνει πράξη τα ουσιαστικά – ανθρωπιστικά μηνύματα της Ορθοδοξίας. Είναι καιρός οι προοδευτικοί Ιεράρχες και ειδικότερα ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος, να αναλάβουν πρωτοβουλίες ώστε η Εκκλησία να παραμείνει αφοσιωμένη στο αξιοζήλευτο ανθρωπιστικό έργο που προσφέρει, και όχι να φαίνεται στα μάτια του κόσμου ως μια οιονεί συντηρητική πολιτική δύναμη.
Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010
ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΧΑΟΣ
Την περασμένη Τετάρτη, ο ξυλοδαρμός του κ. Χατζηδάκη, ήταν το αποκορύφωμα μιας κατάστασης που εδώ και καιρό έχει λάβει χαρακτηριστικά παγιωμένης αντίληψης στην ελληνική κοινωνία. Τις περασμένες φορές οι «επιθέσεις» στους πολιτικούς περιορίζονταν στις ύβρεις, όμως τη φορά αυτή η κατάσταση ξέφυγε από τη φραστική βία. Είναι δεδομένο ότι εδώ και αρκετούς μήνες έχει διαμορφωθεί μια γενικευμένη απαξίωση του πολιτικού προσωπικού της χώρας από ένα ευρύτερο κομμάτι της κοινωνίας. Μια αποδοκιμασία που δεν περιορίζεται πλέον σε φραστικές καταδίκες ή έστω σε αποχή από συλλογικές διαδικασίες (όπως η αποχή από τις πρόσφατες εκλογές), αλλά εξωτερικεύεται και με σωματική βία. Σαφώς τέτοιου είδους επιθέσεις και προπηλακισμοί είναι κατακριτέοι, όμως το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η κατάσταση σε λίγο καιρό ενδέχεται να είναι εκτός ελέγχου.
Το ανησυχητικό μήνυμα αυτής της επίθεσης είναι ότι, τη φορά αυτή δεν μιλάμε για επίθεση από τους «γνωστούς – άγνωστους» ή από αναρχικούς ή ακροδεξιούς. Μιλάμε για καθημερινούς ανθρώπους, βιοπαλαιστές, μισθωτούς, συνταξιούχους, άνεργους πτυχιούχους, άνεργους οικογενειάρχες. Οι άνθρωποι αυτοί θίγονται καθημερινά από την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και ενώ βλέπουν να μπαίνει «μαχαίρι» σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα δεν βλέπουν να τιμωρείται κάποιος πολιτικός για την κατάσταση της χώρας. Ενώ εκείνοι υποχρεώνονται σε βίαιη αλλαγή της ζωής τους, οι πολιτικοί συνεχίζουν να απολαμβάνουν τα προνόμιά τους, εμφανώς αποξενωμένοι από την πραγματικότητα και τη σκληρή καθημερινότητα.
Ασφαλώς η χρήση βίας, είναι καταδικαστέα. Είτε το θύμα είναι ένας μετανάστης, είτε ένας τέως υπουργός. Πάντα η εύκολη λύση είναι να στοχοποιούνται οι δράστες, να αναφερθούν δυο – τρεις καλές κουβέντες για το θύμα, να απασχολήσει το περιστατικό τα δελτία των 8, και η ζωή συνεχίζεται. Κάθε πράξη λαϊκής αυτοδικίας πρέπει όχι μόνο να καταδικάζεται στα λόγια, αλλά να τιμωρείται από τη δικαιοσύνη, τους απεργούς και συνολικά από την κοινωνία Στην περίπτωση του κ. Χατζηδάκη, δεν μιλάμε για μια επίθεση τυχαία ή προμελετημένη. Η αιτία είναι αρκετά βαθιά. Στα μάτια των εξαγριωμένων συμπολιτών μας, ο κ. Χατζηδάκης αντιπροσώπευε σύσσωμο το ελληνικό κοινοβούλιο, του τώρα και του χθες. Στα μάτια των διαδηλωτών, αυτό που αντιπροσώπευε ο κ. Χατζηδάκης ήταν , ήταν το τέλμα στο οποίο βρίσκεται η ελληνική κοινωνία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η επίθεση στον πρώην υπουργό δεν ήταν προμελετημένη, αλλά αυθόρμητη. Και ο αυθορμητισμός είναι το ανησυχητικό, καθώς μιλάμε για μια κοινωνία που βράζει και κανείς δεν φαντάζεται που θα ξεσπάσει η λαϊκή οργή και σε ποιον.
Σίγουρα, για την κατάσταση της χώρας δεν φταίνε όλοι οι πολιτικοί. Όμως, όταν έχουν συμβεί τόσα, τα χλωρά καίγονται με τα ξερά, και σε συνθήκες λαϊκού ξεσηκωμού, το ποτάμι της οργής δεν μπορεί να σταματήσει. Η χώρα μας βρίσκεται πολύ κοντά σε σημείο χωρίς επιστροφή. Το επεισόδιο με τον κ. Χατζηδάκη είναι χαρακτηριστικό. Είναι ένας πολιτικός που δεν έχει ακουστεί το όνομά του σε κάποιο σκάνδαλο. Και όμως όταν το πλήθος τον είδε, έπεσε πάνω του και εξέφρασε την οργή του για τα όσα συμβαίνουν στη χώρα τους τελευταίους μήνες. Ήταν μια πρώτη γεύση γι’ αυτό που θα επακολουθήσει, αν δεν καταλάβουν οι κυβερνόντες και οι πολιτικοί ότι και οι ίδιοι υπάγονται στους νόμους και τα βάρη πρέπει να μοιραστούν δίκαια. Είναι πάρα πολλοί οι έχοντες και οι διαπλεκόμενοι που δεν έχουν συνεισφέρει τίποτα ως τώρα στην εθνική προσπάθεια που γίνεται για την αποφυγή της χρεωκοπίας. Ο όχλος τις περισσότερες φορές, όταν νιώθει ότι θίγεται, δεν διακρίνεται για νηφάλιες αξιολογήσεις προσώπων. Μια σπίθα αρκεί για να ανάψει φωτιά στην κοινωνία. Και αυτό οφείλει να το γνωρίζει η κυβέρνηση και να λάβει τα μέτρα της πριν να είναι αργά.
