Πρόσφατα είχαμε επισημάνει το ντόμινο εξελίξεων που ήταν πιθανό να πραγματοποιηθεί στη Μ. Ανατολή και ευρύτερα στον αραβικό κόσμο. Μετά την Τυνησία και την Αίγυπτο, η Λιβύη ακολούθησε κατά πόδας ενώ το Μπαχρέιν και η Υεμένη φλέγονται επίσης. Οι εστίες της αραβικής εξέγερσης φέρονται να έχουν εξαπλωθεί στη Λιβύη, απειλώντας το μακροβιότερο καθεστώς της ευρύτερης περιοχής, αυτό του συνταγματάρχη Μουαμάρ Καντάφι. Το νέο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι η αραβική επανάσταση αγγίζει πλέον και τις πλούσιες χώρες. Οι εξεγέρσεις στη Λιβύη, στην Υεμένη και στο Μπαχρέιν δείχνουν ότι ένα ντόμινο χωρίς προηγούμενο, καθιστά ολόκληρο τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο πρωταγωνιστή σε μια νέα ιστορική περίοδο. Τα αίτια για αυτή την πανσπερμία εξεγέρσεων προκλήθηκαν από την τεράστια οικονομική ανισότητα των πολιτών των χωρών αυτών, καθώς και από τη διατήρηση ξεπερασμένων απολυταρχικών καθεστώτων στην εξουσία.
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, οι εξεγέρσεις πλέον λαμβάνουν χώρα και στις πλούσιες περιοχές του αραβικού κόσμου. Και μάλλον άργησαν κιόλας αν σκεφτεί κανείς ότι ο Μουαμάρ Καντάφι βρίσκεται εδώ και σαράντα χρόνια στην εξουσία, έχοντας βεβαίως επιβάλλει την εσαεί παραμονή του σε αυτή με την κατάργηση κομμάτων και ελεύθερων εκλογών. Η Λιβύη είναι μια πλούσια χώρα, κυρίως χάρη στη δυναμική που της προσφέρει ο μαύρος χρυσός. Σε σύγκριση με τις άλλες χώρες του αραβικού κόσμου, οι Λιβανέζοι είναι αρκετά μορφωμένος λαός και οι Λιβανέζες έχουν περίοπτη θέση στην τοπική κοινωνία. Αυτό έχουν καταφέρει να το κερδίσουν νομικά αλλά και στην πράξη. Με λίγα λόγια μιλούμε για μια χώρα πλούσια, μορφωμένη και είναι απορίας άξιο πως άντεξε σαράντα χρόνια κάτω από την αυταρχική σκέπη του Καντάφι. Ο αραβικός κόσμος μετά από χρόνια απέκτησε συνείδηση ότι δεν είναι υποχρεωμένος στο όνομα της κοινωνικής ειρήνης που δίνει ο πλούτος του πετρελαίου, να υπομένει τα αρχαϊκά και ολοκληρωτικά καθεστώτα με ηγέτες που ανήκουν στην εποχή της απο-αποικιοκρατικοποίησης. Ο συνταγματάρχης Καντάφι ανέλαβε την εξουσία έπειτα από ένα αναίμακτο πραξικόπημα το 1969. Ο ίδιος δεν κατέχει κάποιο επίσημο αξίωμα και έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι αρκείται στον τίτλο του «επικεφαλής της επανάστασης». Η εξουσία του στηρίζεται στη λατρεία της προσωπικότητάς του, στο αχανές δίκτυο διασυνδέσεων με τις τοπικές φυλές και φυσικά από τα κέρδη που αποφέρει η εκμετάλλευση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων της χώρας. Περισσότερο και από τον κατά κεφαλή πλούτο, οι Λιβανέζοι με την εξέγερσή τους δείχνουν ότι για αυτούς ύψιστη ανάγκη αποτελεί η πρόσβαση όλων στη δημοκρατία. Και αυτή η ανάγκη γίνεται επιτακτική όταν μιλάμε για μια κοινωνία μορφωμένη και συνειδητοποιημένη.
Το αιγυπτιακό και το τυνησιακό καθεστώς στράφηκαν σχετικά ήπια εναντίον των διαδηλωτών. Στη Λιβύη όμως έχει επιστρατευτεί σύσσωμη η κρατική μηχανή για να αντιμετωπίσει τους εξεγερμένους διαδηλωτές. Δεν βγαίνει μόνο η αστυνομία στους δρόμους, αλλά και πληρωμένοι από το καθεστώς που χτυπούν τους διαδηλωτές. Παράλληλα το καθεστώς έχει μάθει να χρησιμοποιεί, και αυτό, το ιντερνέτ σαν όπλο και στέλνει ειδήσεις, ώστε να μην κατεβαίνει ο κόσμος στο δρόμο γιατί η αστυνομία θα χτυπήσει με πραγματικά πυρά. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο Καντάφι θεωρεί τους διαδηλωτές τρομοκράτες και εχθρούς για την πατρίδα και σε πρόσφατη ομιλία του προς τους υποστηρικτές του στην Πράσινη πλατεία τους είπε ότι πρέπει να είναι έτοιμοι να πολεμήσουν για τη χώρα τους. Τους διαβεβαίωσε πως αν χρειαστεί θα ανοίξουν οι κρατικές αποθήκες των όπλων και θα προμηθευτούν όλοι με όπλα ώστε να αντιμετωπίσουν των «εξωτερικό εχθρό». Η Λιβύη λοιπόν βρίσκεται ένα βήμα από την εμφύλια σύρραξη με τους νεκρούς να είναι ήδη χιλιάδες. Οι καθεστωτικοί είναι διατεθειμένοι να τραβήξουν την κατάσταση στα άκρα απέναντι στους εξεγερμένους Λιβανέζους. Η κατάσταση είναι έκρυθμη στον αραβικό κόσμο και το μήνυμα που στέλνουν οι διαδηλωτές είναι ότι παλεύουν, με κόστος ακόμα και την ίδια τους τη ζωή, για δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη και για απαλλαγή από τον αυταρχισμό. Ένα μήνυμα που αν μη τι άλλο πρέπει να σκεφτούν και οι ευρωπαίοι πολίτες, οι οποίοι υπομένουν όλα τα δεινά που προκαλεί η οικονομική ύφεση και ουσιαστικά παρακολουθούν την αύξηση της ανεργίας, την κατακόρυφη αύξηση των οικονομικών και κοινωνικών αντιθέσεων εντελώς αμέτοχοι.
Σχολιασμός της πολιτικής επικαιρότητας, ανάρτηση πολιτικών, ιδεολογικών και θεωρητικών κειμένων καθώς επίσης και οτιδήποτε άλλο χρήζει σχολιασμού!
Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011
Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011
ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΛΕΓΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΤΡΟΪΚΑΝΩΝ
Σάλος προκλήθηκε από τις δηλώσεις που έκαναν στελέχη της Τρόικα την περασμένη βδομάδα. Η κοινή γνώμη, μαζί και η κυβέρνηση, αιφνιδιάστηκαν με τον τρόπο κυρίως που η Τρόικα μας ζήτησε να ξεπουλήσουμε τη δημόσια περιουσία μας για να πληρώσουμε ένα κομμάτι του δημόσιου χρέους μας. Ο καθηγητικός τρόπος του κ. Τόμσεν κυρίως, αφύπνισε την εθνική μας συνείδηση και οι αντιδράσεις ήταν έντονες. Εκφράσεις όπως «να κουνάτε στη Δανία το δάχτυλό σας κ. Τόμσεν», «εδώ είναι Ελλάδα», και πολλές άλλες, πλημμύρησαν τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο. Η ουσία όμως δεν βρίσκεται τόσο πολύ στον τρόπο, ο οποίος βέβαια δεν παύει να είναι τουλάχιστον απαράδεκτος. Αντιθέτως, βρίσκεται στα λεγόμενα των δανειστών μας και στην πρότασή τους για «εκμετάλλευση» της δημόσιας περιουσίας της χώρας.
Αρχικά, πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι η Τρόικα προτείνει την πώληση όλων των κρατικών μετοχών στις εισηγμένες δημόσιες υπηρεσίες (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, ΔΕΠΑ, Τράπεζες, ΟΛΠ, κ.α). Οι τελευταίες, μπορεί να είναι κερδοφόρες, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αξία τους πλέον είναι αρκετά πεσμένη. Και αυτό γίνεται λόγω της συνεχιζόμενης καθόδου του ελληνικού χρηματιστηρίου. Οι μετοχές των παραπάνω υπηρεσιών βρίσκονται σε διαρκή πτώση, κάτι που σημαίνει ότι ο επίδοξος αγοραστής θα αγοράσει τσάμπα, ενώ πριν λίγα χρόνια θα έπρεπε να βάλει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη. Με λίγα λόγια το timing που επιλέγει η Τρόικα να προχωρήσει στην πρόταση για «εκμετάλλευση» της δημόσιας περιουσίας δεν είναι καθόλου τυχαίου. Βλέπει ότι οι εθνικές μετοχές δεν έχουν πλέον χρηματιστηριακή αξία και προωθεί ένα στυγνό ξεπούλημα εθνικής περιουσίας. Από την άλλη όμως, φαίνεται και μια αντίφαση στα λεγόμενα των δανειστών μας και στην οικονομική πραγματικότητα: Τη στιγμή που οι δημόσιες επιχειρήσεις έχουν χαμηλή αξία, εκείνοι υποστηρίζουν ότι σε πέντε χρόνια μέσα μπορεί η χώρα να κερδίσει 50 δις Ευρώ από τις πωλήσεις! Νούμερο το οποίο σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα της αγοράς. Και είναι απορίας άξιο πως οι «έμπειροι» και «πετυχημένοι» τεχνοκράτες δεν το βλέπουν.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που προκύπτει από την πρόταση των δανειστών μας είναι η ομολογία της έως τώρα αποτυχίας τους στη διαχείριση του ελληνικού προβλήματος. Σε γενικές γραμμές παραδέχτηκαν ότι η οριζόντια μείωση σε μισθούς και συντάξεις μπορεί να μείωσε το έλλειμμα, όμως το δημόσιο χρέος όλο και μεγαλώνει και αυτό είναι που οδηγεί τη χώρα κοντά στο χείλος της χρεοκοπίας. Και αφού κατάλαβαν ότι από μόνη της η οριζόντια μείωση μισθών και συντάξεων δεν μπορεί να λειτουργήσει, πρότειναν την εκποίηση της ελληνικής περιουσίας. Και το ερώτημα που γεννάται είναι, αν υποθετικά ακολουθήσει η κυβέρνηση το δρόμο της εκποίησης, και το χρέος παραμείνει υψηλό- που θα παραμείνει- μετά τη θα προτείνει η Τρόικα; Πώληση νησιών και ιστορικών μνημείων; Μεταξύ σοβαρού και αστείου ο κ. Τόμσεν είπε ότι δεν συμπεριλαμβάνουν στην «προς πώληση» δημόσια περιουσία τα μνημεία. Αλλά ποιος είναι σίγουρος ότι αυτή η προοπτική δεν στροβιλίζει στο μυαλό των δανειστών μας; Δεν είμαι λάτρης των συνωμοτικών σεναρίων, όμως ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε ένα «οικόπεδο – φιλέτο».
Μέσα σε όλα αυτά δεν πρέπει να αφήσουμε ασχολίαστη την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης δια στόματος του κ. Πεταλωτή, του κ. Ραγκούση και άλλων κυβερνητικών στελεχών. Αντίδραση η οποία άργησε πολλές ώρες και άφησε πολλά ερωτήματα να πλανώνται στην ατμόσφαιρα. Μέχρι αργά το βράδυ της Παρασκευής που βγήκε η ανακοίνωση, όλη η κοινωνία είχε αντιδράσει, ακόμα και το Mega(!), όμως η κυβέρνηση έλαμπε δια της απουσίας της. Εκτός από τα αναμενόμενα, δηλαδή την επίπληξη στην Τρόικα για το ύφος των δηλώσεών της, σε γενικές γραμμές συμφώνησε με την ανάγκη εκμετάλλευσης της δημόσιας περιουσίας. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά ανάμεσα σ’ αυτές τις έννοιες: άλλο πράγμα είναι η εκποίηση και το ξεπούλημα, και άλλο η εκμετάλλευση. Πολλά δημόσια κτήρια είναι εγκαταλελειμμένα και μπορούν να αξιοποιηθούν. Ενδεχομένως και κάποιες δημόσιες επιχειρήσεις μπορούν να πωληθούν σε ιδιώτες. Με την προϋπόθεση όμως το οικονομικό αντίτιμο να είναι ικανοποιητικό και όχι ληστρικό, και το κράτος να συνεχίσει να έχει εποπτικό ρόλο. Στην εποχή της οικονομικής ύφεσης, που προκλήθηκε κυρίως από την απληστία των αγορών, δεν πρέπει να θεωρούνται οι ιδιώτες παράδεισος και το κράτος ο νεκροθάφτης της ανάπτυξης και του οικονομικού κέρδους. Ο στρατηγικός ρόλος του κράτους δεν πρέπει να υποτιμάται και να εκχωρούνται όλα στους ιδιώτες. Οι συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, δεν πρέπει να είναι φόβητρο και να θεωρούνται ταμπού, άλλο το κράτος δεν πρέπει να θεωρείται ο φτωχός συγγενής.
