Η χρεοκοπία όπως γράψαμε και την περασμένη βδομάδα, δεν είναι και τόσο μακριά. Και δεν είναι για τον απλούστατο λόγο ότι το κομματικό - πολιτικό σύστημα είναι κατώτερο των περιστάσεων και δεν έχει καταφέρει ως τώρα να πείσει πολίτες, εταίρους και αγορές σχετικά με την αξιοπιστία, την αποτελεσματικότητα και τη διάθεσή του να συγκρουστεί με κατεστημένα για το καλό της πατρίδας. Ακούγονται διάφορες εκδοχές σε ευρωπαϊκό και όχι μόνο επίπεδο σχετικά με τη μορφή που θα πάρει η ελληνική χρεοκοπία, όποτε και εάν συμβεί. Μιλούν για ελεγχόμενη ή ακόμα και για άτακτη. Άλλοι πιστεύουν ότι η Ελλάδα πρέπει να μείνει στο ευρώ ενώ άλλοι όχι. Βλέπουν την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη ως μια μορφής τιμωρία για τη δημοσιονομική απειθαρχία και την αδυναμία πάταξης διαφόρων κακώς κειμένων. Ακριβώς αυτό το σημείο είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνο για την ελληνική και κατ’ επέκταση ευρωπαϊκή κρίση χρέους.
Από την πρώτη στιγμή που η κρίση εμφανίστηκε στην Ευρώπη, οι ισχυρές οικονομίες τύπου Γερμανίας σήκωσαν τα χέρια τους ψηλά. Είχαν επαναπαυτεί στη δική τους ανάπτυξη και ευημερία και δεν ήθελαν επουδενί να δώσουν λύση στο ευρωπαϊκό πρόβλημα. Κοντόφθαλμα πίστευαν ότι αν μια χώρα έχει πρόβλημα χρέους, δεν πρόκειται να απειληθούν οι υπόλοιπες. Αυτή η άποψη έφερε μια συμπεριφορά ρεβανσιστική και κάπως έτσι η Ελλάδα αφέθηκε μόνη της να βγάλει το φίδι από την τρύπα σε ένα πρόβλημα που δεν ήταν αποκλειστικά δικό της. Ουδείς νοήμων άνθρωπος αρνείται ότι η πλειοψηφία των πολιτικών μας ευθύνεται για το ευρύ και σπάταλο κράτος, για το ξεχείλωμα των ελλειμμάτων και του χρέους και εν τέλει για την αναποτελεσματική πολιτική. Αυτή εξάλλου έφερε τους συνεχιζόμενους έκτατους φόρους, την πτώση του βιοτικού επιπέδου μέσω της περικοπής μισθών και συντάξεων και τη συνολική κατήφεια που επικρατεί στην καθημερινότητά μας. Από την άλλη όμως, κανένας δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι και η Ευρώπη δεν έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης. Από το ευρωπαϊκό όραμα των Ρομπέρτ Σουμάν και Ζαν Μοννέ για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, φτάσαμε σήμερα σε μια φοβική Ευρώπη που η μια χωρά κοιτά την άλλη με καχυποψία. Ουδείς λόγος μπορεί να γίνει για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και κάθε προβληματική χώρα αφήνετε στην τύχη της. Αυτή η κατάσταση έχει ως αποτέλεσμα να ακούγονται ακόμα και από ευρωπαίους αξιωματούχους σενάρια για έξοδο της χώρας μας από το Ευρώ. Σε περίπτωση εξόδου από το Ευρώ, η χώρα θα χάσει τουλάχιστον το 50% του ΑΕΠ, το οικονομικοκοινωνικό χάος που θα προκύψει θα έχει απρόβλεπτες συνέπειες, το πολιτικό σκηνικό θα καταρρεύσει ενώ γεωπολιτικά θα οπισθοχωρήσουμε σε ιστορικά προηγούμενα στάδια αστάθειας και ανασφάλειας με ότι αυτό συνεπάγεται στις εθνικές διεκδικήσεις.
Αν γυρνούσαμε στην υπερήφανη πλην όμως φτωχή δραχμή, τότε αυτομάτως το εθνικό μας νόμισμα θα ήταν υποτιμημένο κατά 30% ή 40% σχετικά με το, οι εισαγωγές θα ήταν πολύ πιο ακριβές και αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα την εκτίναξη του πληθωρισμού και του δημοσίου χρέους. Το δημόσιο χρέος, είναι κατά 2/3 σε ευρώ και θα έπρεπε να ανατιμηθεί σε μια ημέρα πάνω από 25%. Ο συνδυασμός των παραπάνω θα είχε ολέθριες συνέπειες και σε ευρωπαϊκό επίπεδο καθώς οποιαδήποτε συζήτηση για ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν θα είχε πλέον νόημα. Πέρα από τις ευρωπαϊκές ευθύνες , πρέπει να επανέλθουμε στις ευθύνες και στις υποχρεώσεις του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση πρέπει να υπερβάλουν εαυτούς για να μην οδηγηθούμε στο έσχατο σενάριο της άτακτης χρεοκοπίας και της εξόδου από το Ευρώ. Η μεν κυβέρνηση οφείλει να εντάξει τα σπασμωδικά μέτρα που παίρνει σε μια συνολική πολιτική και από την άλλη η αξιωματική αντιπολίτευση πρέπει να πάψει να είναι δημαγωγική και λαϊκιστική και να δει το πρόβλημα κατάματα. Η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη δεν συμφέρει κανέναν, θα ισοδυναμούσε με πλήρη καταστροφή. Αυτό το ξέρουν οι πολίτες, οφείλουν όμως να το καταλάβουν και οι πολιτικοί, Έλληνες και Ευρωπαίοι.
Σχολιασμός της πολιτικής επικαιρότητας, ανάρτηση πολιτικών, ιδεολογικών και θεωρητικών κειμένων καθώς επίσης και οτιδήποτε άλλο χρήζει σχολιασμού!
Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011
Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011
Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ
Τις τελευταίες μέρες οι πιέσεις της τρόικα προς τη χώρα μας ήταν αφόρητες για την πιστή εφαρμογή των συμφωνηθέντων. Ακόμα και σήμερα, η καταβολή της έκτης δόσης βρίσκεται στον αέρα. Τους καλοκαιρινούς μήνες η κυβέρνηση χωρίς κανένα λόγο φάνηκε να επαναπαύεται στη συμφωνία που υπεγράφη στις 21 Απριλίου. Μόνο ο κ. Ραγκούσης εν μέσω θέρος επιχείρησε να ‘ανοίξει’ οριστικά και αμετάκλητα χωρίς επιμέρους εκπτώσεις το επάγγελμα των αυτοκινητιστών και λοιδορήθηκε περισσότερο από ‘συντρόφους’ του και λιγότερο από την αντιπολίτευση. Το υπόλοιπο υπουργικό συμβούλιο αναλώθηκε σε δηλώσεις και συνεντεύξεις χωρίς ωστόσο να προχωρά τις μεταρρυθμίσεις που το ίδιο πρότεινε και αποδέχτηκε. Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα να μην προχωρήσει κάποια ιδιωτικοποίηση, τα έσοδα του κράτους να είναι μηδενικά, το πλεονάζον δυναμικό του κρατικού μηχανισμού να παραμένει και να επιβάλλεται άρον – άρον η φορολόγηση των σπιτιών μέσω του τιμολογίου της ΔΕΗ.
Ο κ. Βενιζέλος εν μέσω έντονης φημολογίας για επιβολή νέων μέτρων, δήλωσε κάτι που έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο εδώ και καιρό: η πιστή εφαρμογή των συμφωνηθέντων για τη σωτηρία της χώρας. Αν η κυβέρνηση είχε δείξει την απαραίτητη βούληση τους μήνες που πέρασαν τα πράγματα θα ήταν σήμερα καλύτερα τόσο για την οικονομία όσο και για την χώρα. Αυτό που δεν είπε ο κ. Βενιζέλος αλλά είναι πολύ πιθανό να συμβεί, είναι η επιβολή νέων μέτρων. Μέτρα όπως η απόλυση δημοσίων υπαλλήλων και η κατάργηση κρατικών φορέων. Με τα μέτρα που έχουν επιβληθεί αλλά και με αυτά που έρχονται από τις Βρυξέλλες, το βιοτικό μας επίπεδο θα πέσει και άλλο. Παρά τις διαρκείς θυσίες, ουδείς μπορεί να εγγυηθεί στον ελληνικό λαό ότι ο κίνδυνος ελεγχόμενης ή ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας έχει περάσει. Αυτή ακριβώς είναι και η αποτυχία του πολιτικού συστήματος. Ακόμα και μετά από ότι έχει συμβεί στη χώρα τα τελευταία δυο χρόνια αδυνατεί να δώσει ελπίδα και προοπτική. Η κυβέρνηση δεν εφαρμόζει αυτά που πιστεύει ότι είναι αναγκαία για τη σωτηρία της χώρας και η αξιωματική αντιπολίτευση αναλώνεται σε ιδέες επαναδιαπραγμάτευσης χωρίς να προτείνει κάτι ρεαλιστικό και συγκεκριμένο.
Πέρα από το παραπάνω συμπέρασμα, ένα ακόμα που προκύπτει από τις εξελίξεις είναι ότι φαντάζει ποιο πιθανό από ποτέ κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον να οδηγηθούμε σε κάποιας μορφής χρεοκοπία. Ουδείς θέλει να είναι απαισιόδοξος και να κινδυνολογεί, όμως φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο η χώρα να τα καταφέρει. Οι λόγοι είναι πολλοί. Αρχικά, η αναποτελεσματικότητα που δείχνει η κυβέρνηση και η ανεύθυνη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, έχουν κάνει τις αγορές και την τρόικα αρκετά δύσπιστους απέναντί μας. Όσο η αναποτελεσματικότητα θα παραμένει, τα ταμεία θα μένουν άδεια, η ανάπτυξη θα μένει στα χαρτιά, η κοινωνία θα βράζει και η ύφεση θα εντείνεται. Αυτό θα οδηγήσει σε καταστροφή πολλά νοικοκυριά και θα συρρικνώσει τη μεσαία τάξη. Εκτός όμως από τις ευθύνες του πολιτικού κόσμου, για το αναπόφευκτο που φαίνεται πως πλησιάζει, φταίει και η νοοτροπία μιας ολόκληρης γενιάς που γαλουχήθηκε με βάση τον ωχαδερφισμό, το λάδωμα, τη νοθεία, τη ‘μαγκιά’ και την κουτοπονηριά. Η νοοτροπία αυτής της γενιάς είχε αναγάγει τη φοροδιαφυγή σε εθνικό σπορ, τον υπερκαταναλωτισμό και την προβολή σε τρόπο ζωής και λαμογιά σε επίδειξη ισχύς. Η γενιά αυτή ως επί το πλείστον ψήφιζε εκείνους που θα τακτοποιούσαν το παιδί τους στο δημόσιο, εκείνους που θα βοηθούσαν για τη χορήγηση κάποιας σύνταξης ή επιδόματος μαϊμού και εν τέλει εκείνους που θα ικανοποιούσαν τα θέλω τους κόντρα στις ανάγκες ολόκληρης της κοινωνίας.