Το ανησυχητικό μήνυμα αυτής της επίθεσης είναι ότι, τη φορά αυτή δεν μιλάμε για επίθεση από τους «γνωστούς – άγνωστους» ή από αναρχικούς ή ακροδεξιούς. Μιλάμε για καθημερινούς ανθρώπους, βιοπαλαιστές, μισθωτούς, συνταξιούχους, άνεργους πτυχιούχους, άνεργους οικογενειάρχες. Οι άνθρωποι αυτοί θίγονται καθημερινά από την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και ενώ βλέπουν να μπαίνει «μαχαίρι» σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα δεν βλέπουν να τιμωρείται κάποιος πολιτικός για την κατάσταση της χώρας. Ενώ εκείνοι υποχρεώνονται σε βίαιη αλλαγή της ζωής τους, οι πολιτικοί συνεχίζουν να απολαμβάνουν τα προνόμιά τους, εμφανώς αποξενωμένοι από την πραγματικότητα και τη σκληρή καθημερινότητα.
Ασφαλώς η χρήση βίας, είναι καταδικαστέα. Είτε το θύμα είναι ένας μετανάστης, είτε ένας τέως υπουργός. Πάντα η εύκολη λύση είναι να στοχοποιούνται οι δράστες, να αναφερθούν δυο – τρεις καλές κουβέντες για το θύμα, να απασχολήσει το περιστατικό τα δελτία των 8, και η ζωή συνεχίζεται. Κάθε πράξη λαϊκής αυτοδικίας πρέπει όχι μόνο να καταδικάζεται στα λόγια, αλλά να τιμωρείται από τη δικαιοσύνη, τους απεργούς και συνολικά από την κοινωνία Στην περίπτωση του κ. Χατζηδάκη, δεν μιλάμε για μια επίθεση τυχαία ή προμελετημένη. Η αιτία είναι αρκετά βαθιά. Στα μάτια των εξαγριωμένων συμπολιτών μας, ο κ. Χατζηδάκης αντιπροσώπευε σύσσωμο το ελληνικό κοινοβούλιο, του τώρα και του χθες. Στα μάτια των διαδηλωτών, αυτό που αντιπροσώπευε ο κ. Χατζηδάκης ήταν , ήταν το τέλμα στο οποίο βρίσκεται η ελληνική κοινωνία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η επίθεση στον πρώην υπουργό δεν ήταν προμελετημένη, αλλά αυθόρμητη. Και ο αυθορμητισμός είναι το ανησυχητικό, καθώς μιλάμε για μια κοινωνία που βράζει και κανείς δεν φαντάζεται που θα ξεσπάσει η λαϊκή οργή και σε ποιον.
Σίγουρα, για την κατάσταση της χώρας δεν φταίνε όλοι οι πολιτικοί. Όμως, όταν έχουν συμβεί τόσα, τα χλωρά καίγονται με τα ξερά, και σε συνθήκες λαϊκού ξεσηκωμού, το ποτάμι της οργής δεν μπορεί να σταματήσει. Η χώρα μας βρίσκεται πολύ κοντά σε σημείο χωρίς επιστροφή. Το επεισόδιο με τον κ. Χατζηδάκη είναι χαρακτηριστικό. Είναι ένας πολιτικός που δεν έχει ακουστεί το όνομά του σε κάποιο σκάνδαλο. Και όμως όταν το πλήθος τον είδε, έπεσε πάνω του και εξέφρασε την οργή του για τα όσα συμβαίνουν στη χώρα τους τελευταίους μήνες. Ήταν μια πρώτη γεύση γι’ αυτό που θα επακολουθήσει, αν δεν καταλάβουν οι κυβερνόντες και οι πολιτικοί ότι και οι ίδιοι υπάγονται στους νόμους και τα βάρη πρέπει να μοιραστούν δίκαια. Είναι πάρα πολλοί οι έχοντες και οι διαπλεκόμενοι που δεν έχουν συνεισφέρει τίποτα ως τώρα στην εθνική προσπάθεια που γίνεται για την αποφυγή της χρεωκοπίας. Ο όχλος τις περισσότερες φορές, όταν νιώθει ότι θίγεται, δεν διακρίνεται για νηφάλιες αξιολογήσεις προσώπων. Μια σπίθα αρκεί για να ανάψει φωτιά στην κοινωνία. Και αυτό οφείλει να το γνωρίζει η κυβέρνηση και να λάβει τα μέτρα της πριν να είναι αργά.
Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010
ΣΩΤΗΡΙΑ Η ΕΚΔΟΣΗ ΕΥΡΩΟΜΟΛΟΓΟΥ
Η έκδοση κοινών ευρωομολόγων, με βάση την πρόταση που παρουσίασαν ο Πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου κ. Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ και ο Υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας κ. Τζούλιο Τρεμόντι, συζητείται όλο και πιο έντονα εντός και εκτός Ε.Ε. Ήδη, η Γερμανία και η Γαλλία έχουν ταχθεί εναντίον αυτής της προοπτικής και αυτό διότι δεν επιθυμούν να πληρώσουν τα χρέη των άλλων ευρωπαϊκών χωρών οι Γερμανοί και οι Γάλλοι πολίτες. Όμως, η πιθανότητα έκδοσης ευρωπαϊκού ομολόγου θα μπορούσε να δώσει τέλος στην κρίση χρέους που μαστίζει την Ευρωζώνη, και να αποτελέσει ένα σημαντικό προληπτικό «μαξιλάρι» αντιμετώπισης μελλοντικών κρίσεων.
Όμως, η πιθανότητα έκδοσης ευρωομολόγου δεν έχει να κάνει μόνο με την αντιμετώπιση μακροπρόθεσμων κινδύνων. Το σημαντικότερο είναι ότι για πρώτη φορά, από τη δημιουργία της ΟΝΕ, επιχειρείται, έστω με τη μορφή πρότασης σε πρώτη φάση, να μπουν κανόνες στις ανεξέλεγκτες και κερδοσκοπικές αγορές. Με την κοινή έκδοση ευρωομολόγου θα μπορούν να κερδίσουν όλες οι χώρες της Ευρωζώνης και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τον επιμερισμό των υποχρεώσεών τους ανάλογα με την αξιολόγηση των κινδύνων τους, ώστε να λειτουργεί η σχετική «πειθαρχία» των αγορών. Ακόμα, εν μέσω της κρίσης, το ευρωομόλογο θα αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο «εγγύηση» για τις χώρες της Ευρωζώνης, για την πρόσβασή τους σε φθηνότερο δανεισμό. Το σίγουρο είναι ότι η χώρα μας, θα ήταν σαφώς ευνοημένη από μια τέτοια εξέλιξη, καθώς το δημόσιο χρέος, αντίστοιχο µε το 40% του ΑΕΠ, θα καλυπτόταν µε ευρωομόλογα, και έτσι η Ελλάδα θα «απαλλασσόταν» από την αγωνία εξυπηρέτησης χρέους 120 δισ. ευρώ, µε βάση τα σημερινά μεγέθη. Γιατί το ποσό αυτό θα μπορούσε να καλυφθεί εύκολα από τις αγορές, µε ευρωπαϊκά, δηλαδή χαµηλά, επιτόκια. Το ίδιο θα ίσχυε φυσικά για όλα τα άλλα «γουρούνια» της ευρωπαϊκής περιφέρειας που δοκιμάζονται σήµερα από τις αγορές. Με τη συνδρομή της δημοσιονομικά αξιόπιστης Κεντρικής Ευρώπης, καθώς και με το «μαξιλάρι ασφαλείας» που θα προσέφερε το ευρωομόλογο, θα μπορούσαν τα αδύναμα ευρωπαϊκά κράτη να ξεφύγουν από την ασφυκτική μέγγενη των αγορών και έτσι θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε να μιλούμε για αυξημένους ρυθμούς ανάπτυξης.