Το συμπέρασμα που βγαίνει από τις τελευταίες εξελίξεις είναι απλό: Ο μνημονιακές εκτιμήσεις φαίνεται πως αποτυγχάνουν. Μπορεί να έχει μειωθεί κατά πολύ το έλλειμμα, όμως το χρέος παραμένει στα ύψη, τα λουκέτα και η ανεργία έχουν πλημμυρίσει την αγορά και η ανάπτυξη παραμένει άγνωστη λέξη στα κυβερνητικά κλιμάκια. Και τελικά φαίνεται πως οδηγούμαστε σε έναν φαύλο κύκλο συνεχόμενων περικοπών, φορολογικών αυξήσεων και αναπτυξιακής στασιμότητας.
Αρχικά, πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι η Τρόικα προτείνει την πώληση όλων των κρατικών μετοχών στις εισηγμένες δημόσιες υπηρεσίες (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, ΔΕΠΑ, Τράπεζες, ΟΛΠ, κ.α). Οι τελευταίες, μπορεί να είναι κερδοφόρες, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αξία τους πλέον είναι αρκετά πεσμένη. Και αυτό γίνεται λόγω της συνεχιζόμενης καθόδου του ελληνικού χρηματιστηρίου. Οι μετοχές των παραπάνω υπηρεσιών βρίσκονται σε διαρκή πτώση, κάτι που σημαίνει ότι ο επίδοξος αγοραστής θα αγοράσει τσάμπα, ενώ πριν λίγα χρόνια θα έπρεπε να βάλει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη. Με λίγα λόγια το timing που επιλέγει η Τρόικα να προχωρήσει στην πρόταση για «εκμετάλλευση» της δημόσιας περιουσίας δεν είναι καθόλου τυχαίου. Βλέπει ότι οι εθνικές μετοχές δεν έχουν πλέον χρηματιστηριακή αξία και προωθεί ένα στυγνό ξεπούλημα εθνικής περιουσίας. Από την άλλη όμως, φαίνεται και μια αντίφαση στα λεγόμενα των δανειστών μας και στην οικονομική πραγματικότητα: Τη στιγμή που οι δημόσιες επιχειρήσεις έχουν χαμηλή αξία, εκείνοι υποστηρίζουν ότι σε πέντε χρόνια μέσα μπορεί η χώρα να κερδίσει 50 δις Ευρώ από τις πωλήσεις! Νούμερο το οποίο σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα της αγοράς. Και είναι απορίας άξιο πως οι «έμπειροι» και «πετυχημένοι» τεχνοκράτες δεν το βλέπουν.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που προκύπτει από την πρόταση των δανειστών μας είναι η ομολογία της έως τώρα αποτυχίας τους στη διαχείριση του ελληνικού προβλήματος. Σε γενικές γραμμές παραδέχτηκαν ότι η οριζόντια μείωση σε μισθούς και συντάξεις μπορεί να μείωσε το έλλειμμα, όμως το δημόσιο χρέος όλο και μεγαλώνει και αυτό είναι που οδηγεί τη χώρα κοντά στο χείλος της χρεοκοπίας. Και αφού κατάλαβαν ότι από μόνη της η οριζόντια μείωση μισθών και συντάξεων δεν μπορεί να λειτουργήσει, πρότειναν την εκποίηση της ελληνικής περιουσίας. Και το ερώτημα που γεννάται είναι, αν υποθετικά ακολουθήσει η κυβέρνηση το δρόμο της εκποίησης, και το χρέος παραμείνει υψηλό- που θα παραμείνει- μετά τη θα προτείνει η Τρόικα; Πώληση νησιών και ιστορικών μνημείων; Μεταξύ σοβαρού και αστείου ο κ. Τόμσεν είπε ότι δεν συμπεριλαμβάνουν στην «προς πώληση» δημόσια περιουσία τα μνημεία. Αλλά ποιος είναι σίγουρος ότι αυτή η προοπτική δεν στροβιλίζει στο μυαλό των δανειστών μας; Δεν είμαι λάτρης των συνωμοτικών σεναρίων, όμως ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε ένα «οικόπεδο – φιλέτο».
Μέσα σε όλα αυτά δεν πρέπει να αφήσουμε ασχολίαστη την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης δια στόματος του κ. Πεταλωτή, του κ. Ραγκούση και άλλων κυβερνητικών στελεχών. Αντίδραση η οποία άργησε πολλές ώρες και άφησε πολλά ερωτήματα να πλανώνται στην ατμόσφαιρα. Μέχρι αργά το βράδυ της Παρασκευής που βγήκε η ανακοίνωση, όλη η κοινωνία είχε αντιδράσει, ακόμα και το Mega(!), όμως η κυβέρνηση έλαμπε δια της απουσίας της. Εκτός από τα αναμενόμενα, δηλαδή την επίπληξη στην Τρόικα για το ύφος των δηλώσεών της, σε γενικές γραμμές συμφώνησε με την ανάγκη εκμετάλλευσης της δημόσιας περιουσίας. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά ανάμεσα σ’ αυτές τις έννοιες: άλλο πράγμα είναι η εκποίηση και το ξεπούλημα, και άλλο η εκμετάλλευση. Πολλά δημόσια κτήρια είναι εγκαταλελειμμένα και μπορούν να αξιοποιηθούν. Ενδεχομένως και κάποιες δημόσιες επιχειρήσεις μπορούν να πωληθούν σε ιδιώτες. Με την προϋπόθεση όμως το οικονομικό αντίτιμο να είναι ικανοποιητικό και όχι ληστρικό, και το κράτος να συνεχίσει να έχει εποπτικό ρόλο. Στην εποχή της οικονομικής ύφεσης, που προκλήθηκε κυρίως από την απληστία των αγορών, δεν πρέπει να θεωρούνται οι ιδιώτες παράδεισος και το κράτος ο νεκροθάφτης της ανάπτυξης και του οικονομικού κέρδους. Ο στρατηγικός ρόλος του κράτους δεν πρέπει να υποτιμάται και να εκχωρούνται όλα στους ιδιώτες. Οι συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, δεν πρέπει να είναι φόβητρο και να θεωρούνται ταμπού, άλλο το κράτος δεν πρέπει να θεωρείται ο φτωχός συγγενής.
Το συμπέρασμα που βγαίνει από τις τελευταίες εξελίξεις είναι απλό: Ο μνημονιακές εκτιμήσεις φαίνεται πως αποτυγχάνουν. Μπορεί να έχει μειωθεί κατά πολύ το έλλειμμα, όμως το χρέος παραμένει στα ύψη, τα λουκέτα και η ανεργία έχουν πλημμυρίσει την αγορά και η ανάπτυξη παραμένει άγνωστη λέξη στα κυβερνητικά κλιμάκια. Και τελικά φαίνεται πως οδηγούμαστε σε έναν φαύλο κύκλο συνεχόμενων περικοπών, φορολογικών αυξήσεων και αναπτυξιακής στασιμότητας.
Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011
ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΜΙΑ ΕΥΡΩΠΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ
Μετά από τις πρόσφατες εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, φαίνεται πιο πιθανό από ποτέ να δοθεί ευρωπαϊκή λύση στα αλυσιδωτά προβλήματα που συνεχίζει να προκαλεί η οικονομική κρίση των χωρών της ευρωζώνης. Η Γερμανία απαιτεί να εφαρμοστεί η δική της πρόταση, η οποία προϋποθέτει σκληρές και δεσμευτικές υποχρεώσεις. Βασικότερη απαίτηση της Γερμανίας είναι να υπάρχει σε κάθε Σύνταγμα των χωρών της ευρωζώνης η ρητή δέσμευση για μικρό έλλειμμα και δημόσιο χρέος. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αν μια χώρα διογκώσει το έλλειμμά της, για παράδειγμα σε ποσοστό άνω του 3% όπως όριζε η Συνθήκη του Μάαστριχτ, αυτομάτως θα έχει να αντιμετωπίσει οικονομικές κυρώσεις, οι οποίες θα εφαρμόζονται αυτόματα χωρίς διαπραγματεύσεις και παζάρια. Οι κυρώσεις αυτές θα σημαίνουν αδυναμία δανεισμού από τις αγορές και εν τέλει θα προκαλούν σκληρά μέτρα δημοσιονομικού χαρακτήρα με περικοπή μισθών, συντάξεων, απολύσεις και αυξήσεις σε άμεση και έμμεση φορολογία. Ακόμα και το σενάριο εγκατάλειψης του Ευρώ για τις «απείθαρχες» χώρες φαντάζει πιθανό. Είναι φανερό ότι η Γερμανία, με τον «αέρα» της καλύτερης οικονομίας στην Ευρώπη, θέλει να εφαρμόσει την πολιτική της πανευρωπαϊκά όχι μόνο για τη σωτηρία του ευρώ και το φρενάρισμα των κερδοσκόπων όπως το Βερολίνο διατυμπανίζει, αλλά κυρίως γιατί δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση να συνεχίζουν να επιβραβεύονται και να μένουν ατιμώρητες οι απείθαρχες χώρες με άσχημα δημοσιονομικά στοιχεία. Οι Γερμανοί ανέκαθεν ήταν θιασώτες της απαρέγκλιτης εφαρμογής των κανόνων του Μάαστριχτ και αυτή την πιστή εφαρμογή των κανόνων θέλουν τώρα να μεταδώσουν και στις άλλες χώρες.
Είναι βέβαιο πως η απουσία κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής οδήγησε και συνεχίζει να οδηγεί σε δυσοίωνες προβλέψεις σχετικά με το μέλλον του Ευρώ. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Ε.Ε δεν είχε προβλέψει κάποιο μηχανισμό στήριξης σε περίπτωση κινδύνου, και αυτό το έκανε μόνο όταν η κατάσταση της Ελλάδας έδειξε την ευρωπαϊκή φύση του προβλήματος.
Το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας που επεξεργάζεται ο γαλλογερμανικός άξονας προβλέπει ότι οι κρατικοί προϋπολογισμοί πρέπει πρωτίστως να εγκρίνονται από την Κομισιόν, θέτει υψηλότερα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, κοινό κατώτατο όριο για τη φορολογία των επιχειρήσεων και μηχανισμό αντιμετώπισης των τραπεζικών κρίσεων, καθιστώντας τις τράπεζες μέρος του προβλήματος σε περίπτωσης νέας οικονομικής κρίσης. Όλα αυτά ίσως να είναι σε γενικές γραμμές αποδεκτά, όμως μια οικονομική ένωση δεν μπορεί μονίμως να στηρίζεται στη λιτότητα διαρκείας. Δεν διαφωνεί κανείς, πως κάθε χώρα πρέπει να έχει τακτοποιημένο το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος της, όμως η Ε.Ε πρέπει να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα. Η διαφαινόμενη οικονομική διακυβέρνηση της Ευρώπης πρέπει να βασίζεται στο δικαίωμα εργασίας για όλους τους ευρωπαίους πολίτες, σε ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, σε ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, στις επενδύσεις και στην καινοτομία Για να ευνοηθεί η ανάπτυξη και οι επενδύσεις, πρέπει να προχωρήσει η ιδέα της έκδοσης ευρωομολόγων, ειδικότερα για τις χώρες της περιφέρειας.
Από την πρώτη στιγμή που φάνηκαν οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στις χώρες της ευρωζώνης, δυο προοπτικές υπήρχαν: η διάλυση της ευρωζώνης ή η σωτηρία του Ευρώ μέσω μιας κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η πρώτη προοπτική δεν απασχόλησε ποτέ στα σοβαρά τους ευρωπαίους ηγέτες και ήρθε η στιγμή να προχωρήσει η Ευρώπη και να γίνει μια πραγματική ένωση, τουλάχιστον οικονομική σε πρώτη φάση. Η κυβέρνηση και προσωπικά ο Πρωθυπουργός πρέπει εξαρχής να θέσουν αυστηρούς όρους και να διαπραγματευτούν έξυπνα. Χρειάζεται ο κοινός συντονισμός των χωρών της ευρωζώνης στους τομείς της φορολογίας, των μισθών, του ασφαλιστικό, όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος να μετατραπεί η Ε.Ε σε ένα αχανές γερμανικό προτεκτοράτο. Με το μνημόνιο είναι αλήθεια πως έχουμε χάσει ως χώρα ένα σημαντικό κομμάτι της εθνικής μας κυριαρχίας. Με το σύμφωνο ανταγωνιστικότητας μπορούμε να την χάσουμε πλήρως αν δεν γίνουν προσεγμένες κινήσεις από την κυβέρνηση. Αυτό βεβαίως προϋποθέτει σύμπνοια και συμπόρευση των αδύναμων χωρών της Ε.Ε και όχι πλήρη υποταγή στο γαλλογερμανικό άξονα. Σκοπός της οικονομικής διακυβέρνησης πρέπει να είναι η δημιουργία μιας Ευρώπης για όλους, και όχι για μόνο για τις πλούσιες χώρες του Βορρά. Η Ευρώπη περνά ιστορικές στιγμές και όλοι, κυβέρνηση και ευρωπαίοι εταίροι, πρέπει να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Τέλος, ενδεχόμενη βούληση της κυβέρνησης να πραγματοποιήσει αλλαγές στο Σύνταγμα, στα πρότυπα που θέλει η Μέρκελ, μπορεί να επιφέρει πρόωρες εκλογές. Στην κυβέρνηση το σενάριο αυτό δεν έχει εγκαταλειφτεί και εξακολουθεί να έχει πολλούς υποστηρικτές.