Κάπως έτσι η χώρα μας οδηγήθηκε στο σημείο μηδέν. Χωρίς μακροπρόθεσμο σχέδιο, με ευκαιριακές λογικές και με βάση την αρχή ‘ να μη θίξω συμφέροντα αν θέλω να έχω μέλλον’. Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν θα γλιτώσουμε τη χρεοκοπία, ούτε καν το υπουργικό συμβούλιο. Αυτό όμως που μπορεί να διαπιστώσει ακόμα και ο πιο ένθερμος υποστηρικτής του πολιτικού μας συστήματος, είναι ότι το τελευταίο είναι καταφανώς κατώτερο των περιστάσεων. Δεν εμπνέει, δεν δίνει ελπίδα και δεν προσπαθεί ιδιαίτερα να αποτρέψει την καταστροφή που είναι προ των πυλών.
Ο κ. Βενιζέλος εν μέσω έντονης φημολογίας για επιβολή νέων μέτρων, δήλωσε κάτι που έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο εδώ και καιρό: η πιστή εφαρμογή των συμφωνηθέντων για τη σωτηρία της χώρας. Αν η κυβέρνηση είχε δείξει την απαραίτητη βούληση τους μήνες που πέρασαν τα πράγματα θα ήταν σήμερα καλύτερα τόσο για την οικονομία όσο και για την χώρα. Αυτό που δεν είπε ο κ. Βενιζέλος αλλά είναι πολύ πιθανό να συμβεί, είναι η επιβολή νέων μέτρων. Μέτρα όπως η απόλυση δημοσίων υπαλλήλων και η κατάργηση κρατικών φορέων. Με τα μέτρα που έχουν επιβληθεί αλλά και με αυτά που έρχονται από τις Βρυξέλλες, το βιοτικό μας επίπεδο θα πέσει και άλλο. Παρά τις διαρκείς θυσίες, ουδείς μπορεί να εγγυηθεί στον ελληνικό λαό ότι ο κίνδυνος ελεγχόμενης ή ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας έχει περάσει. Αυτή ακριβώς είναι και η αποτυχία του πολιτικού συστήματος. Ακόμα και μετά από ότι έχει συμβεί στη χώρα τα τελευταία δυο χρόνια αδυνατεί να δώσει ελπίδα και προοπτική. Η κυβέρνηση δεν εφαρμόζει αυτά που πιστεύει ότι είναι αναγκαία για τη σωτηρία της χώρας και η αξιωματική αντιπολίτευση αναλώνεται σε ιδέες επαναδιαπραγμάτευσης χωρίς να προτείνει κάτι ρεαλιστικό και συγκεκριμένο.
Πέρα από το παραπάνω συμπέρασμα, ένα ακόμα που προκύπτει από τις εξελίξεις είναι ότι φαντάζει ποιο πιθανό από ποτέ κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον να οδηγηθούμε σε κάποιας μορφής χρεοκοπία. Ουδείς θέλει να είναι απαισιόδοξος και να κινδυνολογεί, όμως φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο η χώρα να τα καταφέρει. Οι λόγοι είναι πολλοί. Αρχικά, η αναποτελεσματικότητα που δείχνει η κυβέρνηση και η ανεύθυνη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, έχουν κάνει τις αγορές και την τρόικα αρκετά δύσπιστους απέναντί μας. Όσο η αναποτελεσματικότητα θα παραμένει, τα ταμεία θα μένουν άδεια, η ανάπτυξη θα μένει στα χαρτιά, η κοινωνία θα βράζει και η ύφεση θα εντείνεται. Αυτό θα οδηγήσει σε καταστροφή πολλά νοικοκυριά και θα συρρικνώσει τη μεσαία τάξη. Εκτός όμως από τις ευθύνες του πολιτικού κόσμου, για το αναπόφευκτο που φαίνεται πως πλησιάζει, φταίει και η νοοτροπία μιας ολόκληρης γενιάς που γαλουχήθηκε με βάση τον ωχαδερφισμό, το λάδωμα, τη νοθεία, τη ‘μαγκιά’ και την κουτοπονηριά. Η νοοτροπία αυτής της γενιάς είχε αναγάγει τη φοροδιαφυγή σε εθνικό σπορ, τον υπερκαταναλωτισμό και την προβολή σε τρόπο ζωής και λαμογιά σε επίδειξη ισχύς. Η γενιά αυτή ως επί το πλείστον ψήφιζε εκείνους που θα τακτοποιούσαν το παιδί τους στο δημόσιο, εκείνους που θα βοηθούσαν για τη χορήγηση κάποιας σύνταξης ή επιδόματος μαϊμού και εν τέλει εκείνους που θα ικανοποιούσαν τα θέλω τους κόντρα στις ανάγκες ολόκληρης της κοινωνίας.
Κάπως έτσι η χώρα μας οδηγήθηκε στο σημείο μηδέν. Χωρίς μακροπρόθεσμο σχέδιο, με ευκαιριακές λογικές και με βάση την αρχή ‘ να μη θίξω συμφέροντα αν θέλω να έχω μέλλον’. Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν θα γλιτώσουμε τη χρεοκοπία, ούτε καν το υπουργικό συμβούλιο. Αυτό όμως που μπορεί να διαπιστώσει ακόμα και ο πιο ένθερμος υποστηρικτής του πολιτικού μας συστήματος, είναι ότι το τελευταίο είναι καταφανώς κατώτερο των περιστάσεων. Δεν εμπνέει, δεν δίνει ελπίδα και δεν προσπαθεί ιδιαίτερα να αποτρέψει την καταστροφή που είναι προ των πυλών.
Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011
ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΡΚΗ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΔΕΝ ΘΑ ΒΓΕΙ ΤΙΠΟΤΑ
Από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, ο Υπουργός Οικονομικών ανακοίνωσε την ομόφωνη απόφαση του υπουργικού συμβουλίου για έκτακτο ειδικό τέλος στα ακίνητα, από πενήντα λεπτά ως δέκα ευρώ, ανά τετραγωνικό μέτρο, το οποίο θα επιβληθεί και θα εισπραχθεί μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ. Το νέο αυτό χαράτσι θα έχει διάρκεια 2 χρόνια και όπως φαίνεται το ίδιο έργο συνεχίζεται: Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Οι συνεπείς φορολογούμενοι εξισώνονται για άλλη μια φορά με τους φοροδιαφεύγοντες. Η κυβέρνηση συνεχίζει να αντιλαμβάνεται κάπως λάθος το πρόβλημα της οικονομίας. Συνεχίζει την αφαίμαξη της μικρομεσαίας τάξης ενώ ταυτόχρονα δεν ακουμπά τα υψηλά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Ο πολίτης εκείνος που είναι τυπικός απέναντι στις υποχρεώσεις του καλείται για άλλη μια φορά να βάλει πλάτη, χωρίς όμως να είναι σε θέση να τον βεβαιώσει κάποιος ότι δεν θα κληθεί και σε έναν μήνα να κάνει το ίδιο. Το μέγεθος της επιβληθείσας έκτακτης φορολογίας δείχνει ότι οι φοροελεγκτικοί και φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Δεν μπορεί να είναι σε θέση να γνωρίζει κανείς αν αυτό είναι στα πλαίσια της ‘’λευκής απεργίας’’ που είχε εξαγγείλει και ο κ. Παπασπύρος ή αν έχει να κάνει με τη μη βούληση της πολιτικής ηγεσίας και τις περιορισμένες ικανότητες των εργαζομένων.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι η συνεχιζόμενη άμεση και έμμεση φορολόγηση, χωρίς να υποστηρίζεται από την ανάπτυξη και τον περιορισμό των κρατικών δαπανών, θα οδηγήσει στη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης και στον αφανισμό των μικροτέρων. Τη στιγμή που κάθε οικογένεια έχει τουλάχιστον έναν άνεργο, χιλιάδες επιχειρήσεις έχουν βάλει λουκέτο και οι μισθοί και οι συντάξεις τραβούν την κατηφόρα, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται απέναντι στον ΦΠΑ του 23% και στα νέα φορολογικά μέτρα. Τα ‘παλιά’ μέτρα δεν έχουν πιάσει, και ως εκ τούτου επιβάλλονται και άλλα, τα οποία θα μεγαλώσουν τις ανισότητες και είναι αμφίβολο αν θα λύσουν τα προβλήματα του ελλείμματος και του χρέους. Τα τελευταία μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με ριζοσπαστικές κινήσεις και όχι με ευκαιριακά τεχνάσματα τα οποία είναι και κοινωνικά άδικα. Θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν πρωτίστως με κατάργηση ζημιογόνων ΔΕΚΟ και λοιπών οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Τόσες φορές έχει εξαγγελθεί από την κυβέρνηση αλλά ακόμα να υλοποιηθεί το οτιδήποτε. Ακόμα, κάποια αστεία επιδόματα και πλαστές αναπηρικές συντάξεις και έπρεπε ήδη να έχουν κοπεί. Όπως επίσης θα έπρεπε ήδη να έχουν φορολογηθεί και τα χρήματα όλων των εχόντων που οι τελευταίοι έσπευσαν να τα βγάλουν από τη χώρα μπρος στο φόβο της πτώχευσης και της φορολογίας.