Το Ευρώ είναι γνωστό ότι κάθε μέρα τεστάρει τα όρια του και «παίζει» την ύπαρξή του. Οι αδυναμίες της Ευρωζώνης είναι και αυτές γνωστές. Οι 16 χώρες – μέλη της Ευρωζώνης δεν είναι ικανοί (ως τώρα τουλάχιστον) για μία πραγματική συνεργασία μεταξύ τους. Δεν συνειδητοποιούν ότι έχουν να διαχειριστούν ένα κοινό νόμισμα το οποίο αν αντιμετωπιστεί από όλους ως ένα απλό νόμισμα, δεν μπορεί να αποτελέσει αγαθό για την Ευρωζώνη. Μπορεί η οικονομική κρίση να ταλαιπωρεί εδώ και καιρό τις χώρες της Ευρωζώνης, και κυρίως τους Ευρωπαίους πολίτες, όμως υπάρχουν ακόμα περιθώρια ώστε οι Ευρωπαίοι ηγέτες να κάνουν άλματα προς τα μπρος. Και όταν μιλάμε για άλματα προς τα μπρος, δεν αναφερόμαστε μόνο στο ευρωομόλογο. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αν θέλουν να μακροημερεύσει το ευρώ και να αποτελέσει πραγματικό φορέα σύγκλισης και ισομερής ανάπτυξης, πρέπει να μιλήσουν για κοινή ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική και για κοινή φορολογική πολιτική. Γιατί αλλιώς ένα νόμισμα από μόνο του χωρίς τις απαραίτητες προϋποθέσεις θα είναι καταδικασμένο αργά ή γρήγορα να αποτύχει.
Στην προκειμένη φάση, σχετικά με την πιθανότητα έκδοσης ευρωομολόγου, η Γερμανία και οι χώρες δορυφόροι της, αποδεικνύουν με τη – χωρίς συζήτηση- άρνησή τους, πως βρίσκονται εδώ και χρόνια μακριά από τη λογική της εξυπηρέτησης του κοινού ευρωπαϊκού ιδεώδους. Έτσι, δύσκολα θα μπορούσαν να δεχθούν να καταβάλουν το κόστος ενός υψηλότερου γι’ αυτούς επιτοκίου δανεισµού, όπως συνεπάγεται το ευρωομόλογο. Όμως οι υπόλοιπες χώρες πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους αντιλαμβανόμενες το κοινό ευρωπαϊκό καλό. Οι πολιτικοί που είναι πολέμιοι της ιδέας του ευρωομολόγου, και ειδικά η κ. Μέρκελ με τον κ. Σαρκοζί, πρέπει να βρουν το θάρρος να αποσαφηνίσουν τη σημασία του ευρώ για την ευρωπαϊκή οικονομία. Λένε ότι είναι αναγκαία η σωτηρία του Ευρώ αλλά αυτό πρέπει να το αποδείξουν ξεκάθαρα στην πράξη. Τότε θα καταστεί δυνατό να διαμορφωθεί η βοήθεια προς τις προβληματικές χώρες της ευρωζώνης, ώστε να είναι πραγματική στήριξη και όχι τιμωρία. Αυτό μόνο καλό θα μπορούσε να κάνει στην Ε.Ε. και σε κάθε χώρα ξεχωριστά.
Όμως, η πιθανότητα έκδοσης ευρωομολόγου δεν έχει να κάνει μόνο με την αντιμετώπιση μακροπρόθεσμων κινδύνων. Το σημαντικότερο είναι ότι για πρώτη φορά, από τη δημιουργία της ΟΝΕ, επιχειρείται, έστω με τη μορφή πρότασης σε πρώτη φάση, να μπουν κανόνες στις ανεξέλεγκτες και κερδοσκοπικές αγορές. Με την κοινή έκδοση ευρωομολόγου θα μπορούν να κερδίσουν όλες οι χώρες της Ευρωζώνης και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τον επιμερισμό των υποχρεώσεών τους ανάλογα με την αξιολόγηση των κινδύνων τους, ώστε να λειτουργεί η σχετική «πειθαρχία» των αγορών. Ακόμα, εν μέσω της κρίσης, το ευρωομόλογο θα αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο «εγγύηση» για τις χώρες της Ευρωζώνης, για την πρόσβασή τους σε φθηνότερο δανεισμό. Το σίγουρο είναι ότι η χώρα μας, θα ήταν σαφώς ευνοημένη από μια τέτοια εξέλιξη, καθώς το δημόσιο χρέος, αντίστοιχο µε το 40% του ΑΕΠ, θα καλυπτόταν µε ευρωομόλογα, και έτσι η Ελλάδα θα «απαλλασσόταν» από την αγωνία εξυπηρέτησης χρέους 120 δισ. ευρώ, µε βάση τα σημερινά μεγέθη. Γιατί το ποσό αυτό θα μπορούσε να καλυφθεί εύκολα από τις αγορές, µε ευρωπαϊκά, δηλαδή χαµηλά, επιτόκια. Το ίδιο θα ίσχυε φυσικά για όλα τα άλλα «γουρούνια» της ευρωπαϊκής περιφέρειας που δοκιμάζονται σήµερα από τις αγορές. Με τη συνδρομή της δημοσιονομικά αξιόπιστης Κεντρικής Ευρώπης, καθώς και με το «μαξιλάρι ασφαλείας» που θα προσέφερε το ευρωομόλογο, θα μπορούσαν τα αδύναμα ευρωπαϊκά κράτη να ξεφύγουν από την ασφυκτική μέγγενη των αγορών και έτσι θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε να μιλούμε για αυξημένους ρυθμούς ανάπτυξης.