Είναι βέβαιο πως η απουσία κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής οδήγησε και συνεχίζει να οδηγεί σε δυσοίωνες προβλέψεις σχετικά με το μέλλον του Ευρώ. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Ε.Ε δεν είχε προβλέψει κάποιο μηχανισμό στήριξης σε περίπτωση κινδύνου, και αυτό το έκανε μόνο όταν η κατάσταση της Ελλάδας έδειξε την ευρωπαϊκή φύση του προβλήματος.
Το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας που επεξεργάζεται ο γαλλογερμανικός άξονας προβλέπει ότι οι κρατικοί προϋπολογισμοί πρέπει πρωτίστως να εγκρίνονται από την Κομισιόν, θέτει υψηλότερα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, κοινό κατώτατο όριο για τη φορολογία των επιχειρήσεων και μηχανισμό αντιμετώπισης των τραπεζικών κρίσεων, καθιστώντας τις τράπεζες μέρος του προβλήματος σε περίπτωσης νέας οικονομικής κρίσης. Όλα αυτά ίσως να είναι σε γενικές γραμμές αποδεκτά, όμως μια οικονομική ένωση δεν μπορεί μονίμως να στηρίζεται στη λιτότητα διαρκείας. Δεν διαφωνεί κανείς, πως κάθε χώρα πρέπει να έχει τακτοποιημένο το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος της, όμως η Ε.Ε πρέπει να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα. Η διαφαινόμενη οικονομική διακυβέρνηση της Ευρώπης πρέπει να βασίζεται στο δικαίωμα εργασίας για όλους τους ευρωπαίους πολίτες, σε ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, σε ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, στις επενδύσεις και στην καινοτομία Για να ευνοηθεί η ανάπτυξη και οι επενδύσεις, πρέπει να προχωρήσει η ιδέα της έκδοσης ευρωομολόγων, ειδικότερα για τις χώρες της περιφέρειας.
Από την πρώτη στιγμή που φάνηκαν οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στις χώρες της ευρωζώνης, δυο προοπτικές υπήρχαν: η διάλυση της ευρωζώνης ή η σωτηρία του Ευρώ μέσω μιας κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η πρώτη προοπτική δεν απασχόλησε ποτέ στα σοβαρά τους ευρωπαίους ηγέτες και ήρθε η στιγμή να προχωρήσει η Ευρώπη και να γίνει μια πραγματική ένωση, τουλάχιστον οικονομική σε πρώτη φάση. Η κυβέρνηση και προσωπικά ο Πρωθυπουργός πρέπει εξαρχής να θέσουν αυστηρούς όρους και να διαπραγματευτούν έξυπνα. Χρειάζεται ο κοινός συντονισμός των χωρών της ευρωζώνης στους τομείς της φορολογίας, των μισθών, του ασφαλιστικό, όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος να μετατραπεί η Ε.Ε σε ένα αχανές γερμανικό προτεκτοράτο. Με το μνημόνιο είναι αλήθεια πως έχουμε χάσει ως χώρα ένα σημαντικό κομμάτι της εθνικής μας κυριαρχίας. Με το σύμφωνο ανταγωνιστικότητας μπορούμε να την χάσουμε πλήρως αν δεν γίνουν προσεγμένες κινήσεις από την κυβέρνηση. Αυτό βεβαίως προϋποθέτει σύμπνοια και συμπόρευση των αδύναμων χωρών της Ε.Ε και όχι πλήρη υποταγή στο γαλλογερμανικό άξονα. Σκοπός της οικονομικής διακυβέρνησης πρέπει να είναι η δημιουργία μιας Ευρώπης για όλους, και όχι για μόνο για τις πλούσιες χώρες του Βορρά. Η Ευρώπη περνά ιστορικές στιγμές και όλοι, κυβέρνηση και ευρωπαίοι εταίροι, πρέπει να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Τέλος, ενδεχόμενη βούληση της κυβέρνησης να πραγματοποιήσει αλλαγές στο Σύνταγμα, στα πρότυπα που θέλει η Μέρκελ, μπορεί να επιφέρει πρόωρες εκλογές. Στην κυβέρνηση το σενάριο αυτό δεν έχει εγκαταλειφτεί και εξακολουθεί να έχει πολλούς υποστηρικτές.
Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011
Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
Καταιγιστικές είναι οι εξελίξεις στην Αίγυπτο με τις λαϊκές αντιδράσεις να λαμβάνουν γιγαντιαίες διαστάσεις, που ενισχύθηκαν από το αίμα των νεκρών της βίαιης καταστολής. Μετά την Τυνησία το πάθος για ανατροπή και αλλαγή έχει μεταφερθεί στην Αίγυπτο, η οποία ζει ιστορικές στιγμές καθώς σείεται από τεράστιες διαδηλώσεις, κατά του καθεστώτος Μουμπάρακ. Τις τελευταίες μέρες, σκηνές χάους κυριαρχούν στην Αίγυπτο, με τους δρόμους να έχουν μετατραπεί σε απέραντα πεδία μάχης, ενώ παράλληλα το διαδίκτυο και οι τηλεπικοινωνίες είναι μπλοκαρισμένες. Κεντρικό αίτημα των εξεγερμένων Αιγυπτίων είναι η παραίτηση του Μουμπάρακ και η διενέργεια δημοκρατικών και ελεύθερων εκλογών. Στο πρώτο τηλεοπτικό του διάγγελμα ο Μουμπάρακ ανακοίνωσε την αντικατάσταση κάποιων μελών της κυβέρνησής του και την ορκωμοσία μιας καινούριας, όμως αυτές οι αλλαγές δεν συγκίνησαν τους διαδηλωτές, οι οποίοι συνεχίζουν τις κινητοποιήσεις. Η οικονομική ανέχεια, η ανεργία, οι χαμηλότατοι μισθοί, η έκρηξη της τιμής των τροφίμων, σε συνδυασμό με την έλλειψη δημοκρατικών ελευθεριών του Καθεστώτος Μουμπάρακ, αποτελούν τους λόγους πάνω στους οποίους δομήθηκε η εξέγερση των Αιγύπτιων. Σε μία χώρα που η πλειοψηφία του πληθυσμού ζει κάτω από το όρια της απόλυτης φτώχειας, ο πλουτισμός της καθεστωτικής νομενκλατούρας του Μουμπάρακ αποτελούσε πρόκληση.
Για πρώτη φορά, στα 31 χρόνια της απόλυτης κυριαρχίας του Χόσνι Μουμπάρακ, η χώρα δονείται από συνθήματα υπέρ της άμεσης αποχώρησής του. Η εικόνα του κατέβηκε από παντού, και η έδρα του κόμματός του πυρπολήθηκε. Ο νομπελίστας αντικαθεστωτικός, Μοχάμεντ Ελ Μπαραντέι, στο πρόσωπο του οποίου η Δύση βλέπει την αλλαγή στη χώρα, κατέβηκε στο δρόμο και ενώθηκε με το πλήθος. Η προοπτική αλλαγών στην Αίγυπτο, με ή άνευ Μπάρανταϊ, είναι φανερό πως δεν προέκυψε από τη μια μέρα στην άλλη. Τα αίτια ου αναφέρθηκαν παραπάνω ήταν στην πραγματικότητα η αφορμή για να ανάψει το φιτίλι της οργής. Από την άλλη, η Ουάσιγκτον έμμεσα πιέζει για «μεταρρυθμίσεις» και αλλαγή κατά το πρότυπο εκδημοκρατισμού που προωθεί η ευρεία Μέση Ανατολή, προκειμένου να απομακρύνει τα ενδεχόμενα λαϊκών εκρήξεων σαν αυτή που βρίσκεται σε εξέλιξη τώρα και να διασφαλίσει τα ιμπεριαλιστικά και γεωπολιτικά της συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή. Ουδείς μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα για τις επόμενες εξελίξεις στην Αίγυπτο, όμως το βέβαιο είναι πως οι μέρες παντοδυναμίας του Χόσνι Μουμπάρακ πέρασαν ανεπιστρεπτί, καθώς οι μέχρι πρότινος «σύμμαχοι και φίλοι» Αμερικάνοι, πλέον μιλούν ανοιχτά για την ανάγκη ελευθερίας της Αιγύπτου και εκφράζουν την κατανόησή τους για τα δεινά που περνά ο αιγυπτιακός λαός.
Η διαφαινόμενη πτώση του Μουμπάρακ δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει την Αίγυπτο στον εκδημοκρατισμό, στην πάταξη της διαφθοράς, σε ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης της δημόσιας ζωής και σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων της. Η εξέγερση των Αιγυπτίων , μαζί με αυτή των Τυνήσιων, είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε ντόμινο εξελίξεων στις χώρες της Μέσης Ανατολής και όχι μόνο. Η υψηλή ανεργία σε συνδυασμό με την εξάντληση των ενεργειακών και των υδάτινων πόρων, καθώς και η αυταρχικότητα των απολυταρχικών καθεστώτων ενδέχεται να προκαλέσουν σωρεία κινητοποιήσεων και εν τέλει να απειλήσουν τη σταθερότητα της περιοχής. Η παραίτηση του Μουμπάρακ και του κάθε Μουμπάρακ μπορεί να ικανοποιήσει τους εξαγριωμένους διαδηλωτές, όμως αυτό που προέχει για τις χώρες αυτές είναι μια ομαλή μετάβαση προς τον εκδημοκρατισμό, μετάβαση η οποία θα έχει μόνιμα χαρακτηριστικά και όχι περιστασιακή ισχύ.
Για πρώτη φορά, στα 31 χρόνια της απόλυτης κυριαρχίας του Χόσνι Μουμπάρακ, η χώρα δονείται από συνθήματα υπέρ της άμεσης αποχώρησής του. Η εικόνα του κατέβηκε από παντού, και η έδρα του κόμματός του πυρπολήθηκε. Ο νομπελίστας αντικαθεστωτικός, Μοχάμεντ Ελ Μπαραντέι, στο πρόσωπο του οποίου η Δύση βλέπει την αλλαγή στη χώρα, κατέβηκε στο δρόμο και ενώθηκε με το πλήθος. Η προοπτική αλλαγών στην Αίγυπτο, με ή άνευ Μπάρανταϊ, είναι φανερό πως δεν προέκυψε από τη μια μέρα στην άλλη. Τα αίτια ου αναφέρθηκαν παραπάνω ήταν στην πραγματικότητα η αφορμή για να ανάψει το φιτίλι της οργής. Από την άλλη, η Ουάσιγκτον έμμεσα πιέζει για «μεταρρυθμίσεις» και αλλαγή κατά το πρότυπο εκδημοκρατισμού που προωθεί η ευρεία Μέση Ανατολή, προκειμένου να απομακρύνει τα ενδεχόμενα λαϊκών εκρήξεων σαν αυτή που βρίσκεται σε εξέλιξη τώρα και να διασφαλίσει τα ιμπεριαλιστικά και γεωπολιτικά της συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή. Ουδείς μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα για τις επόμενες εξελίξεις στην Αίγυπτο, όμως το βέβαιο είναι πως οι μέρες παντοδυναμίας του Χόσνι Μουμπάρακ πέρασαν ανεπιστρεπτί, καθώς οι μέχρι πρότινος «σύμμαχοι και φίλοι» Αμερικάνοι, πλέον μιλούν ανοιχτά για την ανάγκη ελευθερίας της Αιγύπτου και εκφράζουν την κατανόησή τους για τα δεινά που περνά ο αιγυπτιακός λαός.