Όλα τα παραπάνω, μαζί με την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου και με την εύρυθμη λειτουργία του φοροελεγκτικού και φοροεισπρακτικού τομέα, θα είχαν αποτρέψει τη συνεχιζόμενη φορολόγηση των ευπαθών ομάδων. Θα είχαν επίσης δώσει στην κυβέρνηση την απαραίτητη ηρεμία για να προχωρήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Θα είχαν δώσει στους πολίτες να καταλάβουν ότι τα μέτρα είναι αναγκαία αλλά ταυτοχρόνως καλύπτουν και το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Από το τι γίνεται όμως μέχρι το τι θα έπρεπε να έχει γίνει, η απόσταση είναι μεγάλη. Οι υποχρεώσεις της χώρας τρέχουν και η κυβέρνηση συνεχίζει να προωθεί τη φορολογία έναντι της ανάπτυξης και της περιστολής των κρατικών δαπανών. Η φορολογία είναι υποχρέωση του κάθε πολίτη, όμως πρέπει να είναι ισομερής και δίκαιη. Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, για άλλη μια φορά τα χλωρά καίγονται μαζί με τα ξερά. Και από αυτή τη φωτιά κινδυνεύει να καεί κάθε ελπίδα της χώρας μας για έξοδο από την κρίση.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι η συνεχιζόμενη άμεση και έμμεση φορολόγηση, χωρίς να υποστηρίζεται από την ανάπτυξη και τον περιορισμό των κρατικών δαπανών, θα οδηγήσει στη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης και στον αφανισμό των μικροτέρων. Τη στιγμή που κάθε οικογένεια έχει τουλάχιστον έναν άνεργο, χιλιάδες επιχειρήσεις έχουν βάλει λουκέτο και οι μισθοί και οι συντάξεις τραβούν την κατηφόρα, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται απέναντι στον ΦΠΑ του 23% και στα νέα φορολογικά μέτρα. Τα ‘παλιά’ μέτρα δεν έχουν πιάσει, και ως εκ τούτου επιβάλλονται και άλλα, τα οποία θα μεγαλώσουν τις ανισότητες και είναι αμφίβολο αν θα λύσουν τα προβλήματα του ελλείμματος και του χρέους. Τα τελευταία μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με ριζοσπαστικές κινήσεις και όχι με ευκαιριακά τεχνάσματα τα οποία είναι και κοινωνικά άδικα. Θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν πρωτίστως με κατάργηση ζημιογόνων ΔΕΚΟ και λοιπών οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Τόσες φορές έχει εξαγγελθεί από την κυβέρνηση αλλά ακόμα να υλοποιηθεί το οτιδήποτε. Ακόμα, κάποια αστεία επιδόματα και πλαστές αναπηρικές συντάξεις και έπρεπε ήδη να έχουν κοπεί. Όπως επίσης θα έπρεπε ήδη να έχουν φορολογηθεί και τα χρήματα όλων των εχόντων που οι τελευταίοι έσπευσαν να τα βγάλουν από τη χώρα μπρος στο φόβο της πτώχευσης και της φορολογίας.
Όλα τα παραπάνω, μαζί με την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου και με την εύρυθμη λειτουργία του φοροελεγκτικού και φοροεισπρακτικού τομέα, θα είχαν αποτρέψει τη συνεχιζόμενη φορολόγηση των ευπαθών ομάδων. Θα είχαν επίσης δώσει στην κυβέρνηση την απαραίτητη ηρεμία για να προχωρήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Θα είχαν δώσει στους πολίτες να καταλάβουν ότι τα μέτρα είναι αναγκαία αλλά ταυτοχρόνως καλύπτουν και το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Από το τι γίνεται όμως μέχρι το τι θα έπρεπε να έχει γίνει, η απόσταση είναι μεγάλη. Οι υποχρεώσεις της χώρας τρέχουν και η κυβέρνηση συνεχίζει να προωθεί τη φορολογία έναντι της ανάπτυξης και της περιστολής των κρατικών δαπανών. Η φορολογία είναι υποχρέωση του κάθε πολίτη, όμως πρέπει να είναι ισομερής και δίκαιη. Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, για άλλη μια φορά τα χλωρά καίγονται μαζί με τα ξερά. Και από αυτή τη φωτιά κινδυνεύει να καεί κάθε ελπίδα της χώρας μας για έξοδο από την κρίση.
Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011
ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΙ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ
Εκτός από τις πυρετώδεις διαπραγματεύσεις με την τρόικα για την καταβολή της έκτης δόσης, ένα ακόμα ζήτημα που απασχολεί την κυβέρνηση είναι η αναταραχή που έχει ξεσπάσει στην ακαδημαϊκή κοινότητα σχετικά με το νομοσχέδιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που εν τέλει ψηφίστηκε τόσο από το ΠΑΣΟΚ όσο και από τη ΝΔ. Σημαντικές αλλαγές που φέρνει το νομοσχέδιο είναι στην εκλογή των πρυτάνεων, στο θέμα του ασύλου, στους αιώνιους φοιτητές, στην αξιολόγηση καθώς και στη διοίκηση του εκάστοτε ιδρύματος. Με το νομοσχέδιο επιχειρείται να δημιουργηθεί ένα νέο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης που θα βάζει επιτέλους τέλος στα φαινόμενα διαφθοράς και συναλλαγής που έχουν πολλάκις ταλανίσει το χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Για πρώτη φορά γίνεται λόγος για αξιολόγηση των καθηγητών και αυτό είναι αναμφίβολα ένα θετικό στοιχείο. Η αξιολόγηση πρέπει να αφορά και στο επιστημονικό έργο και τη διδασκαλία στα αμφιθέατρα. Ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν μέλη ΔΕΠ στην Ελλάδα που εμφανίζουν μηδενικές επιστημονικές δημοσιεύσεις και αναφορές, καθώς επίσης και μεγάλος αριθμός καθηγητών που χωρίς λόγο δεν παρουσιάζεται στις παραδόσεις μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας. Σχετικά με τη φοιτητική ιδιότητα, θα διατηρείται με την εγγραφή των φοιτητών σε κάθε εξάμηνο. Αυτή θα χάνεται σε περίπτωση μη εγγραφής σε δύο συνεχόμενα εξάμηνα. Αυτό δίνει τέλος στο φαινόμενο των αιώνιων φοιτητών, κάτι το οποίο συνέβαινε συχνά. Από την άλλη, οι φοιτητές που αποδεδειγμένα εργάζονται δύνανται να εγγράφονται με καθεστώς μερικής φοίτησης.
Σχετικά με το άσυλο, για πρώτη φορά δεν κατοχυρώνεται επισήμως και αυτό είναι ένα ζήτημα που έχει την πλειοψηφία των φοιτητών, κυρίως των φοιτητών – μελών παρατάξεων, απέναντι στο νομοσχέδιο. Το ακαδημαϊκό άσυλο πρέπει να αφορά την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, την έρευνα και τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των ΑΕΙ και των εργαζομένων σε αυτά, έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει. Στο όνομα του ακαδημαϊκού ασύλου τα Πανεπιστήμια κατά καιρούς βανδαλίζονται από τους γνωστούς-αγνώστους και δυστυχώς όλοι μας έχουμε παρατηρήσει σχολές να καίγονται, να καταστρέφονται και όλα αυτά πάντα στο όνομα του ακαδημαϊκού ασύλου. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον και το νομοσχέδιο επιχειρεί να την αλλάξει. Ακούγονται κραυγές από πολλούς ότι με το νομοσχέδιο αυτό μπαίνει ταφόπλακα στη δημόσια δωρεάν παιδεία και στη φοιτητική μέριμνα και ότι αποτελεί το σκαλοπάτι για την είσοδο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Κραυγές οι οποίες προέρχονται και από τους πρυτάνεις και από όσους άλλους ήταν βολεμένοι με την απαράδεκτη κατάσταση που επικρατούσε στα ελληνικά πανεπιστήμια. Με τα περιστατικά διαφθοράς, κατασπατάλησης δημοσίου χρήματος και συνδιαλλαγών. Δεν υπάρχει άνθρωπος με στοιχειώδη λογική, με εμπειρία από τη λειτουργία των δικών μας ΑΕΙ και με θητεία ως φοιτητής ή ως καθηγητής σε κάποιο ξένο πανεπιστήμιο που να μη γνωρίζει την αλήθεια. Τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν προ πολλού χάσει επαφή με τον σκοπό για τον οποίον ιδρύθηκαν και ως χώρα έχουμε μια αναχρονιστική οργάνωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Το νομοσχέδιο προτείνει να εφαρμοστούν τα αυτονόητα, δηλαδή αυτά που ισχύουν αιώνες τώρα στα πανεπιστήμια ανά τον κόσμο. Και στο παρελθόν επιχειρήθηκαν αλλαγές, αλλά συνεχώς έβρισκαν απέναντί τους το κατεστημένο που έχει δημιουργηθεί από διδάσκοντες και διδασκόμενους. Και είναι να μελαγχολεί κανείς όταν σκέφτεται ότι η κατά καιρούς οπισθοδρόμηση προκλήθηκε από τις μειοψηφίες που κυριαρχούν στις ακαδημαϊκές κοινότητες. Η δημόσια και δωρεάν παιδεία είναι μη διαπραγματεύσιμη και τίποτα δεν έχει να φοβηθεί από την αξιολόγηση των καθηγητών, από την αξιοκρατία και από τη σωστή διαχείριση. Οι φοιτητές δεν πρέπει να τρέμουν στην ιδέα του περιορισμού του ασύλου, του ασύλου της βίας και των βανδαλισμών που καπηλεύονται κάποιες μειοψηφίες, και ούτε πρέπει να θεωρούν ταφόπλακα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης την αλλαγή στην εκλογή των πρυτάνεων και το τέλος των αιώνιων φοιτητών. Όπως έχουμε αναφέρει αρκετές φορές τώρα είναι η ώρα για όλες τις απαραίτητες αλλαγές που έπρεπε να είχαν γίνει εδώ και δεκαετίες. Και οι αλλαγές στα πανεπιστήμια πάντα σκόνταφταν στο πολιτικό κόστος. Τώρα λοιπόν που κατόρθωσαν να συμφωνήσουν κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση σε ένα νομοσχέδιο, είναι ώρα να εφαρμοστεί προς όφελος του δημοσίου πανεπιστημίου.