Το Ευρώ είναι γνωστό ότι κάθε μέρα τεστάρει τα όρια του και «παίζει» την ύπαρξή του. Οι αδυναμίες της Ευρωζώνης είναι και αυτές γνωστές. Οι 16 χώρες – μέλη της Ευρωζώνης δεν είναι ικανοί (ως τώρα τουλάχιστον) για μία πραγματική συνεργασία μεταξύ τους. Δεν συνειδητοποιούν ότι έχουν να διαχειριστούν ένα κοινό νόμισμα το οποίο αν αντιμετωπιστεί από όλους ως ένα απλό νόμισμα, δεν μπορεί να αποτελέσει αγαθό για την Ευρωζώνη. Μπορεί η οικονομική κρίση να ταλαιπωρεί εδώ και καιρό τις χώρες της Ευρωζώνης, και κυρίως τους Ευρωπαίους πολίτες, όμως υπάρχουν ακόμα περιθώρια ώστε οι Ευρωπαίοι ηγέτες να κάνουν άλματα προς τα μπρος. Και όταν μιλάμε για άλματα προς τα μπρος, δεν αναφερόμαστε μόνο στο ευρωομόλογο. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αν θέλουν να μακροημερεύσει το ευρώ και να αποτελέσει πραγματικό φορέα σύγκλισης και ισομερής ανάπτυξης, πρέπει να μιλήσουν για κοινή ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική και για κοινή φορολογική πολιτική. Γιατί αλλιώς ένα νόμισμα από μόνο του χωρίς τις απαραίτητες προϋποθέσεις θα είναι καταδικασμένο αργά ή γρήγορα να αποτύχει.
Στην προκειμένη φάση, σχετικά με την πιθανότητα έκδοσης ευρωομολόγου, η Γερμανία και οι χώρες δορυφόροι της, αποδεικνύουν με τη – χωρίς συζήτηση- άρνησή τους, πως βρίσκονται εδώ και χρόνια μακριά από τη λογική της εξυπηρέτησης του κοινού ευρωπαϊκού ιδεώδους. Έτσι, δύσκολα θα μπορούσαν να δεχθούν να καταβάλουν το κόστος ενός υψηλότερου γι’ αυτούς επιτοκίου δανεισµού, όπως συνεπάγεται το ευρωομόλογο. Όμως οι υπόλοιπες χώρες πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους αντιλαμβανόμενες το κοινό ευρωπαϊκό καλό. Οι πολιτικοί που είναι πολέμιοι της ιδέας του ευρωομολόγου, και ειδικά η κ. Μέρκελ με τον κ. Σαρκοζί, πρέπει να βρουν το θάρρος να αποσαφηνίσουν τη σημασία του ευρώ για την ευρωπαϊκή οικονομία. Λένε ότι είναι αναγκαία η σωτηρία του Ευρώ αλλά αυτό πρέπει να το αποδείξουν ξεκάθαρα στην πράξη. Τότε θα καταστεί δυνατό να διαμορφωθεί η βοήθεια προς τις προβληματικές χώρες της ευρωζώνης, ώστε να είναι πραγματική στήριξη και όχι τιμωρία. Αυτό μόνο καλό θα μπορούσε να κάνει στην Ε.Ε. και σε κάθε χώρα ξεχωριστά.
Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010
ΝΤΟΜΙΝΟ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ
Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι έσπευσαν, στην αρχή της οικονομικής ύφεσης στη χώρα μας, να χρίσουν την Ελλάδα ως το «μαύρο πρόβατο» της Ευρωζώνης. Όμως λίγους μήνες μετά, οι περιπτώσεις της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας έχουν ήδη βγάλει στην επιφάνεια τα διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν κάποιες χώρες της Ευρώπης, και ειδικά οι φτωχές χώρες της περιφέρειας. Αναμφίβολα, εντός Ε.Ε και κυρίως εντός ευρωζώνης, οποιαδήποτε εξέλιξη είναι ικανή να επηρεάσει βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα πολλές εθνικές οικονομίες και να φέρει ντόμινο εξελίξεων, με το πιο ανησυχητικό σενάριο να έχει να κάνει με το μέλλον του ευρώ.
Μπορεί η Πορτογαλία να μην έχει το έλλειμμα και το χρέος που έχει η χώρα μας και η Ιρλανδία, όμως ο συνδυασμός ελλείμματος, χρέους και αρκετά χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης, εκτόξευσαν το κόστος δανεισμού στα ύψη. Αν η κατάσταση στην Πορτογαλία χειροτερεύσει, τότε κινδυνεύει άμεσα και η Ισπανία, η οποία είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Πορτογαλίας, καθώς και ο μεγαλύτερος δανειστής της, μιας και οι ισπανικές τράπεζες κατέχουν πορτογαλικά ομόλογα ύψους 59 δις. Ευρώ. Όταν κάνουμε λόγο για την ισπανική οικονομία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια χώρα σχεδόν διπλάσια από τις παραπάνω. Επίσης, το ΑΕΠ της Ισπανίας για το 2009 ήταν 1.460 δις δολάρια , τη στιγμή που της Ελλάδας ήταν 329 δις, της Πορτογαλίας 227 δις, όπως και της Ιρλανδίας. Γίνεται εύκολα αντιληπτό πως αν ξεσπάσει παρόμοια κρίση στην Ισπανία, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι εύκολα διαχειρίσιμο και οι εξελίξεις θα είναι απρόβλεπτες.
Τα ενδεχόμενα που συζητούν οι ευρωπαίοι ηγέτες, τεχνοκράτες και τραπεζίτες, σχετικά με το μέλλον των προβληματικών χωρών και της ευρωζώνης, είναι ουσιαστικά δυο: Αρχικά, υπάρχει η πρόταση για αύξηση του κεφαλαίου του μηχανισμού στήριξης ώστε να καλύψει ενδεχόμενες επιπλέον ανάγκες και άλλων χωρών. Μπορεί για το ενδεχόμενο αυτό η κ. Μέρκελ, η νέα σιδηρά κυρία της Ευρώπης, να κρατάει επιφυλακτική έως αρνητική στάση, όμως θιασώτης αυτής της πολιτικής είναι ο Γερμανός αρχιτραπεζίτης Βέμπερ. Η κ. Μέρκελ, είναι υπέρ της συμμετοχής ιδιωτών σε μια προοπτική ενός «μόνιμου» ευρωπαϊκού μνημονίου. Το γεγονός αυτό από τη μια θα επιφέρει περισσότερο χρήμα και δυνατότητες επιμήκυνσης της αποπληρωμής του χρέους, όμως από την άλλη πλευρά θα αυξηθεί το κόστος του χρήματος, και σε περιπτώσεις όπου η δανειζόμενη χώρα δεν μπορεί να εκπληρώσει τις δανειακές υποχρεώσεις της, η χρεοκοπία θα είναι μονόδρομος. Το άλλο σενάριο που συζητείται, έχει να κάνει με την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα για τις «προβληματικές» χώρες. Επιστροφή, η οποία όμως θα αφορά μόνο τις εσωτερικές συναλλαγές. Αυτό το γεγονός μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα, όμως αυτομάτως με την επιστροφή στη δραχμή, για παράδειγμα, το βιοτικό επίπεδο θα πέσει κατακόρυφα και θα ακολουθήσουν πολλά χρόνια λιτότητας και φτώχιας.