Η διαφαινόμενη πτώση του Μουμπάρακ δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει την Αίγυπτο στον εκδημοκρατισμό, στην πάταξη της διαφθοράς, σε ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης της δημόσιας ζωής και σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων της. Η εξέγερση των Αιγυπτίων , μαζί με αυτή των Τυνήσιων, είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε ντόμινο εξελίξεων στις χώρες της Μέσης Ανατολής και όχι μόνο. Η υψηλή ανεργία σε συνδυασμό με την εξάντληση των ενεργειακών και των υδάτινων πόρων, καθώς και η αυταρχικότητα των απολυταρχικών καθεστώτων ενδέχεται να προκαλέσουν σωρεία κινητοποιήσεων και εν τέλει να απειλήσουν τη σταθερότητα της περιοχής. Η παραίτηση του Μουμπάρακ και του κάθε Μουμπάρακ μπορεί να ικανοποιήσει τους εξαγριωμένους διαδηλωτές, όμως αυτό που προέχει για τις χώρες αυτές είναι μια ομαλή μετάβαση προς τον εκδημοκρατισμό, μετάβαση η οποία θα έχει μόνιμα χαρακτηριστικά και όχι περιστασιακή ισχύ.
Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011
ΑΣΥΛΟ ΚΑΙ ΑΣΥΛΙΑ
Τα τελευταία θλιβερά περιστατικά στη Νομική σχολή, έφεραν στην ημερήσια διάταξη το θέμα του ακαδημαϊκού ασύλου. Βάσει της νομολογίας, το ακαδημαϊκό άσυλο αναγνωρίζεται για την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και για την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, την έρευνα και τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των ΑΕΙ και των εργαζομένων σε αυτά, έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει. Το ακαδημαϊκό άσυλο καλύπτει όλους τους χώρους του ΑΕΙ και του ΤΕΙ, στους οποίους γίνεται εκπαίδευση και έρευνα. Όπως είναι γνωστό, δεν επιτρέπεται η επέμβαση δημόσιας δύναμης στους παραπάνω χώρους, παρά μόνο κατόπιν πρόσκλησης ή αδείας του πρυτανικού συμβουλίου του ιδρύματος, το οποίο καλείται να συνεδριάσει άμεσα, και με την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής. Επέμβαση δημόσιας δύναμης χωρίς την άδεια του αρμόδιου οργάνου του ΑΕΙ, επιτρέπεται μόνον εφόσον διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής.
Στην περίπτωση της κατάληψης της Νομικής από τους παράνομους μετανάστες, τίποτε από τα παραπάνω δεν έγινε. Οι μετανάστες δεν επεδίωξαν μάθηση και έρευνα στο χώρο της Νομικής, το πρυτανικό συμβούλιο άργησε πολύ να πραγματοποιηθεί, κακουργήματα δεν έγιναν και όλα αυτά μαζί με την πολιτική κηδεμονία της κατάληψης συνέθεσαν ένα τραγελαφικό σκηνικό. Οι μετανάστες ήρθαν ανενόχλητοι μαζικά από την Κρήτη, με τη βοήθεια στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα, η φοιτητική νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εκείνη που ενθάρρυνε την κατάληψη της Νομικής και έμοιαζε έτοιμη για αντάρτικο κόντρα στην κυβέρνηση και το κράτος. Σαφώς οι μετανάστες έχουν πολλά προβλήματα, τα οποία δεν έχει καταφέρει να επιλύσει η ελληνική πολιτεία. Θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα των μεταναστών παραβιάζονται και γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης δουλεμπόρων και αφεντικών. Η πολιτεία αδιαφορεί για την τύχη των μεταναστών μιας και ούτε η επιτροπή χορήγησης πολιτικού ασύλου δε συνεδριάζει για να αποδεχτεί ή να αρνηθεί αιτήματα ασύλου. Όμως όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν δικαιολογία ώστε οι ταλαιπωρημένοι μετανάστες να προχωρούν στην κατάληψη της Νομικής και της κάθε Νομικής επικαλούμενοι το ακαδημαϊκό άσυλο.
Το άσυλο αποτελεί μια δημοκρατική κατάκτηση όμως πλέον η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι προστατευμένη. Η έρευνα και η διδασκαλία δεν καταστρατηγούνται όπως συνέβαινε σε παλαιότερες εποχές. Στο όνομα του ακαδημαϊκού ασύλου τα Πανεπιστήμια κατά καιρούς βανδαλίζονται από τους γνωστούς-αγνώστους και δυστυχώς όλοι μας έχουμε παρατηρήσει σχολές να καίγονται, να καταστρέφονται και όλα αυτά πάντα στο όνομα του ακαδημαϊκού ασύλου. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Το άσυλο πρέπει να ισχύει μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο νόμο. Από την άλλη, πρέπει άμεσα να σταματήσει η ασυλία που τυγχάνουν κοινωνικές ομάδες που θέλουν να καπηλεύονται το ακαδημαϊκό άσυλο. Αναρχικοί, γνωστοί – άγνωστοι, και πολλοί άλλοι δεν πρέπει να έχουν καμία σχέση με το άσυλο. Στην περίπτωση της κατάληψης της Νομικής από τους μετανάστες, κάποιοι, και συγκεκριμένα αριστερές ομάδες, θέλησαν στην πλάτη των μεταναστών να παίξουν μικροπολιτικά παιχνίδια. Νόμιζαν ότι με καταλήψεις και απειλές θα πείσουν την κοινωνία για τα αιτήματά τους. Το μόνο όμως που καταφέρνουν ήταν να εκθέτουν τους ίδιους τους μετανάστες στα μάτια της ελληνικής κοινωνίας, να εντείνουν τα ξενοφοβικά συναισθήματα και τέλος να προκαλούν οι ίδιες αυτές ομάδες την κατάργηση του ασύλου.
Στην περίπτωση της κατάληψης της Νομικής από τους παράνομους μετανάστες, τίποτε από τα παραπάνω δεν έγινε. Οι μετανάστες δεν επεδίωξαν μάθηση και έρευνα στο χώρο της Νομικής, το πρυτανικό συμβούλιο άργησε πολύ να πραγματοποιηθεί, κακουργήματα δεν έγιναν και όλα αυτά μαζί με την πολιτική κηδεμονία της κατάληψης συνέθεσαν ένα τραγελαφικό σκηνικό. Οι μετανάστες ήρθαν ανενόχλητοι μαζικά από την Κρήτη, με τη βοήθεια στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα, η φοιτητική νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εκείνη που ενθάρρυνε την κατάληψη της Νομικής και έμοιαζε έτοιμη για αντάρτικο κόντρα στην κυβέρνηση και το κράτος. Σαφώς οι μετανάστες έχουν πολλά προβλήματα, τα οποία δεν έχει καταφέρει να επιλύσει η ελληνική πολιτεία. Θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα των μεταναστών παραβιάζονται και γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης δουλεμπόρων και αφεντικών. Η πολιτεία αδιαφορεί για την τύχη των μεταναστών μιας και ούτε η επιτροπή χορήγησης πολιτικού ασύλου δε συνεδριάζει για να αποδεχτεί ή να αρνηθεί αιτήματα ασύλου. Όμως όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν δικαιολογία ώστε οι ταλαιπωρημένοι μετανάστες να προχωρούν στην κατάληψη της Νομικής και της κάθε Νομικής επικαλούμενοι το ακαδημαϊκό άσυλο.
Το άσυλο αποτελεί μια δημοκρατική κατάκτηση όμως πλέον η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι προστατευμένη. Η έρευνα και η διδασκαλία δεν καταστρατηγούνται όπως συνέβαινε σε παλαιότερες εποχές. Στο όνομα του ακαδημαϊκού ασύλου τα Πανεπιστήμια κατά καιρούς βανδαλίζονται από τους γνωστούς-αγνώστους και δυστυχώς όλοι μας έχουμε παρατηρήσει σχολές να καίγονται, να καταστρέφονται και όλα αυτά πάντα στο όνομα του ακαδημαϊκού ασύλου. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Το άσυλο πρέπει να ισχύει μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο νόμο. Από την άλλη, πρέπει άμεσα να σταματήσει η ασυλία που τυγχάνουν κοινωνικές ομάδες που θέλουν να καπηλεύονται το ακαδημαϊκό άσυλο. Αναρχικοί, γνωστοί – άγνωστοι, και πολλοί άλλοι δεν πρέπει να έχουν καμία σχέση με το άσυλο. Στην περίπτωση της κατάληψης της Νομικής από τους μετανάστες, κάποιοι, και συγκεκριμένα αριστερές ομάδες, θέλησαν στην πλάτη των μεταναστών να παίξουν μικροπολιτικά παιχνίδια. Νόμιζαν ότι με καταλήψεις και απειλές θα πείσουν την κοινωνία για τα αιτήματά τους. Το μόνο όμως που καταφέρνουν ήταν να εκθέτουν τους ίδιους τους μετανάστες στα μάτια της ελληνικής κοινωνίας, να εντείνουν τα ξενοφοβικά συναισθήματα και τέλος να προκαλούν οι ίδιες αυτές ομάδες την κατάργηση του ασύλου.
Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011
Ο ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΗΠΑ
Μετά την επίθεση στο Τουσόν της Αριζόνας η οποία στόχευε τη βουλευτή των Δημοκρατικών Γκάμπριελ Γκίφορντς και κατέληξε να σκοτώσει έξι άτομα, η αμερικανική κοινωνία είναι μουδιασμένη και ζητά απαντήσεις. Ασφαλώς, αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που η Αμερική έρχεται αντιμέτωπη με τέτοια αιματηρά επεισόδια. Άλλοτε οι δολοφονίες έχουν πολιτική χροιά (Τζον και ΜπομπΚένεντι, Μάρτιν ΛούθερΚινγκ) ,και άλλοτε πρόκειται για ξέσπασμα δολοφονικής τρέλας. Κάθε φορά που η αμερικανική κοινωνία θρηνεί αδικοχαμένα θύματα, συζητείται το ζήτημα της ελεύθερης διακίνησης και κατοχής όπλων που σε τακτά χρονικά διαστήματα επιτρέπουν στους εγκληματίες να περνούν στη δράση. Σχεδόν 1 στους 4 Αμερικανούς έχει ένα όπλο στην κατοχή του, ενώ όλο και περισσότεροι Αμερικανοί αναζητούν να αγοράσουν όπλα χωρίς προϋποθέσεις και απαγορεύσεις. Τα νούμερα είναι ενδεικτικά: Μόνο το 2009 οι Αμερικανοί αγόρασαν 10 εκατομμύρια νέα όπλα, αξίας 3,5 δισ. Δολαρίων. Από αυτή την άποψη, από όλες τις Πολιτείες της Αμερικής η Αριζόνα είναι αυτή η πολιτεία που προχωρεί περισσότερο στη χαλαρή ερμηνεία του νόμου καθώς εκεί επιτρέπεται να κυκλοφορεί και να μετακινείται κανείς οπλισμένος, χωρίς κανένα ίχνος πιστοποίησης. Με το πέρασμα του χρόνου, παράλληλα με το γεγονός ότι η ελεύθερη οπλοκατοχή έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της δεξιάς και ακροδεξιάς ιδεολογίας, δημιουργήθηκε μια πολύ ισχυρή ομάδα πίεσης που παρεμβαίνει σε κάθε ψηφοφορία για να υπερασπιστεί τα «δικαιώματά» της. Πρόκειται για την Εθνική Ένωση Οπλών (ΝRΑ) η οποία κατά καιρούς ασκεί μεγάλη επιρροή στο Κογκρέσο και εξακολουθεί να παραμένει μια από τις πιο ισχυρές ομάδες συμφερόντων. Η ελεύθερη διακίνηση και κατοχή όπλων θα ήταν μια εύκολη δικαιολογία για να εξετάσει κανείς τη δολοφονική επίθεση στην Αριζόνα. Όμως δεν φταίει (μόνο) αυτό.
Σχεδόν από την πρώτη μέρα της διακυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα, το πολιτικό σκηνικό στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι αρκετά πολωμένο. Διάφοροι Ρεπουμπλικανοί, κυρίως από το Κόμμα του Τσαγιού, ένα σκιώδες κόμμα του οποίου ηγείται η Σάρα Πέιλιν, αλλά και μέλη του Τύπου, μεταξύ των οποίων και το μεγάλο εθνικό Κανάλι Fox Νews, άρχισαν μια δηλητηριώδη ρητορική εναντίον του Μπαράκ Ομπάμα και των υποστηρικτών του. Μια διχαστική ρητορική η οποία βρήκε πεδίο δράσης κυρίως στη μεταρρύθμιση Ομπάμα στο σύστημα υγείας των ΗΠΑ, του οποίου νομοσχεδίου κυριότερη ομιλήτρια ήταν η Γκίφορντς.