Σχετικά με το άσυλο, για πρώτη φορά δεν κατοχυρώνεται επισήμως και αυτό είναι ένα ζήτημα που έχει την πλειοψηφία των φοιτητών, κυρίως των φοιτητών – μελών παρατάξεων, απέναντι στο νομοσχέδιο. Το ακαδημαϊκό άσυλο πρέπει να αφορά την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, την έρευνα και τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των ΑΕΙ και των εργαζομένων σε αυτά, έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει. Στο όνομα του ακαδημαϊκού ασύλου τα Πανεπιστήμια κατά καιρούς βανδαλίζονται από τους γνωστούς-αγνώστους και δυστυχώς όλοι μας έχουμε παρατηρήσει σχολές να καίγονται, να καταστρέφονται και όλα αυτά πάντα στο όνομα του ακαδημαϊκού ασύλου. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον και το νομοσχέδιο επιχειρεί να την αλλάξει. Ακούγονται κραυγές από πολλούς ότι με το νομοσχέδιο αυτό μπαίνει ταφόπλακα στη δημόσια δωρεάν παιδεία και στη φοιτητική μέριμνα και ότι αποτελεί το σκαλοπάτι για την είσοδο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Κραυγές οι οποίες προέρχονται και από τους πρυτάνεις και από όσους άλλους ήταν βολεμένοι με την απαράδεκτη κατάσταση που επικρατούσε στα ελληνικά πανεπιστήμια. Με τα περιστατικά διαφθοράς, κατασπατάλησης δημοσίου χρήματος και συνδιαλλαγών. Δεν υπάρχει άνθρωπος με στοιχειώδη λογική, με εμπειρία από τη λειτουργία των δικών μας ΑΕΙ και με θητεία ως φοιτητής ή ως καθηγητής σε κάποιο ξένο πανεπιστήμιο που να μη γνωρίζει την αλήθεια. Τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν προ πολλού χάσει επαφή με τον σκοπό για τον οποίον ιδρύθηκαν και ως χώρα έχουμε μια αναχρονιστική οργάνωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Το νομοσχέδιο προτείνει να εφαρμοστούν τα αυτονόητα, δηλαδή αυτά που ισχύουν αιώνες τώρα στα πανεπιστήμια ανά τον κόσμο. Και στο παρελθόν επιχειρήθηκαν αλλαγές, αλλά συνεχώς έβρισκαν απέναντί τους το κατεστημένο που έχει δημιουργηθεί από διδάσκοντες και διδασκόμενους. Και είναι να μελαγχολεί κανείς όταν σκέφτεται ότι η κατά καιρούς οπισθοδρόμηση προκλήθηκε από τις μειοψηφίες που κυριαρχούν στις ακαδημαϊκές κοινότητες. Η δημόσια και δωρεάν παιδεία είναι μη διαπραγματεύσιμη και τίποτα δεν έχει να φοβηθεί από την αξιολόγηση των καθηγητών, από την αξιοκρατία και από τη σωστή διαχείριση. Οι φοιτητές δεν πρέπει να τρέμουν στην ιδέα του περιορισμού του ασύλου, του ασύλου της βίας και των βανδαλισμών που καπηλεύονται κάποιες μειοψηφίες, και ούτε πρέπει να θεωρούν ταφόπλακα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης την αλλαγή στην εκλογή των πρυτάνεων και το τέλος των αιώνιων φοιτητών. Όπως έχουμε αναφέρει αρκετές φορές τώρα είναι η ώρα για όλες τις απαραίτητες αλλαγές που έπρεπε να είχαν γίνει εδώ και δεκαετίες. Και οι αλλαγές στα πανεπιστήμια πάντα σκόνταφταν στο πολιτικό κόστος. Τώρα λοιπόν που κατόρθωσαν να συμφωνήσουν κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση σε ένα νομοσχέδιο, είναι ώρα να εφαρμοστεί προς όφελος του δημοσίου πανεπιστημίου.
Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΜΕΤΡΗΣ ΑΝΟΧΗΣ
Με αφορμή το Μνημόνιο και τα μέτρα που το ακολουθούν, τους τελευταίους μήνες η κοινωνία και η πολιτεία μας έχει υιοθετήσει την υπέρμετρη ανοχή. Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει και κανείς αρμόδιος δεν ασχολείται. Τα παραδείγματα είναι δυστυχώς πολλά Η αρχή έγινε πριν λίγους μήνες από τους οδηγούς φορτηγών με αφορμή το άνοιγμα του επαγγέλματος. Τότε για βδομάδες είχε επικρατήσει το χάος και ουδείς αρμόδιος ήταν διατεθειμένος να προβεί σε άμεσες λύσεις. Το μόνο που ακολουθήθηκε ήταν το ρητό «άσε το χρόνο να περνά ώστε να καταλαγιάσουν οι αντιδράσεις». Τα ίδια έγιναν με τους ναυτεργάτες του Πειραιά οι οποίοι αντιδρούσαν στην πώληση του ΟΛΠ και στην είσοδο της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά. Χάος στα λιμάνια, ταλαιπωρία για τους ταξιδιώτες, δυσφήμηση της εικόνας της χώρας μας.
Ακολούθως, η ακραία μορφή ανοχής πήρε σάρκα και οστά στην περίπτωση των «Αγανακτισμένων». Επί μέρες η πλατεία Συντάγματος και πολλές πλατείες σε μεγάλες πόλεις της χώρας κατελήφθησαν από διαδηλωτές. Για βδομάδες διαμαρτύρονταν ειρηνικά και αυτή η μορφή κινητοποίησης χειροκροτήθηκε από τους σκεπτόμενους πολίτες. Όμως τις τελευταίες μέρες με τη μετατροπή της πλατείας σε ζώνη ελεύθερου camping με τις σκηνές των διαδηλωτών, μόνο ο Δήμαρχος Αθηναίων πήρε την πρωτοβουλία ώστε να σταματήσει αυτή η κατάσταση που μόνο κακό έκανε στην ταλαιπωρημένη πρωτεύουσα. Οι υψηλά ιστάμενοι δεν έκαναν απολύτως τίποτα και άφησαν στον κ. Καμίνη να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Και δεν είναι μόνο τα παραπάνω. Τα μέλη του κινήματος «Δεν πληρώνω» δρουν ανενόχλητα ως άλλοι Ρομπέν των φτωχών και ουδείς ασχολείται. Με τη στάση τους τα κρατικά ταμεία χάνουν αρκετά χρήματα και το παράδοξο είναι ότι δεν έχει γίνει καμία ενέργεια για την αποτροπή ακραίων δράσεών τους. Μάλιστα έχουν φτάσει σε σημείο να προπηλακίζουν και ανθρώπους που θέλουν να πληρώσουν τα διόδια και να είναι τυπικοί απέναντι στις υποχρεώσεις τους. Μπορεί να έχουν τα επιχειρήματά τους αλλά το θέμα είναι ότι η Πολιτεία παρακολουθεί τις εξελίξεις εντελώς αμέτοχη. Τα μέλη του «Δεν πληρώνω» δηλώνουν ότι από το χειμώνα η δράση τους θα επεκταθεί στην μη πληρωμή δημοτικών τελών ακόμα και στη μη καταβολή φόρων σε εφορίες. Και αρκετοί διερωτώνται: Αν αυτό πραγματοποιηθεί, τότε οι άνθρωποι αυτοί θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στη δημόσια υγεία και παιδεία; Θα μπορούν να απολαμβάνουν τα αγαθά του κράτους πρόνοιας, με όλες βεβαίως τις στρεβλώσεις που το διακατέχουν; Αν ναι, τότε αυτό είναι τουλάχιστον άδικο για τους συνανθρώπους μας που ενώ έχουν υποστεί μεγάλες απώλειες στα εισοδήματά τους επιμένουν να είναι τυπικοί στις υποχρεώσεις τους απέναντι στο κράτος.
Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η στάση των οδηγών ταξί. Για κάποιους τα αιτήματά τους είναι δίκαια όμως για τους περισσότερους η συμπεριφορά τους είναι ακραία. Το κλείσιμο λιμανιών, αεροδρομίων και η λαϊκίστικη δράση του ελεύθερου ανοίγματος διοδίων και αρχαιολογικών χώρων δείχνει ότι το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να μην ανοίξει το επάγγελμα του αυτοκινητιστή για να διατηρηθούν οι συντεχνίες και σε αυτό θέλουν συμμάχους τους πολίτες. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η ταλαιπωρία για Έλληνες και τουρίστες συνεχίζεται με την πολιτεία να δείχνει υπέρμετρη ανοχή.
Από όλα τα παραπάνω παραδείγματα μπορούμε να εξάγουμε κάποια απλά αλλά ταυτοχρόνως κρίσιμα συμπεράσματα. Η διαμαρτυρία στην ειρηνική μορφή της είναι μια υγιής αντίδραση. Αλλοίμονο στην κοινωνία που δέχεται οποιοδήποτε μετρό και κάθε κυβερνητική πολιτική με πλήρη απάθεια. Η ειρηνική αντίδραση όμως απέχει παρασάγγας από την κοινωνική αταξία. Η κάθε επαγγελματική ή κοινωνική ομάδα οφείλει να σέβεται τις υπόλοιπες. Η κάθε μορφή κινητοποίησης δεν πρέπει να προκαλεί ντόμινο και να πλήττει και άλλες ομάδες γιατί έτσι δεν πρόκειται να υπάρξει ανάπτυξη. Σε όλα αυτά βεβαίως δεν είναι άμοιρη ευθυνών και η πολιτεία η οποία αφενός σε πολλές περιπτώσεις φέρνει τις κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες προ τετελεσμένων γεγονότων, αφετέρου δεν δίνει την απαραίτητη βαρύτητα στη διαβούλευση και τον διάλογο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να κυριαρχεί το χάος και η υπέρμετρη ανοχή η οποία σε πολλές περιπτώσεις εκλαμβάνεται από το κοινωνικό σύνολο ως αδυναμία και αυτό είναι πολύ πιθανόν να φέρει περισσότερες ακρότητες στο εγγύς μέλλον.
Ακολούθως, η ακραία μορφή ανοχής πήρε σάρκα και οστά στην περίπτωση των «Αγανακτισμένων». Επί μέρες η πλατεία Συντάγματος και πολλές πλατείες σε μεγάλες πόλεις της χώρας κατελήφθησαν από διαδηλωτές. Για βδομάδες διαμαρτύρονταν ειρηνικά και αυτή η μορφή κινητοποίησης χειροκροτήθηκε από τους σκεπτόμενους πολίτες. Όμως τις τελευταίες μέρες με τη μετατροπή της πλατείας σε ζώνη ελεύθερου camping με τις σκηνές των διαδηλωτών, μόνο ο Δήμαρχος Αθηναίων πήρε την πρωτοβουλία ώστε να σταματήσει αυτή η κατάσταση που μόνο κακό έκανε στην ταλαιπωρημένη πρωτεύουσα. Οι υψηλά ιστάμενοι δεν έκαναν απολύτως τίποτα και άφησαν στον κ. Καμίνη να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Και δεν είναι μόνο τα παραπάνω. Τα μέλη του κινήματος «Δεν πληρώνω» δρουν ανενόχλητα ως άλλοι Ρομπέν των φτωχών και ουδείς ασχολείται. Με τη στάση τους τα κρατικά ταμεία χάνουν αρκετά χρήματα και το παράδοξο είναι ότι δεν έχει γίνει καμία ενέργεια για την αποτροπή ακραίων δράσεών τους. Μάλιστα έχουν φτάσει σε σημείο να προπηλακίζουν και ανθρώπους που θέλουν να πληρώσουν τα διόδια και να είναι τυπικοί απέναντι στις υποχρεώσεις τους. Μπορεί να έχουν τα επιχειρήματά τους αλλά το θέμα είναι ότι η Πολιτεία παρακολουθεί τις εξελίξεις εντελώς αμέτοχη. Τα μέλη του «Δεν πληρώνω» δηλώνουν ότι από το χειμώνα η δράση τους θα επεκταθεί στην μη πληρωμή δημοτικών τελών ακόμα και στη μη καταβολή φόρων σε εφορίες. Και αρκετοί διερωτώνται: Αν αυτό πραγματοποιηθεί, τότε οι άνθρωποι αυτοί θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στη δημόσια υγεία και παιδεία; Θα μπορούν να απολαμβάνουν τα αγαθά του κράτους πρόνοιας, με όλες βεβαίως τις στρεβλώσεις που το διακατέχουν; Αν ναι, τότε αυτό είναι τουλάχιστον άδικο για τους συνανθρώπους μας που ενώ έχουν υποστεί μεγάλες απώλειες στα εισοδήματά τους επιμένουν να είναι τυπικοί στις υποχρεώσεις τους απέναντι στο κράτος.
Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η στάση των οδηγών ταξί. Για κάποιους τα αιτήματά τους είναι δίκαια όμως για τους περισσότερους η συμπεριφορά τους είναι ακραία. Το κλείσιμο λιμανιών, αεροδρομίων και η λαϊκίστικη δράση του ελεύθερου ανοίγματος διοδίων και αρχαιολογικών χώρων δείχνει ότι το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να μην ανοίξει το επάγγελμα του αυτοκινητιστή για να διατηρηθούν οι συντεχνίες και σε αυτό θέλουν συμμάχους τους πολίτες. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η ταλαιπωρία για Έλληνες και τουρίστες συνεχίζεται με την πολιτεία να δείχνει υπέρμετρη ανοχή.
Από όλα τα παραπάνω παραδείγματα μπορούμε να εξάγουμε κάποια απλά αλλά ταυτοχρόνως κρίσιμα συμπεράσματα. Η διαμαρτυρία στην ειρηνική μορφή της είναι μια υγιής αντίδραση. Αλλοίμονο στην κοινωνία που δέχεται οποιοδήποτε μετρό και κάθε κυβερνητική πολιτική με πλήρη απάθεια. Η ειρηνική αντίδραση όμως απέχει παρασάγγας από την κοινωνική αταξία. Η κάθε επαγγελματική ή κοινωνική ομάδα οφείλει να σέβεται τις υπόλοιπες. Η κάθε μορφή κινητοποίησης δεν πρέπει να προκαλεί ντόμινο και να πλήττει και άλλες ομάδες γιατί έτσι δεν πρόκειται να υπάρξει ανάπτυξη. Σε όλα αυτά βεβαίως δεν είναι άμοιρη ευθυνών και η πολιτεία η οποία αφενός σε πολλές περιπτώσεις φέρνει τις κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες προ τετελεσμένων γεγονότων, αφετέρου δεν δίνει την απαραίτητη βαρύτητα στη διαβούλευση και τον διάλογο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να κυριαρχεί το χάος και η υπέρμετρη ανοχή η οποία σε πολλές περιπτώσεις εκλαμβάνεται από το κοινωνικό σύνολο ως αδυναμία και αυτό είναι πολύ πιθανόν να φέρει περισσότερες ακρότητες στο εγγύς μέλλον.
Κυριακή 31 Ιουλίου 2011
ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ
Μετά από τις άκαρπες συναντήσεις των οδηγών ταξί με τον αρμόδιο Υπουργό, διαστάσεις μετωπικής σύγκρουσης, λαμβάνει η κόντρα τους με την κυβέρνηση, με παράπλευρες απώλειες τους πολίτες και τους τουρίστες. Η ταλαιπωρία των πολιτών και των τουριστών συνεχίζεται, και μάλιστα στο απόγειο της τουριστικής περιόδου, τον οποίο τόσο χρειάζεται η οικονομία της χώρας μας. Ο αποκλεισμός λιμανιών, αεροδρομίων και διοδίων μόνο καλό δεν κάνει στην εικόνα της χώρας μας. Οι ιδιοκτήτες και οι οδηγοί ταξί με τη στάση τους χάνουν την έξωθεν καλή μαρτυρία, την οποία η αλήθεια είναι ότι την είχαν επιβαρύνει εδώ και χρόνια. Όλοι οι πολίτες λίγο πολύ έχουν πέσει θύματα της συμπεριφοράς των αυτοκινητιστών: διπλές και τριπλές κούρσες, επιλογή διαδρομής, μη έκδοση αποδείξεων, πειραγμένα ταξίμετρα και υπερχρεώσεις. Αν μη τι άλλο πρόκειται για έναν κλάδο που έχει δώσει πολλές αφορμές σχετικά με τον ελλειμματικό επαγγελματισμό που τον διακατέχει. Χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ακόμα, μια διαχρονική πρόκληση είναι η χαμηλή φορολόγηση των αυτοκινητιστών. Μέχρι πρόσφατα το υφιστάμενο για τα ταξί φορολογικό καθεστώς προέβλεπε ότι ένα επιβατικό αυτοκίνητο δημοσίας χρήσης (ταξί) με άδεια κυκλοφορίας εκατό τοις εκατό (100%) και οδηγό τον ιδιοκτήτη φορολογείται για ποσό 16.000 ευρώ και ο φόρος που καταβάλει ο ιδιοκτήτης είναι 1.225 ευρώ. Τα ποσά αυτά όμως απέχουν πολύ από τις πραγματικές εισπράξεις των επαγγελματιών του κλάδου.
Σχετικά με το άνοιγμα του επαγγέλματος, κρίνεται επιτακτικό. Αλλά για άλλη μια φορά φαίνεται ο φόβος για το πολιτικό κόστος που διακατέχει το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Αρκετοί υπουργοί και βουλευτές έδειξαν να τρομοκρατούνται μπροστά στο άνοιγμα του επαγγέλματος. Όμως με τη νοοτροπία αυτή δεν πρόκειται να προχωρήσουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για τη σωτηρία της χώρας. Η διαμάχη αυτοκινητιστών – κυβέρνησης δείχνει ξεκάθαρα το διαχρονικό πρόβλημα της χώρας: μεταθέτουμε κάτι για το μέλλον , κρύβουμε τα προβλήματα και όλα τα θέματα γιγαντώνονται προς το χειρότερο. Αν τόσα χρόνια είχε προχωρήσει το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, όλα θα ήταν καλύτερα και με πολύ μικρότερες αντιδράσεις. Συγκεκριμένα, η απελευθέρωση του ταξί θα μειώσει τα κόμιστρα και θα αναβαθμιστεί το επίπεδο των προσφερόμενων υπηρεσιών. Αν ανοίξει το επάγγελμα θα επικρατήσει η αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας και αυτό θα είναι ευεργετικό πρωτίστως για τους οδηγούς οι οποίοι είναι κατά κύριο λόγο υπόδουλοι στους ιδιοκτήτες των οχημάτων. Η συντριπτική πλειονότητα των οδηγών είναι ανασφάλιστη, ενώ είναι αρκετές οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ιδιοκτήτες έχουν εξαφανίσει την εργοδοτική εισφορά με αποτέλεσμα οι οδηγοί να καταβάλλουν και την εργατική και την εργοδοτική εισφορά. Γι’ αυτούς, και όχι μόνο, τους λόγους, το επάγγελμα πρέπει να ανοίξει, όμως η κυβέρνηση πρέπει να σκεφτεί πολύ σοβαρά κάποια ζητήματα: να θέσει πληθυσμιακά κριτήρια ώστε να μην πλημμυρίσουν οι δρόμοι της χώρας με χιλιάδες ταξί καθώς επίσης και να ανακουφίσει τους επαγγελματίες εκείνους που έπεσαν θύματα της αισχροκέρδειας των κάθε λογής μαντράδων και συνδικαλιστών και αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν την περιουσία τους για ν’ αγοράσουν μια άδεια ταξί, η οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων είχε αξία μεγαλύτερη από πολυτελές σπίτι.
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να σταθούμε στις αρρυθμίες που δείχνει για άλλη μια φορά η κυβέρνηση. Έχει σπαταλήσει πολλές βδομάδες, και λύση δεν έχει βρει σε ένα (ακόμα) φλέγον ζήτημα. Και δεν είναι μόνο αυτό αλλά και το γεγονός ότι εμφανίστηκαν και κυβερνητικοί βουλευτές που πήραν το μέρος των αυτοκινητιστών και ζήτησαν την παραίτηση του κ. Ραγκούση. Αυτό δείχνει περίτρανα την κυβερνητική ασυνεννοησία που υπάρχει αλλά και ότι υπάρχουν στελέχη της κυβέρνησης που δεν πείθουν ούτε με το έργο τους αλλά ούτε με την προσαρμοστικότητά τους. Όπως και να χει, η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί. Και όχι γιατί θα δώσει πόντους στην κυβέρνηση, αλλά διότι θα δώσει ανάσα στην κοινωνία που απαιτεί να δει έργο και μεταρρυθμίσεις για τις θυσίες που έχει υποστεί.
Σχετικά με το άνοιγμα του επαγγέλματος, κρίνεται επιτακτικό. Αλλά για άλλη μια φορά φαίνεται ο φόβος για το πολιτικό κόστος που διακατέχει το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Αρκετοί υπουργοί και βουλευτές έδειξαν να τρομοκρατούνται μπροστά στο άνοιγμα του επαγγέλματος. Όμως με τη νοοτροπία αυτή δεν πρόκειται να προχωρήσουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για τη σωτηρία της χώρας. Η διαμάχη αυτοκινητιστών – κυβέρνησης δείχνει ξεκάθαρα το διαχρονικό πρόβλημα της χώρας: μεταθέτουμε κάτι για το μέλλον , κρύβουμε τα προβλήματα και όλα τα θέματα γιγαντώνονται προς το χειρότερο. Αν τόσα χρόνια είχε προχωρήσει το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, όλα θα ήταν καλύτερα και με πολύ μικρότερες αντιδράσεις. Συγκεκριμένα, η απελευθέρωση του ταξί θα μειώσει τα κόμιστρα και θα αναβαθμιστεί το επίπεδο των προσφερόμενων υπηρεσιών. Αν ανοίξει το επάγγελμα θα επικρατήσει η αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας και αυτό θα είναι ευεργετικό πρωτίστως για τους οδηγούς οι οποίοι είναι κατά κύριο λόγο υπόδουλοι στους ιδιοκτήτες των οχημάτων. Η συντριπτική πλειονότητα των οδηγών είναι ανασφάλιστη, ενώ είναι αρκετές οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ιδιοκτήτες έχουν εξαφανίσει την εργοδοτική εισφορά με αποτέλεσμα οι οδηγοί να καταβάλλουν και την εργατική και την εργοδοτική εισφορά. Γι’ αυτούς, και όχι μόνο, τους λόγους, το επάγγελμα πρέπει να ανοίξει, όμως η κυβέρνηση πρέπει να σκεφτεί πολύ σοβαρά κάποια ζητήματα: να θέσει πληθυσμιακά κριτήρια ώστε να μην πλημμυρίσουν οι δρόμοι της χώρας με χιλιάδες ταξί καθώς επίσης και να ανακουφίσει τους επαγγελματίες εκείνους που έπεσαν θύματα της αισχροκέρδειας των κάθε λογής μαντράδων και συνδικαλιστών και αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν την περιουσία τους για ν’ αγοράσουν μια άδεια ταξί, η οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων είχε αξία μεγαλύτερη από πολυτελές σπίτι.