Στην οικονομική κατάσταση που έφτασε η Ευρώπη, όλα τα σενάρια μοιάζουν πιθανά: Από τη διάλυση της ευρωζώνης, μέχρι την ελεγχόμενη πτώχευση κρατών- μελών και τη δημιουργία τεράστιων ανισοτήτων. Η προοπτική ενός διαρκούς μνημονίου γερμανικής κατευθύνσεως τουλάχιστον τρομάζει, καθώς η παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας δεν είναι μακριά για τις δανειζόμενες χώρες. Στην Ευρώπη πλέον το παιχνίδι που παίζεται είναι αμείλικτο. Η πολιτική ενοποίηση και γενικότερα η συνέχιση της ευρωπαϊκής προοπτικής συγκρούεται με τις αγορές, τους τραπεζίτες και τους κερδοσκόπους. Η Ευρώπη κοντράρεται από ένα σύστημα που η ίδια εξέθρεψε, μέσα από τις ασάφειες των Συνθηκών και την ατολμία της πολιτικής. Το ποιος θα επικρατήσει σε αυτόν τον οικονομικό πόλεμο, είναι ακόμα άγνωστο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι αγορές είναι πολύ σκληρές για να πεθάνουν.
Μπορεί η Πορτογαλία να μην έχει το έλλειμμα και το χρέος που έχει η χώρα μας και η Ιρλανδία, όμως ο συνδυασμός ελλείμματος, χρέους και αρκετά χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης, εκτόξευσαν το κόστος δανεισμού στα ύψη. Αν η κατάσταση στην Πορτογαλία χειροτερεύσει, τότε κινδυνεύει άμεσα και η Ισπανία, η οποία είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Πορτογαλίας, καθώς και ο μεγαλύτερος δανειστής της, μιας και οι ισπανικές τράπεζες κατέχουν πορτογαλικά ομόλογα ύψους 59 δις. Ευρώ. Όταν κάνουμε λόγο για την ισπανική οικονομία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια χώρα σχεδόν διπλάσια από τις παραπάνω. Επίσης, το ΑΕΠ της Ισπανίας για το 2009 ήταν 1.460 δις δολάρια , τη στιγμή που της Ελλάδας ήταν 329 δις, της Πορτογαλίας 227 δις, όπως και της Ιρλανδίας. Γίνεται εύκολα αντιληπτό πως αν ξεσπάσει παρόμοια κρίση στην Ισπανία, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι εύκολα διαχειρίσιμο και οι εξελίξεις θα είναι απρόβλεπτες.
Τα ενδεχόμενα που συζητούν οι ευρωπαίοι ηγέτες, τεχνοκράτες και τραπεζίτες, σχετικά με το μέλλον των προβληματικών χωρών και της ευρωζώνης, είναι ουσιαστικά δυο: Αρχικά, υπάρχει η πρόταση για αύξηση του κεφαλαίου του μηχανισμού στήριξης ώστε να καλύψει ενδεχόμενες επιπλέον ανάγκες και άλλων χωρών. Μπορεί για το ενδεχόμενο αυτό η κ. Μέρκελ, η νέα σιδηρά κυρία της Ευρώπης, να κρατάει επιφυλακτική έως αρνητική στάση, όμως θιασώτης αυτής της πολιτικής είναι ο Γερμανός αρχιτραπεζίτης Βέμπερ. Η κ. Μέρκελ, είναι υπέρ της συμμετοχής ιδιωτών σε μια προοπτική ενός «μόνιμου» ευρωπαϊκού μνημονίου. Το γεγονός αυτό από τη μια θα επιφέρει περισσότερο χρήμα και δυνατότητες επιμήκυνσης της αποπληρωμής του χρέους, όμως από την άλλη πλευρά θα αυξηθεί το κόστος του χρήματος, και σε περιπτώσεις όπου η δανειζόμενη χώρα δεν μπορεί να εκπληρώσει τις δανειακές υποχρεώσεις της, η χρεοκοπία θα είναι μονόδρομος. Το άλλο σενάριο που συζητείται, έχει να κάνει με την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα για τις «προβληματικές» χώρες. Επιστροφή, η οποία όμως θα αφορά μόνο τις εσωτερικές συναλλαγές. Αυτό το γεγονός μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα, όμως αυτομάτως με την επιστροφή στη δραχμή, για παράδειγμα, το βιοτικό επίπεδο θα πέσει κατακόρυφα και θα ακολουθήσουν πολλά χρόνια λιτότητας και φτώχιας.
Στην οικονομική κατάσταση που έφτασε η Ευρώπη, όλα τα σενάρια μοιάζουν πιθανά: Από τη διάλυση της ευρωζώνης, μέχρι την ελεγχόμενη πτώχευση κρατών- μελών και τη δημιουργία τεράστιων ανισοτήτων. Η προοπτική ενός διαρκούς μνημονίου γερμανικής κατευθύνσεως τουλάχιστον τρομάζει, καθώς η παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας δεν είναι μακριά για τις δανειζόμενες χώρες. Στην Ευρώπη πλέον το παιχνίδι που παίζεται είναι αμείλικτο. Η πολιτική ενοποίηση και γενικότερα η συνέχιση της ευρωπαϊκής προοπτικής συγκρούεται με τις αγορές, τους τραπεζίτες και τους κερδοσκόπους. Η Ευρώπη κοντράρεται από ένα σύστημα που η ίδια εξέθρεψε, μέσα από τις ασάφειες των Συνθηκών και την ατολμία της πολιτικής. Το ποιος θα επικρατήσει σε αυτόν τον οικονομικό πόλεμο, είναι ακόμα άγνωστο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι αγορές είναι πολύ σκληρές για να πεθάνουν.
Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010
ΜΑΙΝΕΤΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΣΜΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Μετά από την Ελλάδα, παρατηρούμε πως πολλές χώρες βρίσκονται «στο κόκκινο». Η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και ίσως η Ισπανία αναμένεται να έχουν παρόμοια οικονομικά προβλήματα και να στραφούν στην Ε.Ε για οικονομικά πακέτα διάσωσης. Όλες οι χώρες μαζί με τις οικονομίες τους, είτε είναι προβληματικές, είτε ανθίζουν, αποτελούν τη λεγόμενη κοσμοοικονομία. Θεσμοί της κοσμοοικονομίας είναι οι αγορές, οι ανταγωνιζόμενες εταιρείες, ένα πλήθος κρατών και οι ελίτ που συνυπάρχουν στο πλαίσιο ενός διακρατικού συστήματος. Το νέο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί εδώ και δεκαετίες, βασίστηκε σε διεθνή καταμερισμό της εργασίας που καθόρισε τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων περιφερειών, καθώς και τις συνθήκες εργασίας σε κάθε περιφέρεια.
Στο μοντέλο της κοσμοοικονομίας , ο τύπος του πολιτικού συστήματος είναι άμεσα συνδεδεμένος με την τοποθέτηση κάθε περιοχής στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας. Οι περιοχές της περιφέρειας επικεντρώνονται σε χαμηλά προσόντα, σε σκληρή εργασία και εντατική παραγωγή και εξαγωγή των πρώτων υλών. Μεταξύ των δύο άκρων (πυρήνα-περιφέρειας), βρίσκονται οι ημιπεριφέρειες. Οι περιοχές αυτές αντιπροσωπεύουν είτε κεντρικές περιφέρειες που βρίσκονται σε παρακμή ή περιφέρειες οι οποίες επιχειρούν να βελτιώσουν τη θέση τους στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Από οικονομική άποψη, οι περιοχές αυτές διατηρήθηκαν περιορισμένες, αλλά μειώθηκε η πρόσβασή τους σε διεθνείς τράπεζες και στην παραγωγή υψηλού κόστους υψηλής ποιότητας μεταποιημένων προϊόντων. Σε αντίθεση με τις περιοχές του πυρήνα, όμως, απέτυχαν να κυριαρχήσουν στο διεθνές εμπόριο και, επομένως, δεν ωφελήθηκαν στον ίδιο βαθμό με τις περιοχές του πυρήνα. Οι περιοχές της Ημι-περιφέρειας εξαρτώνται λιγότερο από τα κράτη του Πυρήνα, σε σχέση με τις περιοχές της Περιφέρειας. Έχουν περισσότερο διαφοροποιημένη οικονομία και ισχυρότερα κράτη. Οι εξωτερικές περιοχές, διατηρούν κατά κάποιο τρόπο το δικό τους οικονομικό σύστημα και οι περισσότερες παραμένουν εκτός της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας. Δηλαδή, δεν έχει νόημα να μιλούμε για ημιπεριφερειακές παραγωγικές διαδικασίες. Η Ρωσία είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Στους πρώτους αιώνες της παγκόσμιας ανάπτυξης του συστήματος, η Βορειοδυτική Ευρώπη αποτέλεσε τον πυρήνα, η Μεσογειακή Ευρώπη την Ημι-Περιφέρεια και η Ανατολική Ευρώπη και το δυτικό ημισφαίριο (και μέρος της Ασίας), την Περιφέρεια. Μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα, ο πυρήνας αποτελείται από τις πλούσιες βιομηχανικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ιαπωνίας, στην Ημιπεριφέρεια περιλαμβάνονται πολλά μεγάλα ανεξάρτητα κράτη έξω από τη Δύση, και φτωχές, πρόσφατα ανεξάρτητες αποικίες αποτελούν κυρίως την Περιφέρεια.
Η Ελλάδα και οι χώρες που αναφέρθησαν στην αρχή, είναι μεταξύ περιφέρειας και ημι-περιφέρειας. Είναι χώρες με ανίσχυρες, πλέον, οικονομίες, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις πλούσιες βιομηχανικές χώρες (π.χ Γερμανία). Οι οικονομίες της κοσμοοικονομίας είναι άνισες και για τον λόγο αυτό δεν προκαλεί εντύπωση η θεωρία που έχει αναπτυχθεί τελευταία περί χωρισμού της ευρωζώνης στα δυο: στις ισχυρές χώρες του Ευρώ, και στα PIGSS. Στο κοσμοσύστημα μαίνεται ένας οικονομικός πόλεμος και η κατάληξή του είναι αβέβαιη. Και πλέον ο πόλεμος δεν είναι όπως παλιά όταν υπήρχε η μάχη μεταξύ κρατών ή συνασπισμών κρατών. Τώρα υπάρχει ένας αστάθμητος παράγοντας ικανός να επηρεάσει σε τεράστιο βαθμό τις εξελίξεις. Και αυτός ο παράγοντας δεν είναι άλλος από τις διεθνείς αγορές, οι οποίες μπορούν μέσα σε λίγες ώρες να καταστρέψουν μια εθνική οικονομία και κατ’ επέκταση μια ολόκληρη χώρα.
Στο μοντέλο της κοσμοοικονομίας , ο τύπος του πολιτικού συστήματος είναι άμεσα συνδεδεμένος με την τοποθέτηση κάθε περιοχής στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας. Οι περιοχές της περιφέρειας επικεντρώνονται σε χαμηλά προσόντα, σε σκληρή εργασία και εντατική παραγωγή και εξαγωγή των πρώτων υλών. Μεταξύ των δύο άκρων (πυρήνα-περιφέρειας), βρίσκονται οι ημιπεριφέρειες. Οι περιοχές αυτές αντιπροσωπεύουν είτε κεντρικές περιφέρειες που βρίσκονται σε παρακμή ή περιφέρειες οι οποίες επιχειρούν να βελτιώσουν τη θέση τους στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Από οικονομική άποψη, οι περιοχές αυτές διατηρήθηκαν περιορισμένες, αλλά μειώθηκε η πρόσβασή τους σε διεθνείς τράπεζες και στην παραγωγή υψηλού κόστους υψηλής ποιότητας μεταποιημένων προϊόντων. Σε αντίθεση με τις περιοχές του πυρήνα, όμως, απέτυχαν να κυριαρχήσουν στο διεθνές εμπόριο και, επομένως, δεν ωφελήθηκαν στον ίδιο βαθμό με τις περιοχές του πυρήνα. Οι περιοχές της Ημι-περιφέρειας εξαρτώνται λιγότερο από τα κράτη του Πυρήνα, σε σχέση με τις περιοχές της Περιφέρειας. Έχουν περισσότερο διαφοροποιημένη οικονομία και ισχυρότερα κράτη. Οι εξωτερικές περιοχές, διατηρούν κατά κάποιο τρόπο το δικό τους οικονομικό σύστημα και οι περισσότερες παραμένουν εκτός της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας. Δηλαδή, δεν έχει νόημα να μιλούμε για ημιπεριφερειακές παραγωγικές διαδικασίες. Η Ρωσία είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Στους πρώτους αιώνες της παγκόσμιας ανάπτυξης του συστήματος, η Βορειοδυτική Ευρώπη αποτέλεσε τον πυρήνα, η Μεσογειακή Ευρώπη την Ημι-Περιφέρεια και η Ανατολική Ευρώπη και το δυτικό ημισφαίριο (και μέρος της Ασίας), την Περιφέρεια. Μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα, ο πυρήνας αποτελείται από τις πλούσιες βιομηχανικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ιαπωνίας, στην Ημιπεριφέρεια περιλαμβάνονται πολλά μεγάλα ανεξάρτητα κράτη έξω από τη Δύση, και φτωχές, πρόσφατα ανεξάρτητες αποικίες αποτελούν κυρίως την Περιφέρεια.