Η ίδια η Σάρα Πέιλιν βρίσκεται πίσω από τηλεοπτικά σποτ που έδειχναν τους πολιτικούς της αντιπάλους, μεταξύ των οποίων και η Γκίφορντς, σαν στόχους σκοποβολής που έπρεπε να πετύχει. Αν και θα ήταν παρακινδυνευμένο να ισχυριστεί κανείς ότι η Σάρα Πέιλιν και οι υποστηρικτές της όπλισαν το χέρι του Τζάρεντ Λι Λόφνερ, το πρόσφατο μακελειό στην Αριζόνα δείχνει ότι μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει η ακροδεξιά ρητορική του Κόμματος του Τσαγιού που έχει εμφανιστεί τα τελευταία δύο χρόνια στην Αμερική καθώς και το κλίμα μισαλλοδοξίας που καλλιεργούν οι υπερσυντηρητικοί κύκλοι μετά την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στην προεδρία. Μπορεί να μην όπλισαν το χέρι του δολοφόνου οι ακραίοι συντηρητικοί της Αμερικής, όμως το σίγουρο είναι πως έχουν ευνοήσει τις διχαστικές λογικές και αυτό μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες για την αμερικανική κοινωνία και να οδηγήσει στο θρήνο για περισσότερα θύματα.
Σχεδόν από την πρώτη μέρα της διακυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα, το πολιτικό σκηνικό στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι αρκετά πολωμένο. Διάφοροι Ρεπουμπλικανοί, κυρίως από το Κόμμα του Τσαγιού, ένα σκιώδες κόμμα του οποίου ηγείται η Σάρα Πέιλιν, αλλά και μέλη του Τύπου, μεταξύ των οποίων και το μεγάλο εθνικό Κανάλι Fox Νews, άρχισαν μια δηλητηριώδη ρητορική εναντίον του Μπαράκ Ομπάμα και των υποστηρικτών του. Μια διχαστική ρητορική η οποία βρήκε πεδίο δράσης κυρίως στη μεταρρύθμιση Ομπάμα στο σύστημα υγείας των ΗΠΑ, του οποίου νομοσχεδίου κυριότερη ομιλήτρια ήταν η Γκίφορντς.
Η ίδια η Σάρα Πέιλιν βρίσκεται πίσω από τηλεοπτικά σποτ που έδειχναν τους πολιτικούς της αντιπάλους, μεταξύ των οποίων και η Γκίφορντς, σαν στόχους σκοποβολής που έπρεπε να πετύχει. Αν και θα ήταν παρακινδυνευμένο να ισχυριστεί κανείς ότι η Σάρα Πέιλιν και οι υποστηρικτές της όπλισαν το χέρι του Τζάρεντ Λι Λόφνερ, το πρόσφατο μακελειό στην Αριζόνα δείχνει ότι μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει η ακροδεξιά ρητορική του Κόμματος του Τσαγιού που έχει εμφανιστεί τα τελευταία δύο χρόνια στην Αμερική καθώς και το κλίμα μισαλλοδοξίας που καλλιεργούν οι υπερσυντηρητικοί κύκλοι μετά την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στην προεδρία. Μπορεί να μην όπλισαν το χέρι του δολοφόνου οι ακραίοι συντηρητικοί της Αμερικής, όμως το σίγουρο είναι πως έχουν ευνοήσει τις διχαστικές λογικές και αυτό μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες για την αμερικανική κοινωνία και να οδηγήσει στο θρήνο για περισσότερα θύματα.
Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Στα άμεσα σχέδια του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, είναι η κατασκευή τείχους στα χερσαία σύνορα του Έβρου έτσι ώστε να καταπολεμηθεί η παράνομη μετανάστευση. Από μόνη της η τοποθέτηση τείχους/φράκτη δεν θα αποφέρει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και το πρόβλημα της αθρόας εισόδου των παράνομων μεταναστών όλο και θα μεγαλώνει. Το τείχος είναι μια σωστή λύση, όμως πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα από την κυβέρνηση ένα ολοκληρωμένο σχέδιο μεταναστευτικής πολιτικής. Η λαθρομετανάστευση για χρόνια ταλαιπωρεί τη χώρα μας και προσβάλλει την Ελλάδα στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Η χώρα μας, έως τα τέλη της δεκαετίας του ΄70, ήταν κυρίως χώρα εξαγωγής μεταναστών, αφημένων στην πλειονότητα των περιπτώσεων στην τύχη τους. Από τις αρχές όμως της δεκαετία του ΄90 άρχισε να γίνεται χώρα υποδοχής. Σε αυτή την εικοσαετία η ελληνική μεταναστευτική πολιτική στάθηκε αμήχανη απέναντι σε μετανάστες και πρόσφυγες, οι οποίοι βέβαια δεν αφήνουν τις χώρες τους για τουριστικούς λόγους αλλά για λόγους επιβίωσης και ανάγκης, και αυτό πρέπει να γίνεται κατανοητό από ακραίες ομάδες που έχουν διαποτιστεί με έντονα ρατσιστικά και ξενοφοβικά συναισθήματα. Εκτός από κάποιες διαδικασίες νομιμοποίησης δεν μπόρεσε η πολιτεία να ελέγξει την αθρόα είσοδο ανθρώπων από όλες τις πλευρές των χερσαίων και θαλασσίων συνόρων μας, αλλά κυρίως να τους διαχειριστεί με σεβασμό. Καθημερινά παρατηρείται το φαινόμενο να διαβιούν σε δρόμους, πλατείες, πάρκα, εγκαταλειμμένα σπίτια, σε βαγόνια τραίνων, σε συνθήκες εξαθλίωσης για τους ίδιους και δυστυχώς να γίνονταν στόχος και από τους περιοίκους, οι οποίοι, δικαίως, βλέπουν τις περιοχές τους να υποβαθμίζονται, να αυξάνεται η εγκληματικότητα ή η παραβατικότητα και η πολιτεία να είναι απλός παρατηρητής των εξελίξεων.
Εκτός της κατασκευής του τείχους πρέπει να ακολουθηθεί συνολικά ένα πλέγμα ολοκληρωμένης μεταναστευτικής πολιτικής. Αρχικά, πρέπει να επιτραπεί η χρήση παλιών στρατοπέδων για χώρους πρώτης υποδοχής αλλά και για χώρους κράτησης των παράνομων μεταναστών. Άμεσος στόχος πρέπει να είναι η διαβίωση των ανθρώπων αυτών σε ανθρώπινες συνθήκες ώστε να απομακρυνθούν από την παραβατικότητα. Ακολούθως, πρέπει να γίνει έλεγχος και των συμπατριωτών μας, οι οποίοι πολλές φορές χρησιμοποιούν τους μετανάστες σαν ευκαιρία για πλουτισμό και για εργατικά χέρια με σχεδόν μηδενικό κόστος. Ακόμα, οφείλει να πραγματοποιηθεί αποτελεσματικός έλεγχος σε όλα τα μήκη των συνόρων μας – και με τη συμβολή της FRONTEX - για να μετριασθεί το ζήτημα της αθρόας μετανάστευσης, αφού αποτελούμε την κύρια πηγή εισόδου στην Ευρώπη. Εν μέσω της οικονομικής κρίσης η χώρα μας δεν αντέχει τη χρηματοδότηση ειδικών υποδομών και στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σταθεί αρωγός η Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι τα σύνορά μας δεν είναι μόνο ελληνικά, αλλά και σύνορα της Ε.Ε. Η παράνομη μετανάστευση δεν αποτελεί ελληνικό «προνόμιο», είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η Ε.Ε πρέπει να υιοθετήσει και να εφαρμόσει μια ολοκληρωμένη πολιτική για την παράνομη μετανάστευση και το άσυλο.
Η αναβλητικότητα της πολιτείας, κινδυνεύει να μετατρέψει ένα μεγάλο κομμάτι των συμπολιτών μας σε ξενοφοβικές και ρατσιστικές ομάδες. Είναι ανάγκη λοιπόν να εξηγήσουν οι αρμόδιοι φορείς στην κοινωνία ότι δεν φταίνε οι άνθρωποι αυτοί αλλά οι μηχανισμοί, ντόπιοι και ξένοι, αλλά και οι χώρες της γειτονίας μας οι οποίες επιτρέπουν και πολλές φορές ενισχύουν την κατάσταση αυτή με τα μεγάλα κύματα λαθρομετανάστευσης. Ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέτρα αντιμετώπισης του φαινομένου είναι η επιτάχυνση της λειτουργία της διαδικασίας χορήγησης ασύλου, καθώς είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός εκείνων που ζητούν άσυλο, είτε το δικαιούνται είτε όχι. Με τον τρόπο αυτό θα το πάρουν όσοι το δικαιούνται σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες και οι υπόλοιποι θα αποχωρούν αμέσως για τις χώρες τους. Τέλος, ένα μέτρο που μπορεί να μετριάσει την κατάσταση, είναι όλα τα κράτη – μέλη της Ε.Ε. να αναλάβουν τις ευθύνες τους ισομερώς και ανάλογα με τις δυνατότητές τους, αλλά και η άμεση συνεννόηση και εφαρμογή διακρατικών συμφωνιών με τις γείτονες χώρες. Το σίγουρο είναι πως πλέον, είκοσι χρόνια μετά τις πρώτες αφίξεις παράνομων μεταναστών, η Ελλάδα δεν μπορεί να αντέξει τόσο μεγάλες μεταναστευτικές ροές. Η εισροή μεταναστών από τον Έβρο αποτελεί πανευρωπαϊκό πρόβλημα καθώς το 90% της μετανάστευσης προς την Ευρώπη γίνεται μέσω των Ελληνοτουρκικών συνόρων και για το λόγο αυτό η Ε.Ε. πρέπει να κοιτάξει το πρόβλημα κατάματα και να βοηθήσει την Ελλάδα στην αντιμετώπισή του.
Εκτός της κατασκευής του τείχους πρέπει να ακολουθηθεί συνολικά ένα πλέγμα ολοκληρωμένης μεταναστευτικής πολιτικής. Αρχικά, πρέπει να επιτραπεί η χρήση παλιών στρατοπέδων για χώρους πρώτης υποδοχής αλλά και για χώρους κράτησης των παράνομων μεταναστών. Άμεσος στόχος πρέπει να είναι η διαβίωση των ανθρώπων αυτών σε ανθρώπινες συνθήκες ώστε να απομακρυνθούν από την παραβατικότητα. Ακολούθως, πρέπει να γίνει έλεγχος και των συμπατριωτών μας, οι οποίοι πολλές φορές χρησιμοποιούν τους μετανάστες σαν ευκαιρία για πλουτισμό και για εργατικά χέρια με σχεδόν μηδενικό κόστος. Ακόμα, οφείλει να πραγματοποιηθεί αποτελεσματικός έλεγχος σε όλα τα μήκη των συνόρων μας – και με τη συμβολή της FRONTEX - για να μετριασθεί το ζήτημα της αθρόας μετανάστευσης, αφού αποτελούμε την κύρια πηγή εισόδου στην Ευρώπη. Εν μέσω της οικονομικής κρίσης η χώρα μας δεν αντέχει τη χρηματοδότηση ειδικών υποδομών και στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σταθεί αρωγός η Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι τα σύνορά μας δεν είναι μόνο ελληνικά, αλλά και σύνορα της Ε.Ε. Η παράνομη μετανάστευση δεν αποτελεί ελληνικό «προνόμιο», είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η Ε.Ε πρέπει να υιοθετήσει και να εφαρμόσει μια ολοκληρωμένη πολιτική για την παράνομη μετανάστευση και το άσυλο.
Η αναβλητικότητα της πολιτείας, κινδυνεύει να μετατρέψει ένα μεγάλο κομμάτι των συμπολιτών μας σε ξενοφοβικές και ρατσιστικές ομάδες. Είναι ανάγκη λοιπόν να εξηγήσουν οι αρμόδιοι φορείς στην κοινωνία ότι δεν φταίνε οι άνθρωποι αυτοί αλλά οι μηχανισμοί, ντόπιοι και ξένοι, αλλά και οι χώρες της γειτονίας μας οι οποίες επιτρέπουν και πολλές φορές ενισχύουν την κατάσταση αυτή με τα μεγάλα κύματα λαθρομετανάστευσης. Ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέτρα αντιμετώπισης του φαινομένου είναι η επιτάχυνση της λειτουργία της διαδικασίας χορήγησης ασύλου, καθώς είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός εκείνων που ζητούν άσυλο, είτε το δικαιούνται είτε όχι. Με τον τρόπο αυτό θα το πάρουν όσοι το δικαιούνται σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες και οι υπόλοιποι θα αποχωρούν αμέσως για τις χώρες τους. Τέλος, ένα μέτρο που μπορεί να μετριάσει την κατάσταση, είναι όλα τα κράτη – μέλη της Ε.Ε. να αναλάβουν τις ευθύνες τους ισομερώς και ανάλογα με τις δυνατότητές τους, αλλά και η άμεση συνεννόηση και εφαρμογή διακρατικών συμφωνιών με τις γείτονες χώρες. Το σίγουρο είναι πως πλέον, είκοσι χρόνια μετά τις πρώτες αφίξεις παράνομων μεταναστών, η Ελλάδα δεν μπορεί να αντέξει τόσο μεγάλες μεταναστευτικές ροές. Η εισροή μεταναστών από τον Έβρο αποτελεί πανευρωπαϊκό πρόβλημα καθώς το 90% της μετανάστευσης προς την Ευρώπη γίνεται μέσω των Ελληνοτουρκικών συνόρων και για το λόγο αυτό η Ε.Ε. πρέπει να κοιτάξει το πρόβλημα κατάματα και να βοηθήσει την Ελλάδα στην αντιμετώπισή του.
Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011
ΕΙΠΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ
Στη διάσκεψη των Τούρκων πρέσβεων στο Ερζερούμ, ο Πρωθυπουργός είπε πολλές αλήθειες τις οποίες δεν είχαν συνηθίσει να ακούνε οι γείτονες από επίσημα χείλη, και μάλιστα μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Αρχικά αναφέρθηκε στο χρόνιο πρόβλημα των υπερπτήσεων της Τουρκίας στον εναέριο χώρο μας, και συγκεκριμένα αναφέρθηκε στις οκτώ υπερπτήσεις τούρκικων μαχητικών πάνω από το Φαρμακονήσι. Από μερίδα του Τουρκικού Τύπου, η ομιλία του Γιώργου Παπανδρέου στη Σύνοδο των πρέσβεων και ειδικά, η ευθεία τοποθέτηση του Έλληνα πρωθυπουργού περί των παραβιάσεων ελληνικού εναέριου χώρου, χαρακτηρίστηκε ως «έκπληξη», όμως δεν ήταν παρά η ωμή αλήθεια. Η Τουρκία, σύμφωνα με τα λεγόμενα των αξιωματούχων της, επιδιώκει την ειρηνική γειτνίαση με την Ελλάδα, όμως αν δεν πάψουν οι καθημερινές υπερπτήσεις, τότε το πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί και ανάμεσα στις δυο χώρες θα συνεχίσει να κυριαρχεί η αμφιβολία και το πολωμένο κλίμα. Στο θέμα της Κύπρου, τα λεγόμενα του Πρωθυπουργού ήταν περισσότερα αιχμηρά καθώς μίλησε για κατοχή και εισβολή. Με λίγα λόγια, είπε τα πράγματα με το όνομά τους και έθεσε την Τουρκία και την τουρκική ηγεσία προ των ευθυνών τους, διακηρύττοντας με τα λεγόμενά του ότι το Κυπριακό αποτελεί βασικό ζήτημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Υπέδειξε με σαφήνεια ότι, αν δεν λυθεί το Κυπριακό, η εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα είναι σχεδόν αδύνατη.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι μεγάλο ρόλο στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας θα παίξει το Κυπριακό, αλλά όχι μόνο αυτό. Η Τουρκία συνεχίζει να μην λαμβάνει υπόψη τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Επιμένει στην ανάγκη για πενταμερής διαπραγμάτευση, δείχνοντας με τον προκλητικό τρόπο αυτό ότι δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο κ. Ερντογάν μπορεί να κατηγόρησε την Ε.Ε. και να είπε ότι εξαντλείται η υπομονή της χώρας του, όμως το ουσιαστικό ζήτημα που προκύπτει είναι ότι η Τουρκία αν δεν τηρήσει ορισμένα θεμελιώδη κριτήρια, δεν πρόκειται στο εγγύς μέλλον να γίνει μέλος της Ε.Ε και μπορεί να χρειαστεί να περιμένει άλλα 50 χρόνια. Ο Πρωθυπουργός εκτός των παραπάνω, έθεσε και το θέμα της υφαλοκρηπίδας, τονίζοντας για ακόμη μια φορά πως αν δεν βρεθεί λύση ανάμεσα στις δυο χώρες, η μόνη λύση θα είναι η προσφυγή της Ελλάδος στο Δικαστήριο της Χάγης.
Ένα επιπλέον θέμα το οποίο έπρεπε να είχε τεθεί από τον Πρωθυπουργό στη διάσκεψη στο Ερζερούμ, είναι η ανεπαρκής εφαρμογή του διμερούς πρωτοκόλλου επανεισδοχής λαθρομεταναστών από την Τουρκία αλλά και η αναβλητικότητα που δείχνει η Άγκυρα στην προώθηση της υπογραφής ανάλογης συμφωνίας επανεισδοχής με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης για τοποθέτηση φράχτη στα χερσαία σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας στον Έβρο είναι ένα σωστό μέτρο το οποίο έπρεπε να είχε εφαρμοστεί εδώ και χρόνια. Όμως αν η Τουρκία συνεχίσει να μην δέχεται τον επαναπατρισμό των λαθρομεταναστών της, και αν η Ε.Ε. δεν πάρει θέση, τότε από μόνος του ο φράκτης δεν θα έχει ουσιαστικά αποτελέσματα. Η συνολική μεταναστευτική πολιτική της χώρας μας είναι μεγάλο θέμα και δεν μπορεί να αναλυθεί απλοϊκά σε μια παράγραφο.
Τέλος, πολλοί ήταν εκείνοι που κατά καιρούς έχουν κατηγορήσει τον Πρωθυπουργό και το Υπουργείο Εξωτερικών, για μυστική διπλωματία με την Τουρκία. Ακόμα περισσότεροι ήταν αυτοί που υποστήριζαν ότι ο Παπανδρέου πάει στην Άγκυρα για να ξεπουλήσει το Αιγαίο στον Ερντογάν. Δεν γνωρίζουμε αν συμβαίνουν τα παραπάνω, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Παπανδρέου είπε στο Ερζερούμ τα πράγματα με το όνομά τους και έθεσε τους γείτονες προ των ευθυνών τους.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι μεγάλο ρόλο στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας θα παίξει το Κυπριακό, αλλά όχι μόνο αυτό. Η Τουρκία συνεχίζει να μην λαμβάνει υπόψη τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Επιμένει στην ανάγκη για πενταμερής διαπραγμάτευση, δείχνοντας με τον προκλητικό τρόπο αυτό ότι δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο κ. Ερντογάν μπορεί να κατηγόρησε την Ε.Ε. και να είπε ότι εξαντλείται η υπομονή της χώρας του, όμως το ουσιαστικό ζήτημα που προκύπτει είναι ότι η Τουρκία αν δεν τηρήσει ορισμένα θεμελιώδη κριτήρια, δεν πρόκειται στο εγγύς μέλλον να γίνει μέλος της Ε.Ε και μπορεί να χρειαστεί να περιμένει άλλα 50 χρόνια. Ο Πρωθυπουργός εκτός των παραπάνω, έθεσε και το θέμα της υφαλοκρηπίδας, τονίζοντας για ακόμη μια φορά πως αν δεν βρεθεί λύση ανάμεσα στις δυο χώρες, η μόνη λύση θα είναι η προσφυγή της Ελλάδος στο Δικαστήριο της Χάγης.
Ένα επιπλέον θέμα το οποίο έπρεπε να είχε τεθεί από τον Πρωθυπουργό στη διάσκεψη στο Ερζερούμ, είναι η ανεπαρκής εφαρμογή του διμερούς πρωτοκόλλου επανεισδοχής λαθρομεταναστών από την Τουρκία αλλά και η αναβλητικότητα που δείχνει η Άγκυρα στην προώθηση της υπογραφής ανάλογης συμφωνίας επανεισδοχής με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης για τοποθέτηση φράχτη στα χερσαία σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας στον Έβρο είναι ένα σωστό μέτρο το οποίο έπρεπε να είχε εφαρμοστεί εδώ και χρόνια. Όμως αν η Τουρκία συνεχίσει να μην δέχεται τον επαναπατρισμό των λαθρομεταναστών της, και αν η Ε.Ε. δεν πάρει θέση, τότε από μόνος του ο φράκτης δεν θα έχει ουσιαστικά αποτελέσματα. Η συνολική μεταναστευτική πολιτική της χώρας μας είναι μεγάλο θέμα και δεν μπορεί να αναλυθεί απλοϊκά σε μια παράγραφο.
Τέλος, πολλοί ήταν εκείνοι που κατά καιρούς έχουν κατηγορήσει τον Πρωθυπουργό και το Υπουργείο Εξωτερικών, για μυστική διπλωματία με την Τουρκία. Ακόμα περισσότεροι ήταν αυτοί που υποστήριζαν ότι ο Παπανδρέου πάει στην Άγκυρα για να ξεπουλήσει το Αιγαίο στον Ερντογάν. Δεν γνωρίζουμε αν συμβαίνουν τα παραπάνω, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Παπανδρέου είπε στο Ερζερούμ τα πράγματα με το όνομά τους και έθεσε τους γείτονες προ των ευθυνών τους.
Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010
ΤΙ ΕΔΕΙΞΕ Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΟΡΥΦΗΣ ΤΗΣ Ε.Ε.
Στη Σύνοδο κορυφής της Ε.Ε που έγινε πρόσφατα, οι πλούσιες χώρες του Βορρά με ξεκάθαρο ηγέτη τη Γερμανία, επικράτησαν. Ενόψει της Συνόδου, υπήρχαν ελπίδες πως θα υπάρξει πραγματική βούληση για τις φτωχές χώρες του Νότου που πλήττονται από την κρίση. Είχαν ενταθεί οι ανησυχίες εκείνων των ηγετών που θεωρούσαν επιτακτική την έκδοση ευρωομολόγου για τις προβληματικές οικονομίες των χωρών της περιφέρειας. Ενώ υπήρχαν και κάποιοι αρκετά φιλόδοξοι που μιλούσαν για την αναγκαιότητα κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής η οποία δεν θα περιορίζεται μόνο στο ευρώ αλλά θα καλύπτει ένα ευρύτερο και συνολικό φάσμα οικονομικής και φορολογικής πολιτικής. Αντ’ αυτού, υπήρξε μια γενικόλογη συζήτηση και η δέσμευση για την υιοθέτηση ενός μόνιμου ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθεροποίησης των κρατών – μελών της ευρωζώνης, ο οποίος θα μπει σε ισχύ από το 2013. Στο σημείο αυτό επικράτησαν και πάλι οι γερμανικές θέσεις, καθώς στο μηχανισμό θα προβλέπεται ακόμα και η συμμετοχή ιδιωτών πιστωτών, μαζί με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Οι υπουργοί Οικονομικών των χωρών της Ευρωζώνης έχουν επιφορτιστεί με τη διαμόρφωση του μηχανισμού και αποτελέσματα αναμένονται μέσα στη χρονιά.
Τα παραπάνω είναι ενδεικτικά του γενικότερου κλίματος που κυριάρχησε στη Σύνοδο κορυφής. Επικράτησε η πολιτική αδράνεια της ευρωπαϊκής ηγεσίας και τα οικονομικά συμφέροντα των πλούσιων χωρών του Βορρά. Η Ε.Ε. αν και διαθέτει Πρόεδρο, ο τελευταίος είναι ένας πολιτικός χωρίς ηγετικές ικανότητες, και δεν φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει πρωτοβουλίες για τη σωτηρία της ευρωζώνης και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Είνια έρμαιο στις διαθέσεις της Γερμανίας, και δευτερευόντος της Γαλλίας. Η ευρωπαϊκή ηγεσία δεν μπορεί ή καλύτερα δεν θέλει να αναγνωρίσει και κυρίως να επιλύσει το πρόβλημα της ευρωζώνης. Και το πρόβλημα αυτό δεν είναι απλώς νομισματικό, όπως κάποιοι θέλουν να πιστεύουν, αλλά καθαρά οικονομικό. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε η αδυναμία της Ε.Ε. να συζητήσει τα πραγματικά προβλήματα και τις λύσεις της οικονομικής κρίσης. Ουδεμία κουβέντα έγινε για κοινή οικονομική πολιτική, μιας και η Γερμανία μαζί με τους συμμάχους της δεν είναι διατεθειμένοι να συμβάλλουν στη σωτηρία του ευρώ και προτιμούν να μείνουν προσκολλοιμένοι στο εθνικό συμφέρον και μόνο. Πιστέυουν ότι ενδεχόμενη «συμμετοχή» τους στο όλο και αυξανόμενο δημόσιο χρέος των χωρών του Νότου, θα τις συμπαρασύρει στη δίνη της κρίσης.