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να σταθούμε στις αρρυθμίες που δείχνει για άλλη μια φορά η κυβέρνηση. Έχει σπαταλήσει πολλές βδομάδες, και λύση δεν έχει βρει σε ένα (ακόμα) φλέγον ζήτημα. Και δεν είναι μόνο αυτό αλλά και το γεγονός ότι εμφανίστηκαν και κυβερνητικοί βουλευτές που πήραν το μέρος των αυτοκινητιστών και ζήτησαν την παραίτηση του κ. Ραγκούση. Αυτό δείχνει περίτρανα την κυβερνητική ασυνεννοησία που υπάρχει αλλά και ότι υπάρχουν στελέχη της κυβέρνησης που δεν πείθουν ούτε με το έργο τους αλλά ούτε με την προσαρμοστικότητά τους. Όπως και να χει, η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί. Και όχι γιατί θα δώσει πόντους στην κυβέρνηση, αλλά διότι θα δώσει ανάσα στην κοινωνία που απαιτεί να δει έργο και μεταρρυθμίσεις για τις θυσίες που έχει υποστεί.
Σάββατο 23 Ιουλίου 2011
ΘΕΤΙΚΟ ΒΗΜΑ, ΠΡΕΠΕΙ Ν’ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΝ ΑΛΜΑΤΑ
Στη Σύνοδο Κορυφής έγινε ένα πρώτο σημαντικό βήμα για τη διαχείριση του ελληνικού δημοσίου χρέους αλλά και γενικότερα για τη σωτηρία της Ευρωζώνης και των χωρών που αντιμετωπίζουν παρόμοια οικονομική κατάσταση με τη δική μας. Οι ηγέτες της Ευρωζώνης έδειξαν ότι την ύστατη στιγμή μπορούν να κοντράρουν τις ανεξέλεγκτες αγορές. Αυτό βεβαίως δεν θα συνέβαινε αν το τελευταίο διάστημα δεν ακούγονταν από παντού κραυγές αγωνίας για την πιθανότητα διάχυσης της κρίσης χρέους στο σύνολο των χωρών της ζώνης του Ευρώ. Μετά το τέλος της Συνόδου, δόθηκαν κάποιες δυνατότητες στην Ελλάδα όπως επιμήκυνση των δανείων, μείωση των επιτοκίων και εθελοντική συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Από την άλλη υπάρχει ακόμα ο κίνδυνος της επιλεκτικής χρεοκοπίας, όμως όπως τουλάχιστον ανέφεραν κυβερνητικά στελέχη, η χώρα μας έλαβε εγγυήσεις και ειδικές χρηματοδοτήσεις προκειμένου να αντιμετωπιστεί ένα τέτοιο σενάριο. Ένα από τα θετικά μηνύματα της Συνόδου είναι ότι ουσιαστικά θα μειωθεί το βάρους του χρέους και θα μπορέσει να καταστεί βιώσιμο. Από κει και πέρα όμως, είναι στο χέρι της κυβέρνησης να προχωρήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις του μεσοπρόθεσμου προγράμματος για να έχουν ουσία οι παραπάνω θετικές αποφάσεις.
Από τα αποτελέσματα της Συνόδου φαίνεται πως οι ευρωπαίοι ηγέτες δίνουν ξανά την πρέπουσα σημασία στο ευρωπαϊκό όραμα, το οποίο για χρόνια παρέμενε θαμμένο ανάμεσα στις πιέσεις των αγορών και στα ‘θέλω’ κάθε ισχυρού ευρωπαϊκού κράτους. Έχουμε ξαναπεί πολλές φορές ότι η κρίσιμη μάχη που πρέπει να δοθεί είναι για τη σωτηρία του Ευρώ. Η χώρα μας, κουβαλώντας τις παθογένειες χρόνων ήταν η πιο ευάλωτη στην οικονομική κρίση που ξέσπασε και όλοι έχουμε γίνει μάρτυρες της ελληνικής κρίσης του χρέους. Αλλά δεν είναι μόνο η Ελλάδα. Υποφέρουν αρκετές ακόμα χώρες και τα όσα αποφασίστηκαν στη Σύνοδο Κορυφής δίνουν ανάσα και στις υπόλοιπες χώρες του Νότου. Από τα πρώτα θετικά βήματα που έγιναν, πρέπει οι ευρωπαίοι ηγέτες να προχωρήσουν σύντομα στα άλματα. Και τα άλματα αυτά δεν μπορούν να είναι διαφορετικά από τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, Ευρωπαϊκού Οίκου Αξιολόγησης και την έκδοση ευρωομολόγων ώστε να τονωθούν οι δημόσιες επενδύσεις. Με λίγα λόγια, είναι καιρός μετά από τα πρώτα ενθαρρυντικά μηνύματα να ανοίξει η συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αναγκαιότητα άσκησης κοινής οικονομικής πολιτικής ώστε να καταφέρει η πολιτική να επιβληθεί και να τιθασεύσει τις αγορές.
Πέραν του ενθουσιασμού για τις αποφάσεις τις Συνόδου, που αποτυπώθηκε από την πρώτη στιγμή με την αλματώδη άνοδο στα Χρηματιστήρια αλλά και την πτώση των spreads, πρέπει να κυριαρχήσει η εγκράτεια και η σκληρή δουλεία. Δεν χρειάζονται πανηγυρισμοί από τα κυβερνητικά στελέχη. Πρέπει να αδράξουν την ευκαιρία και να προχωρήσουν τις αλλαγές στην ελληνική κοινωνία. Το σίγουρο είναι ότι πέραν της εμπιστοσύνης, προσφέρεται στη χώρα μας και το απαραίτητο χρονικό περιθώριο για ν’ αλλάξουν πολλά κακώς κείμενα. Η χώρα μας μπορεί πλέον βάσιμα να ελπίζει ότι ξεπερνά την εξωτερική απειλή μιας άτακτης και απόλυτα επαχθούς χρεοκοπίας. Από εδώ και στο εξής είναι ευθύνη της κυβέρνησης να ασχοληθεί συστηματικά και οργανωμένα με την επανεκκίνηση και ανασυγκρότηση της οικονομίας. Και ευθύνη της αξιωματικής αντιπολίτευσης να συμβάλλει τα μέγιστα προς αυτή την κατεύθυνση και να απαλλαγεί από τον μανδύα του λαϊκισμού. Η κυβέρνηση και το λοιπό πολιτικό προσωπικό της χώρας θα είναι εγκληματικό αν επαναπαυθούν μετά την θετική απόφαση της Ε.Ε. Πρέπει να καταλάβουν ότι δεν πρέπει να χαθεί καθόλου χρόνος και επιβάλλεται να προχωρήσουν άμεσα η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η μείωση της κρατικής σπατάλης και οι διαρθρωτικές αλλαγές.
Από τα αποτελέσματα της Συνόδου φαίνεται πως οι ευρωπαίοι ηγέτες δίνουν ξανά την πρέπουσα σημασία στο ευρωπαϊκό όραμα, το οποίο για χρόνια παρέμενε θαμμένο ανάμεσα στις πιέσεις των αγορών και στα ‘θέλω’ κάθε ισχυρού ευρωπαϊκού κράτους. Έχουμε ξαναπεί πολλές φορές ότι η κρίσιμη μάχη που πρέπει να δοθεί είναι για τη σωτηρία του Ευρώ. Η χώρα μας, κουβαλώντας τις παθογένειες χρόνων ήταν η πιο ευάλωτη στην οικονομική κρίση που ξέσπασε και όλοι έχουμε γίνει μάρτυρες της ελληνικής κρίσης του χρέους. Αλλά δεν είναι μόνο η Ελλάδα. Υποφέρουν αρκετές ακόμα χώρες και τα όσα αποφασίστηκαν στη Σύνοδο Κορυφής δίνουν ανάσα και στις υπόλοιπες χώρες του Νότου. Από τα πρώτα θετικά βήματα που έγιναν, πρέπει οι ευρωπαίοι ηγέτες να προχωρήσουν σύντομα στα άλματα. Και τα άλματα αυτά δεν μπορούν να είναι διαφορετικά από τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, Ευρωπαϊκού Οίκου Αξιολόγησης και την έκδοση ευρωομολόγων ώστε να τονωθούν οι δημόσιες επενδύσεις. Με λίγα λόγια, είναι καιρός μετά από τα πρώτα ενθαρρυντικά μηνύματα να ανοίξει η συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αναγκαιότητα άσκησης κοινής οικονομικής πολιτικής ώστε να καταφέρει η πολιτική να επιβληθεί και να τιθασεύσει τις αγορές.
Πέραν του ενθουσιασμού για τις αποφάσεις τις Συνόδου, που αποτυπώθηκε από την πρώτη στιγμή με την αλματώδη άνοδο στα Χρηματιστήρια αλλά και την πτώση των spreads, πρέπει να κυριαρχήσει η εγκράτεια και η σκληρή δουλεία. Δεν χρειάζονται πανηγυρισμοί από τα κυβερνητικά στελέχη. Πρέπει να αδράξουν την ευκαιρία και να προχωρήσουν τις αλλαγές στην ελληνική κοινωνία. Το σίγουρο είναι ότι πέραν της εμπιστοσύνης, προσφέρεται στη χώρα μας και το απαραίτητο χρονικό περιθώριο για ν’ αλλάξουν πολλά κακώς κείμενα. Η χώρα μας μπορεί πλέον βάσιμα να ελπίζει ότι ξεπερνά την εξωτερική απειλή μιας άτακτης και απόλυτα επαχθούς χρεοκοπίας. Από εδώ και στο εξής είναι ευθύνη της κυβέρνησης να ασχοληθεί συστηματικά και οργανωμένα με την επανεκκίνηση και ανασυγκρότηση της οικονομίας. Και ευθύνη της αξιωματικής αντιπολίτευσης να συμβάλλει τα μέγιστα προς αυτή την κατεύθυνση και να απαλλαγεί από τον μανδύα του λαϊκισμού. Η κυβέρνηση και το λοιπό πολιτικό προσωπικό της χώρας θα είναι εγκληματικό αν επαναπαυθούν μετά την θετική απόφαση της Ε.Ε. Πρέπει να καταλάβουν ότι δεν πρέπει να χαθεί καθόλου χρόνος και επιβάλλεται να προχωρήσουν άμεσα η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η μείωση της κρατικής σπατάλης και οι διαρθρωτικές αλλαγές.
Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011
Ο ΣΥΡΙΖΑ ΔΙΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Το τελευταίο διάστημα έχει ξεσπάσει έντονη διαμάχη μεταξύ της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ με αφορμή επεισόδια και προπηλακισμούς που δέχονται βουλευτές και στελέχη του ΠΑΣΟΚ σε δημόσιες ομιλίες τους. Η κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ ενδεχομένως στο πρόσωπο στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ να προσδοκούν να κερδίσουν τις εντυπώσεις και να φανούν ως οι υπεύθυνες δυνάμεις απέναντι στους ‘μπαχαλάκηδες’ της Αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση ψάχνει για δράκους και τα στελέχη του τονίζουν ότι είναι η πολιτική αυτή καθεαυτή της κυβέρνησης που έχει οδηγήσει τους ψηφοφόρους να προπηλακίζουν κυβερνητικούς αξιωματούχους. Η πραγματικότητα βρίσκεται κάπου στη μέση. Η κυβέρνηση επιθυμεί την πόλωση με τον ΣΥΡΙΖΑ καθώς βλέπει ότι πολλοί ‘πράσινοι’ ψηφοφόροι απογοητευμένοι από την ασκούμενη οικονομική πολιτική φλερτάρουν με την Αριστερά. Η δε ηγεσία του Συνασπισμού δεν καταδικάζει ευθέως τα επεισόδια και τους προπηλακισμούς και αφήνει πολλά αιωρούμενα ερωτήματα. Αντί να δηλώσουν οι ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ ότι καταδικάζουν τα έκτροπα αυτά, όπως έκανε προς τιμήν της η Δημοκρατική Αριστερά του Φώτη Κουβέλη, κλείνουν το μάτι σε αυτούς που επενδύουν στον πολιτικό χουλιγκανισμό και σε αυτούς που φωνάζουν ότι « η χούντα δεν έπεσε το 1973». Τέτοιες φασίζουσες συμπεριφορές δεν είναι δυνατόν να μην καταδικάζονται από τα κοινοβουλευτικά κόμματα, όσο σκληρά και αν είναι τα μέτρα και δίκαιη τα αιτήματα του ελληνικού λαού. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η Αριστερά δίνει αφορμές για να καλλιεργείται αυτή η διαμάχη. Αφορμές πολιτικές, καθώς ο καθαρός πολιτικός διάλογος και οι προτάσεις απουσιάζουν, και το μόνο που συμβαίνει είναι η σκληρή αντιπολίτευση στην κυβέρνηση.
Η ανανεωτική Αριστερά διαχρονικά έχει δώσει πολλούς αγώνες και με τις συμπεριφορές της ηγεσίας της κινδυνεύει να τους απολέσει. Στο όνομα της πλουραλιστικής εκλογικής δύναμης, η οποία βεβαίως δεν έχει αποτυπωθεί ούτε στις κάλπες ούτε στις δημοσκοπήσεις, έχει συντελεστεί η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και η ιδεολογική οπισθοδρόμηση των στελεχών του. Η Αριστερά λοιπόν καταδικάζει το Μνημόνιο και την ασκούμενη οικονομική πολιτική, χαρακτηρίζει την πολιτική της κυβέρνησης ως πολιτική τύπου Πινοσέτ όμως δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει στο εκλογικό σώμα το λόγο για τον οποίο υπογράφηκε το Μνημόνιο, το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα και τέλος για ποιο λόγο η χώρα μας έφτασε στο σημερινό αξιολύπητο σημείο. Δεν υποστηρίζουμε ότι η Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ έχει ίδιο μερίδιο ευθύνης με τα κόμματα εξουσίας για τη σημερινή κατάσταση, όμως τόσα χρόνια ως ‘φωνή της προόδου’ έπρεπε να προβεί σε προτάσεις και σε αγώνες πραγματικά ριζοσπαστικούς και όχι σε αγώνες λάιτ αριστερής απόχρωσης. Η Ριζοσπαστική Αριστερά μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, έδειχνε φοβισμένη και προσπαθούσε να απολογηθεί για τις αγριότητες του καθεστώτος στη Σοβιετική Ένωση. Με την ταυτόχρονη ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού χάθηκε για την Αριστερά πολύτιμος χρόνος και αξιοσημείωτο εκλογικό δυναμικό. Από τότε όμως κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και πλέον οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Συνεχίζει βεβαίως να κυριαρχεί ο νεοφιλελευθερισμός, όμως με αφορμή την κρίση διαφαίνονται και τα όρια του που είχαν προ πολλού ξεπεραστεί από τους θιασώτες της παντοκρατορίας των αγορών και του διαρκώς συσσωρευόμενου κέρδους. Με άλλα λόγια, η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα ειδικότερα, ευνοεί την Αριστερά, καθώς θα μπορούσε να ορθώσει ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο. Αντ’ αυτού εκτοξεύει εύκολους λαϊκισμούς, ακολουθεί στείρο καταγγελτικό λόγο και οποιαδήποτε πρόταση για το σήμερα και το αύριο της χώρας απουσιάζει.
Όμως επειδή οι στιγμές που ζει η χώρα είναι οι πιο κρίσιμες στη σύγχρονη και όχι μόνο ιστορία της, όλοι πρέπει να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Συγκεκριμένα η Ριζοσπαστική Αριστερά καλείται να απαντήσει σε κάποια απλά αλλά αρκούντως σημαντικά ερωτήματα: Θα προτείνει μια συγκροτημένη, εναλλακτική και εφαρμόσιμη οικονομική πολιτική ή θα συνεχίζει απλώς να κατακρίνει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και τις οικονομικές προτάσεις άλλων κομμάτων; Θα επιμένει να δρα τοπικά εμποτισμένη με κινηματικές λογικές ή θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την παρούσα οικονομική κατάσταση ώστε μακροπρόθεσμα, με γνώμονα την ευρωπαϊκή συνεργασία να προσπαθήσει να ηγεμονεύσει ιδεολογικά, πολιτικά και εκλογικά; Θα συνεχίσει να κλείνει τα μάτια σε προπηλακισμούς και επεισόδια τα οποία στρέφονται κατά της δημοκρατίας ή θα συμπεριφερθεί ως η υπεύθυνη φωνή της Αριστεράς; Τα παραπάνω κρίσιμα ερωτήματα οφείλουν να απασχολήσουν σοβαρά την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αν θέλει το κόμμα να έχει ανοδικό πολιτικό μέλλον και να αποτελέσει έναν πραγματικά εναλλακτικό πόλο. Αν είχαν προ πολλού απαντηθεί τα παραπάνω, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε μια στιβαρή ριζοσπαστική πρόταση και δεν θα άφηνε κανένα περιθώριο στην κυβέρνηση να τον κατηγορεί για κάλυψη και υποκίνηση επεισοδίων.
Η ανανεωτική Αριστερά διαχρονικά έχει δώσει πολλούς αγώνες και με τις συμπεριφορές της ηγεσίας της κινδυνεύει να τους απολέσει. Στο όνομα της πλουραλιστικής εκλογικής δύναμης, η οποία βεβαίως δεν έχει αποτυπωθεί ούτε στις κάλπες ούτε στις δημοσκοπήσεις, έχει συντελεστεί η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και η ιδεολογική οπισθοδρόμηση των στελεχών του. Η Αριστερά λοιπόν καταδικάζει το Μνημόνιο και την ασκούμενη οικονομική πολιτική, χαρακτηρίζει την πολιτική της κυβέρνησης ως πολιτική τύπου Πινοσέτ όμως δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει στο εκλογικό σώμα το λόγο για τον οποίο υπογράφηκε το Μνημόνιο, το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα και τέλος για ποιο λόγο η χώρα μας έφτασε στο σημερινό αξιολύπητο σημείο. Δεν υποστηρίζουμε ότι η Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ έχει ίδιο μερίδιο ευθύνης με τα κόμματα εξουσίας για τη σημερινή κατάσταση, όμως τόσα χρόνια ως ‘φωνή της προόδου’ έπρεπε να προβεί σε προτάσεις και σε αγώνες πραγματικά ριζοσπαστικούς και όχι σε αγώνες λάιτ αριστερής απόχρωσης. Η Ριζοσπαστική Αριστερά μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, έδειχνε φοβισμένη και προσπαθούσε να απολογηθεί για τις αγριότητες του καθεστώτος στη Σοβιετική Ένωση. Με την ταυτόχρονη ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού χάθηκε για την Αριστερά πολύτιμος χρόνος και αξιοσημείωτο εκλογικό δυναμικό. Από τότε όμως κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και πλέον οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Συνεχίζει βεβαίως να κυριαρχεί ο νεοφιλελευθερισμός, όμως με αφορμή την κρίση διαφαίνονται και τα όρια του που είχαν προ πολλού ξεπεραστεί από τους θιασώτες της παντοκρατορίας των αγορών και του διαρκώς συσσωρευόμενου κέρδους. Με άλλα λόγια, η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα ειδικότερα, ευνοεί την Αριστερά, καθώς θα μπορούσε να ορθώσει ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο. Αντ’ αυτού εκτοξεύει εύκολους λαϊκισμούς, ακολουθεί στείρο καταγγελτικό λόγο και οποιαδήποτε πρόταση για το σήμερα και το αύριο της χώρας απουσιάζει.
Όμως επειδή οι στιγμές που ζει η χώρα είναι οι πιο κρίσιμες στη σύγχρονη και όχι μόνο ιστορία της, όλοι πρέπει να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Συγκεκριμένα η Ριζοσπαστική Αριστερά καλείται να απαντήσει σε κάποια απλά αλλά αρκούντως σημαντικά ερωτήματα: Θα προτείνει μια συγκροτημένη, εναλλακτική και εφαρμόσιμη οικονομική πολιτική ή θα συνεχίζει απλώς να κατακρίνει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και τις οικονομικές προτάσεις άλλων κομμάτων; Θα επιμένει να δρα τοπικά εμποτισμένη με κινηματικές λογικές ή θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την παρούσα οικονομική κατάσταση ώστε μακροπρόθεσμα, με γνώμονα την ευρωπαϊκή συνεργασία να προσπαθήσει να ηγεμονεύσει ιδεολογικά, πολιτικά και εκλογικά; Θα συνεχίσει να κλείνει τα μάτια σε προπηλακισμούς και επεισόδια τα οποία στρέφονται κατά της δημοκρατίας ή θα συμπεριφερθεί ως η υπεύθυνη φωνή της Αριστεράς; Τα παραπάνω κρίσιμα ερωτήματα οφείλουν να απασχολήσουν σοβαρά την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αν θέλει το κόμμα να έχει ανοδικό πολιτικό μέλλον και να αποτελέσει έναν πραγματικά εναλλακτικό πόλο. Αν είχαν προ πολλού απαντηθεί τα παραπάνω, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε μια στιβαρή ριζοσπαστική πρόταση και δεν θα άφηνε κανένα περιθώριο στην κυβέρνηση να τον κατηγορεί για κάλυψη και υποκίνηση επεισοδίων.