Η Ελλάδα και οι χώρες που αναφέρθησαν στην αρχή, είναι μεταξύ περιφέρειας και ημι-περιφέρειας. Είναι χώρες με ανίσχυρες, πλέον, οικονομίες, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις πλούσιες βιομηχανικές χώρες (π.χ Γερμανία). Οι οικονομίες της κοσμοοικονομίας είναι άνισες και για τον λόγο αυτό δεν προκαλεί εντύπωση η θεωρία που έχει αναπτυχθεί τελευταία περί χωρισμού της ευρωζώνης στα δυο: στις ισχυρές χώρες του Ευρώ, και στα PIGSS. Στο κοσμοσύστημα μαίνεται ένας οικονομικός πόλεμος και η κατάληξή του είναι αβέβαιη. Και πλέον ο πόλεμος δεν είναι όπως παλιά όταν υπήρχε η μάχη μεταξύ κρατών ή συνασπισμών κρατών. Τώρα υπάρχει ένας αστάθμητος παράγοντας ικανός να επηρεάσει σε τεράστιο βαθμό τις εξελίξεις. Και αυτός ο παράγοντας δεν είναι άλλος από τις διεθνείς αγορές, οι οποίες μπορούν μέσα σε λίγες ώρες να καταστρέψουν μια εθνική οικονομία και κατ’ επέκταση μια ολόκληρη χώρα.
Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010
ΤΟ ΒΡΑΔΥΦΛΕΓΕΣ 2011
Υπό την ασφυκτική πίεση της τρόικας για πλήρη υλοποίηση των επιταγών του Μνημονίου και της δυσπιστίας των εταίρων, που καθιστά δύσκολο στοίχημα την απρόσκοπτη ροή των δόσεων του δανείου των 110 δισ. ευρώ, καλείται η κυβέρνηση να εφαρμόσει τον αρκετά φιλόδοξο προϋπολογισμό του 2011. Ο προϋπολογισμός που εγκρίθηκε με αρκετές ενστάσεις από μέλη της κυβέρνησης την περασμένη βδομάδα, εμπεριέχει αρκετές δυσκολίες. Η περσινή μείωση μισθών, συντάξεων και επιδομάτων σε όλο τον δημόσιο τομέα έδινε ένα σημαντικό μεγάλο μαξιλάρι ασφαλείας στην κυβέρνηση. Όμως, το νέο οικονομικό έτος όλα θα κριθούν από την ικανότητα της κυβέρνησης να περιστείλει τις δαπάνες σε κρίσιμους τομείς, όπως η υγεία, η κοινωνική ασφάλιση και οι ΔΕΚΟ, εγχείρημα πολύ μεγάλο και ενδεχομένως χρονοβόρο. Η κυβέρνηση πρέπει να βαδίσει με πολύ γοργούς ρυθμούς, χωρίς να αφήσει ούτε μια μέρα να πάει χαμένη, δεδομένου ότι η περιστολή των ελλειμμάτων, κυρίως στις ζημιογόνες ΔΕΚΟ, πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα στους προσεχείς 2-3 μήνες. Εδώ και ένα χρόνο έχουν γίνει πολύ μικρά βήματα στην περιστολή των δαπανών του ευρύτερου δημοσίου τομέα, και τώρα η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να κάνει γρήγορο πετάλι στην ανηφόρα.
Το 2011 θα είναι αρκετά πιο σκληρό από το 2010. Μπορεί το 2010 με την περικοπή μισθών, συντάξεων και επιδομάτων να «φτώχυνε» ο Έλληνας, όμως το 2011 αναμένεται να είναι αρκετά πιο δύσκολη χρονιά. Αρχικά, με τον προϋπολογισμό του 2011, οι έλληνες καταναλωτές φορτώθηκαν τον υψηλότερο φόρο στο πετρέλαιο θέρμανσης το οποίο θα γίνει το ακριβότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης. Επίσης, η αμόλυβδη βενζίνη θα είναι η δεύτερη πιο ακριβή στην Ευρώπη, ενώ ο βασικός συντελεστής του ΦΠΑ (23%) είναι ο τρίτος υψηλότερος μεταξύ των «27». Ακόμα, κατέχουμε πρωτιά στον πληθωρισμό, ο οποίος τρέχει πλέον στις μέρες μας με τον υψηλότερο ρυθμό (5,2%) στην Ε.Ε. Η ανεργία είναι αυτή τη στιγμή η τέταρτη μεγαλύτερη σε ολόκληρη την Ε.Ε. ενώ δεν αποκλείεται να «κερδίσουμε» και άλλες θέσεις, καθώς το 2011 θα εκτοξευτεί στο 14,6%, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ίδιας της κυβέρνησης και όχι μόνο. Βάσει των όσων αναγράφονται στον νέο προϋπολογισμό, η κυβέρνηση θα πρέπει να εισπράξει 7,83 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από το 2010 και να περικόψει επιπλέον δαπάνες ύψους 6,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Συνολικά, το ποσό που αναζητά το οικονομικό επιτελείο για το 2011 ανέρχεται στα 14,33 δισ. ευρώ για να καταφέρει να μειώσει το έλλειμμα, μόλις κατά 5 δισ. ευρώ (από τα 21,9 δισ. ευρώ που εκτιμάται ότι θα κλείσει φέτος το έλλειμμα, θα πρέπει να υποχωρήσει στα 16,8 δισ. ευρώ του χρόνου). Τα ζητήματα που απασχολούν όλους, όμως, είναι αν τελικά του χρόνου θα υπάρξουν απολύσεις στον δημόσιο τομέα και αν κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους θα αναγκαστεί η κυβέρνηση να καταφύγει σε νέα εισπρακτικά μέτρα. Οι ανησυχίες αυτές όμως εντείνονται δεδομένου ότι η κυβέρνηση ευελπιστεί πως ένα μεγάλο μέρος της αύξησης των εσόδων θα προέλθει από την πάταξη της φοροδιαφυγής. Όλοι παραδεχόμαστε ότι η φοροδιαφυγή ευημερεί στη χώρα μας, όμως και το τρέχον έτος η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να δώσει συγκροτημένη λύση στο πρόβλημα. Πέρα από κάποιες σκόρπιες περιπτώσεις, ελάχιστα χρήματα μπήκαν στα ταμεία του κράτους και σχεδόν όλοι οι φοροδιαφεύγοντες συνεχίζουν ανενόχλητοι «τη δουλεία τους». Αμφίβολης αποτελεσματικότητας είναι και τα έσοδα από τον ΦΠΑ, καθώς είναι ηλίου φαεινότερο πως όταν η αγοραστική δύναμη του καταναλωτή μειώνεται συνεχώς το 2010, η μείωση αυτή θα ενταθεί τη χρονιά που μας έρχεται. Το κόστος θα είναι μεγάλο για την κοινωνία και προβλέπονται εξίσου μεγάλες αντιδράσεις. Πρέπει άμεσα η κυβέρνηση και όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης να αντιληφθούν την κρισιμότητα της κατάστασης. Το 2011 κινδυνεύει να είναι ένα βραδυφλεγές έτος, με όλη τη σημασία της λέξης και αποτελεί χρονιά ορόσημο η οποία είτε θα μας βγάλει από το τούνελ είτε θα μας οδηγήσει στη χρεοκοπία.