Η ΟΝΕ, είτε είναι κάποιος υπέρμαχός της είτε πολέμιός της, αποτελεί δομικό στοιχείο της Ε.Ε. και ενδεχόμενη διάλυσή της θα επέφερε οικονομική αναταραχή, ραγδαία ύφεση και κατακόρυφη πτώση του βιωτικού επιπέδου και των αναπτυξιακών προοπτικών των κρατών – μελών. Η οικονομική διακυβέρνηση αποτελεί μια αναγκαιότητα, αν τα μέλη επιθυμούν τη διατήρηση του κοινού νομίσματος. Αυτό που πρέπει να απασχολήσει άμεσα την Ε.Ε. και τα κράτη – μέλη, είναι η μεταφορά αρμοδιοτήτων από το εθνικό στο υπερεθνικό. Η κοινή ευρωπαίκή οικονομική διακυβέρνηση θα λειτουργήσει ως ανάχωμα στην κρίση και θα συμβάλλει ώστε η Ευρώπη να μπορεί να ανταγωνιστεί τις οικονομίες της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών στο νέο παγκοσμιοποιημένο σύστημα που γοργά διαμορφώνεται. Τη στιγμή αυτή, η προοπτική μιας κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης μένει στάσιμη. Όπως στάσιμη παραμένει και η κοινή ευρωπαϊκή ανάπτυξη και πρόοδος. Οι ανισότητες είναι μεγάλες στην Ε.Ε. και δεν προβλέπεται άμεσα οικονομική και κοινωνική σύγκλιση. Οι ευρωπαϊκές εκκρεμότητες είναι πάρα πολλές και όσο δεν θέτονται επί τάπητος τα κρίσιμα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και της πολιτικής ενοποίησης, τότε όλο και πιο γρήγορα θα επέλθει η διάλυση της ευρωζώνης και της Ε.Ε
Τα παραπάνω είναι ενδεικτικά του γενικότερου κλίματος που κυριάρχησε στη Σύνοδο κορυφής. Επικράτησε η πολιτική αδράνεια της ευρωπαϊκής ηγεσίας και τα οικονομικά συμφέροντα των πλούσιων χωρών του Βορρά. Η Ε.Ε. αν και διαθέτει Πρόεδρο, ο τελευταίος είναι ένας πολιτικός χωρίς ηγετικές ικανότητες, και δεν φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει πρωτοβουλίες για τη σωτηρία της ευρωζώνης και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Είνια έρμαιο στις διαθέσεις της Γερμανίας, και δευτερευόντος της Γαλλίας. Η ευρωπαϊκή ηγεσία δεν μπορεί ή καλύτερα δεν θέλει να αναγνωρίσει και κυρίως να επιλύσει το πρόβλημα της ευρωζώνης. Και το πρόβλημα αυτό δεν είναι απλώς νομισματικό, όπως κάποιοι θέλουν να πιστεύουν, αλλά καθαρά οικονομικό. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε η αδυναμία της Ε.Ε. να συζητήσει τα πραγματικά προβλήματα και τις λύσεις της οικονομικής κρίσης. Ουδεμία κουβέντα έγινε για κοινή οικονομική πολιτική, μιας και η Γερμανία μαζί με τους συμμάχους της δεν είναι διατεθειμένοι να συμβάλλουν στη σωτηρία του ευρώ και προτιμούν να μείνουν προσκολλοιμένοι στο εθνικό συμφέρον και μόνο. Πιστέυουν ότι ενδεχόμενη «συμμετοχή» τους στο όλο και αυξανόμενο δημόσιο χρέος των χωρών του Νότου, θα τις συμπαρασύρει στη δίνη της κρίσης.
Η ΟΝΕ, είτε είναι κάποιος υπέρμαχός της είτε πολέμιός της, αποτελεί δομικό στοιχείο της Ε.Ε. και ενδεχόμενη διάλυσή της θα επέφερε οικονομική αναταραχή, ραγδαία ύφεση και κατακόρυφη πτώση του βιωτικού επιπέδου και των αναπτυξιακών προοπτικών των κρατών – μελών. Η οικονομική διακυβέρνηση αποτελεί μια αναγκαιότητα, αν τα μέλη επιθυμούν τη διατήρηση του κοινού νομίσματος. Αυτό που πρέπει να απασχολήσει άμεσα την Ε.Ε. και τα κράτη – μέλη, είναι η μεταφορά αρμοδιοτήτων από το εθνικό στο υπερεθνικό. Η κοινή ευρωπαίκή οικονομική διακυβέρνηση θα λειτουργήσει ως ανάχωμα στην κρίση και θα συμβάλλει ώστε η Ευρώπη να μπορεί να ανταγωνιστεί τις οικονομίες της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών στο νέο παγκοσμιοποιημένο σύστημα που γοργά διαμορφώνεται. Τη στιγμή αυτή, η προοπτική μιας κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης μένει στάσιμη. Όπως στάσιμη παραμένει και η κοινή ευρωπαϊκή ανάπτυξη και πρόοδος. Οι ανισότητες είναι μεγάλες στην Ε.Ε. και δεν προβλέπεται άμεσα οικονομική και κοινωνική σύγκλιση. Οι ευρωπαϊκές εκκρεμότητες είναι πάρα πολλές και όσο δεν θέτονται επί τάπητος τα κρίσιμα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και της πολιτικής ενοποίησης, τότε όλο και πιο γρήγορα θα επέλθει η διάλυση της ευρωζώνης και της Ε.Ε
Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΡΟΛΟΥ
Πριν λίγες μέρες, μετά από αρκετό καιρό, η Εκκλησία αποφάσισε να μιλήσει στους πιστούς για την οικονομική κρίση, και ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγόρησε την κυβέρνηση και ανέφερε μεταξύ άλλων στο φυλλάδιο Προς το Λαό που μοιράστηκε, ότι «είμαστε μια χώρα υπό κατοχή και εκτελούμε εντολές των κυρίαρχων – δανειστών μας. Η χώρα μας φαίνεται να μην είναι πλέον ελεύθερη, αλλά να διοικείται επί της ουσίας από τους δανειστές μας». Είναι πολλοί οι μητροπολίτες που όχι μόνο συμφώνησαν με το ύφος του φυλλαδίου, άλλα πιστεύουν πως έπρεπε να μοιραστεί στους πιστούς εδώ και καιρό. Από την άλλη, τα κόμματα διχάστηκαν ανάμεσα σε αυτά που υποστηρίζουν τον πολιτικό λόγο της Εκκλησίας, και σε εκείνα που την εγκαλούν να μείνει πιστή στα εκκλησιαστικά της ζητήματα και μόνον. Με αφορμή, το διάγγελμα «Προς τον Λαό», αναζωπυρώθηκε για άλλη μια φορά η συζήτηση για το αν μπορεί η Εκκλησία να κάνει πολιτική.
Διαχρονικά η Εκκλησία ενδιαφερόταν για τα οίκου της και βρισκόταν σε συνεργασία με την εκάστοτε κυβέρνηση, όταν όμως πίστευε ότι τα δικαιώματά της ή οι αξίες της θίγονταν, προχωρούσε σε κινητοποιήσεις. Τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία με τις ταυτότητες, όταν η τότε κυβέρνηση Σημίτη είχε αποφασίσει να μην αναγράφεται το θρήσκευμα στις ταυτότητες. Τότε λίγο έλειψε να πέσει η κυβέρνηση καθώς οι συλλογές υπογραφών και τα συλλαλητήρια ήταν μαζικά. Πρόσφατα, η προεκλογική δέσμευση του κ. Παπανδρέου για φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας ξεσήκωσε εκ νέου τους Ιεράρχες. Ακόμα, επίκειται νέος ξεσηκωμός με αφορμή την κάρτα του πολίτη που σχεδιάζει η κυβέρνηση.
Όπως καταλαβαίνει κανείς, αν συνυπολογίσουμε στα παραπάνω τις πολλές φορές που η Εκκλησία υπερασπίζεται τα εθνικά συμφέροντα και αναφέρεται στα καυτά εθνικά θέματα, τότε καταλαβαίνει κανείς ότι είναι πολλές οι φορές που οι Ιεράρχες κάνουν πολιτική με την ευρεία έννοια του όρου. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό και κατακριτέο, όμως είναι υποκριτικό όταν πολλοί εκπρόσωποι της Εκκλησίας απαρνούνται τον πολιτικό μανδύα και τονίζουν ότι μιλούν πάντα στο όνομα της υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων. Ο λαός έχει τη δύναμη, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες (π.χ. εκλογές) να εκφράζει τη βούλησή του για το εθνικό συμφέρον, όποτε αυτό διακυβεύεται, και δεν πρέπει κάποιοι ιεράρχες να θέλουν να δράσουν «ελέω Θεού». Ο καθένας έχει τη γνώμη του για τα πολιτικά ζητήματα της χώρας, όμως οι Ιερείς δεν πρέπει να μιλούν ακραία και να νομίζουν ότι εκπροσωπούν την κοινή γνώμη.
Η Εκκλησία της Ελλάδος αν θελήσουμε να την εξετάσουμε ως πολιτική δύναμη, είναι αρκετά συντηρητική, οπισθοδρομική και φοβική. Αντιστέκεται στις αμβλώσεις, στο προγαμιαίο σεξ και στην ομοφυλοφιλία την ίδια στιγμή που όλα αυτά αποτελούν πραγματικότητα, την οποία έχει δεχθεί η ελληνική κοινωνία. Αντιστέκεται, για παράδειγμα, στην κατασκευή μουσουλμανικοί τεμένους, τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας έχει αποδεχθεί την ανεξιθρησκία. Πρέπει η Εκκλησία να καταλάβει ότι όλοι οι πιστοί, ανεξαρτήτου θρησκεύματος, πρέπει να έχουν το δικό τους χώρο λατρείας και προσευχής, και όχι να περιθωριοποιούνται και να λιντσάρονται, γιατί πολύ απλά η περιθωριοποίηση αργά ή γρήγορα φέρνει αντίδραση με άσχημα αποτελέσματα. Αντιστέκεται σε ένα μάθημα Θρησκειολογίας στα ελληνικά σχολεία και προάγει το μάθημα των Θρησκευτικών, το οποίο όπως γίνεται αποτελεί μια ορθόδοξη κατήχηση και μόνο.
Είναι πολλά τα περιστατικά στα οποία μπορεί να αναφερθεί κανείς, όμως το συμπέρασμα είναι ότι η Εκκλησία πρέπει να κοιτάει τα του οίκου της. Να ασχοληθεί με τα θέματα της πίστεως, να προσφέρει, όπως πράγματι κάνει, τη χείρα βοηθείας στους φτωχούς και τους μη προνομιούχους συμπολίτες μας, ανεξαρτήτου χρώματος, και τέλος να κάνει πράξη τα ουσιαστικά – ανθρωπιστικά μηνύματα της Ορθοδοξίας. Είναι καιρός οι προοδευτικοί Ιεράρχες και ειδικότερα ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος, να αναλάβουν πρωτοβουλίες ώστε η Εκκλησία να παραμείνει αφοσιωμένη στο αξιοζήλευτο ανθρωπιστικό έργο που προσφέρει, και όχι να φαίνεται στα μάτια του κόσμου ως μια οιονεί συντηρητική πολιτική δύναμη.
Διαχρονικά η Εκκλησία ενδιαφερόταν για τα οίκου της και βρισκόταν σε συνεργασία με την εκάστοτε κυβέρνηση, όταν όμως πίστευε ότι τα δικαιώματά της ή οι αξίες της θίγονταν, προχωρούσε σε κινητοποιήσεις. Τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία με τις ταυτότητες, όταν η τότε κυβέρνηση Σημίτη είχε αποφασίσει να μην αναγράφεται το θρήσκευμα στις ταυτότητες. Τότε λίγο έλειψε να πέσει η κυβέρνηση καθώς οι συλλογές υπογραφών και τα συλλαλητήρια ήταν μαζικά. Πρόσφατα, η προεκλογική δέσμευση του κ. Παπανδρέου για φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας ξεσήκωσε εκ νέου τους Ιεράρχες. Ακόμα, επίκειται νέος ξεσηκωμός με αφορμή την κάρτα του πολίτη που σχεδιάζει η κυβέρνηση.
Όπως καταλαβαίνει κανείς, αν συνυπολογίσουμε στα παραπάνω τις πολλές φορές που η Εκκλησία υπερασπίζεται τα εθνικά συμφέροντα και αναφέρεται στα καυτά εθνικά θέματα, τότε καταλαβαίνει κανείς ότι είναι πολλές οι φορές που οι Ιεράρχες κάνουν πολιτική με την ευρεία έννοια του όρου. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό και κατακριτέο, όμως είναι υποκριτικό όταν πολλοί εκπρόσωποι της Εκκλησίας απαρνούνται τον πολιτικό μανδύα και τονίζουν ότι μιλούν πάντα στο όνομα της υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων. Ο λαός έχει τη δύναμη, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες (π.χ. εκλογές) να εκφράζει τη βούλησή του για το εθνικό συμφέρον, όποτε αυτό διακυβεύεται, και δεν πρέπει κάποιοι ιεράρχες να θέλουν να δράσουν «ελέω Θεού». Ο καθένας έχει τη γνώμη του για τα πολιτικά ζητήματα της χώρας, όμως οι Ιερείς δεν πρέπει να μιλούν ακραία και να νομίζουν ότι εκπροσωπούν την κοινή γνώμη.
Η Εκκλησία της Ελλάδος αν θελήσουμε να την εξετάσουμε ως πολιτική δύναμη, είναι αρκετά συντηρητική, οπισθοδρομική και φοβική. Αντιστέκεται στις αμβλώσεις, στο προγαμιαίο σεξ και στην ομοφυλοφιλία την ίδια στιγμή που όλα αυτά αποτελούν πραγματικότητα, την οποία έχει δεχθεί η ελληνική κοινωνία. Αντιστέκεται, για παράδειγμα, στην κατασκευή μουσουλμανικοί τεμένους, τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας έχει αποδεχθεί την ανεξιθρησκία. Πρέπει η Εκκλησία να καταλάβει ότι όλοι οι πιστοί, ανεξαρτήτου θρησκεύματος, πρέπει να έχουν το δικό τους χώρο λατρείας και προσευχής, και όχι να περιθωριοποιούνται και να λιντσάρονται, γιατί πολύ απλά η περιθωριοποίηση αργά ή γρήγορα φέρνει αντίδραση με άσχημα αποτελέσματα. Αντιστέκεται σε ένα μάθημα Θρησκειολογίας στα ελληνικά σχολεία και προάγει το μάθημα των Θρησκευτικών, το οποίο όπως γίνεται αποτελεί μια ορθόδοξη κατήχηση και μόνο.
Είναι πολλά τα περιστατικά στα οποία μπορεί να αναφερθεί κανείς, όμως το συμπέρασμα είναι ότι η Εκκλησία πρέπει να κοιτάει τα του οίκου της. Να ασχοληθεί με τα θέματα της πίστεως, να προσφέρει, όπως πράγματι κάνει, τη χείρα βοηθείας στους φτωχούς και τους μη προνομιούχους συμπολίτες μας, ανεξαρτήτου χρώματος, και τέλος να κάνει πράξη τα ουσιαστικά – ανθρωπιστικά μηνύματα της Ορθοδοξίας. Είναι καιρός οι προοδευτικοί Ιεράρχες και ειδικότερα ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος, να αναλάβουν πρωτοβουλίες ώστε η Εκκλησία να παραμείνει αφοσιωμένη στο αξιοζήλευτο ανθρωπιστικό έργο που προσφέρει, και όχι να φαίνεται στα μάτια του κόσμου ως μια οιονεί συντηρητική πολιτική δύναμη.
Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010
ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΧΑΟΣ
Την περασμένη Τετάρτη, ο ξυλοδαρμός του κ. Χατζηδάκη, ήταν το αποκορύφωμα μιας κατάστασης που εδώ και καιρό έχει λάβει χαρακτηριστικά παγιωμένης αντίληψης στην ελληνική κοινωνία. Τις περασμένες φορές οι «επιθέσεις» στους πολιτικούς περιορίζονταν στις ύβρεις, όμως τη φορά αυτή η κατάσταση ξέφυγε από τη φραστική βία. Είναι δεδομένο ότι εδώ και αρκετούς μήνες έχει διαμορφωθεί μια γενικευμένη απαξίωση του πολιτικού προσωπικού της χώρας από ένα ευρύτερο κομμάτι της κοινωνίας. Μια αποδοκιμασία που δεν περιορίζεται πλέον σε φραστικές καταδίκες ή έστω σε αποχή από συλλογικές διαδικασίες (όπως η αποχή από τις πρόσφατες εκλογές), αλλά εξωτερικεύεται και με σωματική βία. Σαφώς τέτοιου είδους επιθέσεις και προπηλακισμοί είναι κατακριτέοι, όμως το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η κατάσταση σε λίγο καιρό ενδέχεται να είναι εκτός ελέγχου.
Το ανησυχητικό μήνυμα αυτής της επίθεσης είναι ότι, τη φορά αυτή δεν μιλάμε για επίθεση από τους «γνωστούς – άγνωστους» ή από αναρχικούς ή ακροδεξιούς. Μιλάμε για καθημερινούς ανθρώπους, βιοπαλαιστές, μισθωτούς, συνταξιούχους, άνεργους πτυχιούχους, άνεργους οικογενειάρχες. Οι άνθρωποι αυτοί θίγονται καθημερινά από την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και ενώ βλέπουν να μπαίνει «μαχαίρι» σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα δεν βλέπουν να τιμωρείται κάποιος πολιτικός για την κατάσταση της χώρας. Ενώ εκείνοι υποχρεώνονται σε βίαιη αλλαγή της ζωής τους, οι πολιτικοί συνεχίζουν να απολαμβάνουν τα προνόμιά τους, εμφανώς αποξενωμένοι από την πραγματικότητα και τη σκληρή καθημερινότητα.
Ασφαλώς η χρήση βίας, είναι καταδικαστέα. Είτε το θύμα είναι ένας μετανάστης, είτε ένας τέως υπουργός. Πάντα η εύκολη λύση είναι να στοχοποιούνται οι δράστες, να αναφερθούν δυο – τρεις καλές κουβέντες για το θύμα, να απασχολήσει το περιστατικό τα δελτία των 8, και η ζωή συνεχίζεται. Κάθε πράξη λαϊκής αυτοδικίας πρέπει όχι μόνο να καταδικάζεται στα λόγια, αλλά να τιμωρείται από τη δικαιοσύνη, τους απεργούς και συνολικά από την κοινωνία Στην περίπτωση του κ. Χατζηδάκη, δεν μιλάμε για μια επίθεση τυχαία ή προμελετημένη. Η αιτία είναι αρκετά βαθιά. Στα μάτια των εξαγριωμένων συμπολιτών μας, ο κ. Χατζηδάκης αντιπροσώπευε σύσσωμο το ελληνικό κοινοβούλιο, του τώρα και του χθες. Στα μάτια των διαδηλωτών, αυτό που αντιπροσώπευε ο κ. Χατζηδάκης ήταν , ήταν το τέλμα στο οποίο βρίσκεται η ελληνική κοινωνία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η επίθεση στον πρώην υπουργό δεν ήταν προμελετημένη, αλλά αυθόρμητη. Και ο αυθορμητισμός είναι το ανησυχητικό, καθώς μιλάμε για μια κοινωνία που βράζει και κανείς δεν φαντάζεται που θα ξεσπάσει η λαϊκή οργή και σε ποιον.
Σίγουρα, για την κατάσταση της χώρας δεν φταίνε όλοι οι πολιτικοί. Όμως, όταν έχουν συμβεί τόσα, τα χλωρά καίγονται με τα ξερά, και σε συνθήκες λαϊκού ξεσηκωμού, το ποτάμι της οργής δεν μπορεί να σταματήσει. Η χώρα μας βρίσκεται πολύ κοντά σε σημείο χωρίς επιστροφή. Το επεισόδιο με τον κ. Χατζηδάκη είναι χαρακτηριστικό. Είναι ένας πολιτικός που δεν έχει ακουστεί το όνομά του σε κάποιο σκάνδαλο. Και όμως όταν το πλήθος τον είδε, έπεσε πάνω του και εξέφρασε την οργή του για τα όσα συμβαίνουν στη χώρα τους τελευταίους μήνες. Ήταν μια πρώτη γεύση γι’ αυτό που θα επακολουθήσει, αν δεν καταλάβουν οι κυβερνόντες και οι πολιτικοί ότι και οι ίδιοι υπάγονται στους νόμους και τα βάρη πρέπει να μοιραστούν δίκαια. Είναι πάρα πολλοί οι έχοντες και οι διαπλεκόμενοι που δεν έχουν συνεισφέρει τίποτα ως τώρα στην εθνική προσπάθεια που γίνεται για την αποφυγή της χρεωκοπίας. Ο όχλος τις περισσότερες φορές, όταν νιώθει ότι θίγεται, δεν διακρίνεται για νηφάλιες αξιολογήσεις προσώπων. Μια σπίθα αρκεί για να ανάψει φωτιά στην κοινωνία. Και αυτό οφείλει να το γνωρίζει η κυβέρνηση και να λάβει τα μέτρα της πριν να είναι αργά.
Το ανησυχητικό μήνυμα αυτής της επίθεσης είναι ότι, τη φορά αυτή δεν μιλάμε για επίθεση από τους «γνωστούς – άγνωστους» ή από αναρχικούς ή ακροδεξιούς. Μιλάμε για καθημερινούς ανθρώπους, βιοπαλαιστές, μισθωτούς, συνταξιούχους, άνεργους πτυχιούχους, άνεργους οικογενειάρχες. Οι άνθρωποι αυτοί θίγονται καθημερινά από την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και ενώ βλέπουν να μπαίνει «μαχαίρι» σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα δεν βλέπουν να τιμωρείται κάποιος πολιτικός για την κατάσταση της χώρας. Ενώ εκείνοι υποχρεώνονται σε βίαιη αλλαγή της ζωής τους, οι πολιτικοί συνεχίζουν να απολαμβάνουν τα προνόμιά τους, εμφανώς αποξενωμένοι από την πραγματικότητα και τη σκληρή καθημερινότητα.
Ασφαλώς η χρήση βίας, είναι καταδικαστέα. Είτε το θύμα είναι ένας μετανάστης, είτε ένας τέως υπουργός. Πάντα η εύκολη λύση είναι να στοχοποιούνται οι δράστες, να αναφερθούν δυο – τρεις καλές κουβέντες για το θύμα, να απασχολήσει το περιστατικό τα δελτία των 8, και η ζωή συνεχίζεται. Κάθε πράξη λαϊκής αυτοδικίας πρέπει όχι μόνο να καταδικάζεται στα λόγια, αλλά να τιμωρείται από τη δικαιοσύνη, τους απεργούς και συνολικά από την κοινωνία Στην περίπτωση του κ. Χατζηδάκη, δεν μιλάμε για μια επίθεση τυχαία ή προμελετημένη. Η αιτία είναι αρκετά βαθιά. Στα μάτια των εξαγριωμένων συμπολιτών μας, ο κ. Χατζηδάκης αντιπροσώπευε σύσσωμο το ελληνικό κοινοβούλιο, του τώρα και του χθες. Στα μάτια των διαδηλωτών, αυτό που αντιπροσώπευε ο κ. Χατζηδάκης ήταν , ήταν το τέλμα στο οποίο βρίσκεται η ελληνική κοινωνία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η επίθεση στον πρώην υπουργό δεν ήταν προμελετημένη, αλλά αυθόρμητη. Και ο αυθορμητισμός είναι το ανησυχητικό, καθώς μιλάμε για μια κοινωνία που βράζει και κανείς δεν φαντάζεται που θα ξεσπάσει η λαϊκή οργή και σε ποιον.
Σίγουρα, για την κατάσταση της χώρας δεν φταίνε όλοι οι πολιτικοί. Όμως, όταν έχουν συμβεί τόσα, τα χλωρά καίγονται με τα ξερά, και σε συνθήκες λαϊκού ξεσηκωμού, το ποτάμι της οργής δεν μπορεί να σταματήσει. Η χώρα μας βρίσκεται πολύ κοντά σε σημείο χωρίς επιστροφή. Το επεισόδιο με τον κ. Χατζηδάκη είναι χαρακτηριστικό. Είναι ένας πολιτικός που δεν έχει ακουστεί το όνομά του σε κάποιο σκάνδαλο. Και όμως όταν το πλήθος τον είδε, έπεσε πάνω του και εξέφρασε την οργή του για τα όσα συμβαίνουν στη χώρα τους τελευταίους μήνες. Ήταν μια πρώτη γεύση γι’ αυτό που θα επακολουθήσει, αν δεν καταλάβουν οι κυβερνόντες και οι πολιτικοί ότι και οι ίδιοι υπάγονται στους νόμους και τα βάρη πρέπει να μοιραστούν δίκαια. Είναι πάρα πολλοί οι έχοντες και οι διαπλεκόμενοι που δεν έχουν συνεισφέρει τίποτα ως τώρα στην εθνική προσπάθεια που γίνεται για την αποφυγή της χρεωκοπίας. Ο όχλος τις περισσότερες φορές, όταν νιώθει ότι θίγεται, δεν διακρίνεται για νηφάλιες αξιολογήσεις προσώπων. Μια σπίθα αρκεί για να ανάψει φωτιά στην κοινωνία. Και αυτό οφείλει να το γνωρίζει η κυβέρνηση και να λάβει τα μέτρα της πριν να είναι αργά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ;
Ο Κασσελάκης λοιπόν επιβεβαίωσε τα προγνωστικά του πρώτου γύρου και είναι από χθες ο νέος Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Έχουν ειπωθεί πολλά τα οποί...
-
Λίγο πριν τις εκλογές, και ενώ η πόλωση και η αντιπαράθεση μεγαλώνουν, πολλοί πολίτες εμφανίζονται, και είναι πραγματικά, αναποφάσισ...
-
36 ευρώ. Τόσο αποτιμάται για κάποιους η ζωή ενός ανθρώπου. Είναι αδιανόητο αυτό που συνέβη στο λιμάνι του Πειραιά. Αρχικά είχαμε βιαιη παρ...