Το 2011 θα είναι αρκετά πιο σκληρό από το 2010. Μπορεί το 2010 με την περικοπή μισθών, συντάξεων και επιδομάτων να «φτώχυνε» ο Έλληνας, όμως το 2011 αναμένεται να είναι αρκετά πιο δύσκολη χρονιά. Αρχικά, με τον προϋπολογισμό του 2011, οι έλληνες καταναλωτές φορτώθηκαν τον υψηλότερο φόρο στο πετρέλαιο θέρμανσης το οποίο θα γίνει το ακριβότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης. Επίσης, η αμόλυβδη βενζίνη θα είναι η δεύτερη πιο ακριβή στην Ευρώπη, ενώ ο βασικός συντελεστής του ΦΠΑ (23%) είναι ο τρίτος υψηλότερος μεταξύ των «27». Ακόμα, κατέχουμε πρωτιά στον πληθωρισμό, ο οποίος τρέχει πλέον στις μέρες μας με τον υψηλότερο ρυθμό (5,2%) στην Ε.Ε. Η ανεργία είναι αυτή τη στιγμή η τέταρτη μεγαλύτερη σε ολόκληρη την Ε.Ε. ενώ δεν αποκλείεται να «κερδίσουμε» και άλλες θέσεις, καθώς το 2011 θα εκτοξευτεί στο 14,6%, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ίδιας της κυβέρνησης και όχι μόνο. Βάσει των όσων αναγράφονται στον νέο προϋπολογισμό, η κυβέρνηση θα πρέπει να εισπράξει 7,83 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από το 2010 και να περικόψει επιπλέον δαπάνες ύψους 6,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Συνολικά, το ποσό που αναζητά το οικονομικό επιτελείο για το 2011 ανέρχεται στα 14,33 δισ. ευρώ για να καταφέρει να μειώσει το έλλειμμα, μόλις κατά 5 δισ. ευρώ (από τα 21,9 δισ. ευρώ που εκτιμάται ότι θα κλείσει φέτος το έλλειμμα, θα πρέπει να υποχωρήσει στα 16,8 δισ. ευρώ του χρόνου). Τα ζητήματα που απασχολούν όλους, όμως, είναι αν τελικά του χρόνου θα υπάρξουν απολύσεις στον δημόσιο τομέα και αν κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους θα αναγκαστεί η κυβέρνηση να καταφύγει σε νέα εισπρακτικά μέτρα. Οι ανησυχίες αυτές όμως εντείνονται δεδομένου ότι η κυβέρνηση ευελπιστεί πως ένα μεγάλο μέρος της αύξησης των εσόδων θα προέλθει από την πάταξη της φοροδιαφυγής. Όλοι παραδεχόμαστε ότι η φοροδιαφυγή ευημερεί στη χώρα μας, όμως και το τρέχον έτος η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να δώσει συγκροτημένη λύση στο πρόβλημα. Πέρα από κάποιες σκόρπιες περιπτώσεις, ελάχιστα χρήματα μπήκαν στα ταμεία του κράτους και σχεδόν όλοι οι φοροδιαφεύγοντες συνεχίζουν ανενόχλητοι «τη δουλεία τους». Αμφίβολης αποτελεσματικότητας είναι και τα έσοδα από τον ΦΠΑ, καθώς είναι ηλίου φαεινότερο πως όταν η αγοραστική δύναμη του καταναλωτή μειώνεται συνεχώς το 2010, η μείωση αυτή θα ενταθεί τη χρονιά που μας έρχεται. Το κόστος θα είναι μεγάλο για την κοινωνία και προβλέπονται εξίσου μεγάλες αντιδράσεις. Πρέπει άμεσα η κυβέρνηση και όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης να αντιληφθούν την κρισιμότητα της κατάστασης. Το 2011 κινδυνεύει να είναι ένα βραδυφλεγές έτος, με όλη τη σημασία της λέξης και αποτελεί χρονιά ορόσημο η οποία είτε θα μας βγάλει από το τούνελ είτε θα μας οδηγήσει στη χρεοκοπία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ;
Ο Κασσελάκης λοιπόν επιβεβαίωσε τα προγνωστικά του πρώτου γύρου και είναι από χθες ο νέος Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Έχουν ειπωθεί πολλά τα οποί...
-
Λίγο πριν τις εκλογές, και ενώ η πόλωση και η αντιπαράθεση μεγαλώνουν, πολλοί πολίτες εμφανίζονται, και είναι πραγματικά, αναποφάσισ...
-
36 ευρώ. Τόσο αποτιμάται για κάποιους η ζωή ενός ανθρώπου. Είναι αδιανόητο αυτό που συνέβη στο λιμάνι του Πειραιά. Αρχικά είχαμε βιαιη παρ...