Κυριακή 10 Ιουλίου 2011
Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΠΑΙΤΕΙ ΡΗΞΕΙΣ
Όσο συνεχίζεται η κρίση στη χώρα μας, στην Ιρλανδία, την Πορτογαλία και δευτερευόντως στην Ισπανία, γίνεται κατανοητό ότι η κρίση δεν είναι αυστηρά εθνική οικονομική υπόθεση, αλλά κυρίως είναι δομική κρίση συνολικά της Ευρώπης. Για πρώτη φορά τη βδομάδα που μας πέρασε άρχισαν κάποιοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι να κατακρίνουν τους οίκους αξιολόγησης για την αναίτια διπλή υποβάθμιση της Πορτογαλίας. Ο Όλι Ρεν ανέφερε ότι η συζητείται η δημιουργία ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης. Με λίγα λόγια οι υψηλά ιστάμενοι δείχνουν πως πλέον αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν οι αγορές να συνεχίσουν να δρουν ανεξέλεγκτα. Εκτός των παραπάνω, έξι πρώην πρωθυπουργοί ζήτησαν ένα ευρωπαϊκό Νew Deal και έκδοση ευρωομολόγων, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η οικονομική ανάπτυξη και να μην αναγκάζονται οι εκάστοτε κυβερνήσεις να επιβάλλουν συνεχώς μέτρα λιτότητας. Τα παραπάνω είναι όλα ζητήματα που δείχνουν ξεκάθαρα τις ανισότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα, τις αδικίες της ευρωζώνης. Οι χώρες του Βορρά βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση, ενώ στις χώρες του Νότου κυριαρχεί η οικονομική επισφάλεια, ο φόβος και έπονται οι αναταραχές. Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι για όλη αυτή την προβληματική κατάσταση στις χώρες του Νότου, ευθύνη έχουν τα Μνημόνια. Η αλήθεια είναι όμως ότι τα Μνημόνια ήταν απλώς η αφορμή, μιας και η ανάπτυξη στις ευρωπαϊκές χώρες δεν ήταν ποτέ ισομερής και οι χώρες της ζώνης του Ευρώ δεν ξεκίνησαν ποτέ από την ίδια αφετηρία.
Η οικονομική ανισότητα των χωρών της ευρωζώνης καθώς και η μη πολιτική ένωση της Ευρώπης θέτουν σε κίνδυνο ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό οικοδόμημα της Ευρώπης. Πολλά χρόνια μετά τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα που σκέπασε την Ευρώπη, οι σημερινοί ηγέτες συνεχίζουν να διατηρούν ένα μοντέλο που θέτει τις αγορές σε απόλυτο κυρίαρχο του παιχνιδιού. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι ευρωπαίοι ηγέτες να διστάζουν να υιοθετήσουν μια γενναία πολιτική διευθέτησης των χρεών και ρύθμισης των αγορών και αυτό φέρνει την πολιτική υποταγή τους σε κερδοσκόπους, μάνατζερ και μεγαλοτραπεζίτες. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχει τρανταχτό έλλειμμα ηγεσίας. Μπορεί η κ. Μέρκελ να φαντάζει πανίσχυρη, όμως η όποια δυναμική διαθέτει εξαντλείται στην προστασία της Γερμανίας και μόνο. Δεν υπάρχει κανένα ευρωπαϊκό όραμα, λίγοι είναι οι ηγέτες που θεωρούνται ευρωπαϊστές και αυτό μακροπρόθεσμα το μόνο που μπορεί να επαναφέρει είναι την κυριαρχία των ανεξάρτητων εθνικών – κρατών και την απώλεια της ευρωπαϊκής ιδέας. Με αφορμή τα Μνημόνια που έχουν υπογραφεί αλλά και τα Μνημόνια που έρχονται, αλλά και λόγω της σχεδόν βέβαιης πολυετούς οικονομικής λιτότητας για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι ευρωπαίοι ηγέτες οφείλουν να σταθούν στα δομικά προβλήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να δώσουν λύσεις. Πρέπει να ζητήσουν και να κυνηγήσουν αναπροσανατολισμό των κατευθύνσεων της οικονομικής πολιτικής σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, με έμφαση στους στόχους της ανάπτυξης και της ενίσχυσης της απασχόλησης. Ο στόχος της πλήρους απασχόλησης πρέπει να είναι τουλάχιστον ισότιμος με το στόχο της δημοσιονομικής και νομισματικής σταθερότητας. Οφείλουν να πετύχουν την έκδοση και κυκλοφορία ευρωπαϊκών ομολόγων για την χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών διαδικασιών και των νέων πηγών απασχόλησης καθώς επίσης και να πετύχουν την επιβολή φόρου 1% στις νομισματικές συναλλαγές. Η νομισματική πολιτική πρέπει να βρίσκεται κάτω από τον πολιτικό έλεγχο των οργάνων και θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης γεγονός το οποίο θα επιτευχθεί μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τον έλεγχο και τη διαφάνεια λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η δημοκρατική θεσμική ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ολοκλήρωση της ενοποίησης με πολιτικά και όχι μόνο οικονομικά κριτήρια, θα δημιουργήσει το πλαίσιο για την Ευρώπη των λαών και των πολιτών και θα βάλει φρένο στην Ευρώπη των κερδοσκόπων και των κεφαλαίων. Για να καταφέρουν οι δοκιμαζόμενες χώρες να επιβιώσουν οικονομικά, δεν αρκεί μόνο να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό τους και δεν είναι δίκαιο να αναγκάζουν τους πολίτες τους να ζουν συνεχώς υπό αυστηρή λιτότητα. Οι κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές, οι ριζοσπαστικές αποφάσεις, η αναγέννηση του ευρωπαϊκού οράματος και κυρίως η ομοσπονδιακή προοπτική της Ε.Ε. μπορούν να διορθώσουν τις δομικές αδυναμίες της Ε.Ε. και να εγγυηθούν τη σωτηρία κάθε ευρωπαϊκής χώρας που είναι σε κρίση.
Η οικονομική ανισότητα των χωρών της ευρωζώνης καθώς και η μη πολιτική ένωση της Ευρώπης θέτουν σε κίνδυνο ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό οικοδόμημα της Ευρώπης. Πολλά χρόνια μετά τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα που σκέπασε την Ευρώπη, οι σημερινοί ηγέτες συνεχίζουν να διατηρούν ένα μοντέλο που θέτει τις αγορές σε απόλυτο κυρίαρχο του παιχνιδιού. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι ευρωπαίοι ηγέτες να διστάζουν να υιοθετήσουν μια γενναία πολιτική διευθέτησης των χρεών και ρύθμισης των αγορών και αυτό φέρνει την πολιτική υποταγή τους σε κερδοσκόπους, μάνατζερ και μεγαλοτραπεζίτες. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχει τρανταχτό έλλειμμα ηγεσίας. Μπορεί η κ. Μέρκελ να φαντάζει πανίσχυρη, όμως η όποια δυναμική διαθέτει εξαντλείται στην προστασία της Γερμανίας και μόνο. Δεν υπάρχει κανένα ευρωπαϊκό όραμα, λίγοι είναι οι ηγέτες που θεωρούνται ευρωπαϊστές και αυτό μακροπρόθεσμα το μόνο που μπορεί να επαναφέρει είναι την κυριαρχία των ανεξάρτητων εθνικών – κρατών και την απώλεια της ευρωπαϊκής ιδέας. Με αφορμή τα Μνημόνια που έχουν υπογραφεί αλλά και τα Μνημόνια που έρχονται, αλλά και λόγω της σχεδόν βέβαιης πολυετούς οικονομικής λιτότητας για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι ευρωπαίοι ηγέτες οφείλουν να σταθούν στα δομικά προβλήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να δώσουν λύσεις. Πρέπει να ζητήσουν και να κυνηγήσουν αναπροσανατολισμό των κατευθύνσεων της οικονομικής πολιτικής σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, με έμφαση στους στόχους της ανάπτυξης και της ενίσχυσης της απασχόλησης. Ο στόχος της πλήρους απασχόλησης πρέπει να είναι τουλάχιστον ισότιμος με το στόχο της δημοσιονομικής και νομισματικής σταθερότητας. Οφείλουν να πετύχουν την έκδοση και κυκλοφορία ευρωπαϊκών ομολόγων για την χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών διαδικασιών και των νέων πηγών απασχόλησης καθώς επίσης και να πετύχουν την επιβολή φόρου 1% στις νομισματικές συναλλαγές. Η νομισματική πολιτική πρέπει να βρίσκεται κάτω από τον πολιτικό έλεγχο των οργάνων και θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης γεγονός το οποίο θα επιτευχθεί μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τον έλεγχο και τη διαφάνεια λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η δημοκρατική θεσμική ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ολοκλήρωση της ενοποίησης με πολιτικά και όχι μόνο οικονομικά κριτήρια, θα δημιουργήσει το πλαίσιο για την Ευρώπη των λαών και των πολιτών και θα βάλει φρένο στην Ευρώπη των κερδοσκόπων και των κεφαλαίων. Για να καταφέρουν οι δοκιμαζόμενες χώρες να επιβιώσουν οικονομικά, δεν αρκεί μόνο να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό τους και δεν είναι δίκαιο να αναγκάζουν τους πολίτες τους να ζουν συνεχώς υπό αυστηρή λιτότητα. Οι κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές, οι ριζοσπαστικές αποφάσεις, η αναγέννηση του ευρωπαϊκού οράματος και κυρίως η ομοσπονδιακή προοπτική της Ε.Ε. μπορούν να διορθώσουν τις δομικές αδυναμίες της Ε.Ε. και να εγγυηθούν τη σωτηρία κάθε ευρωπαϊκής χώρας που είναι σε κρίση.
Κυριακή 3 Ιουλίου 2011
ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ
Εκτός από την σκληρή πραγματικότητα του Μνημονίου, του ΔΝΤ και του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος, πρέπει αυτές τις κρίσιμες στιγμές να σταθούμε και σε μια διαχρονική πραγματικότητα που αργά αλλά σταθερά έφερε τη χώρα μας σ’ αυτή την τραγική κατάσταση. Αν επιχειρήσουμε να αρχίσουμε την αναφορά μας από τους πολιτικούς, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι από την Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα οι περισσότεροι από αυτούς αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων και κύριο μέλημά τους ήταν (και συνεχίζει να είναι) η διάσωση του πολιτικού τους μέλλοντος και η πελατειακή λογική παρά η σωτηρία της χώρας. Οι πελατειακές σχέσεις υπερίσχυσαν του εθνικού συμφέροντος και η ευκαιριακή πολιτική μαζί με την εικονική οικονομική ευμάρεια εκτόπισαν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και σταθερότητα. Όπως έχουν πει αρκετές φορές, οι πολιτικοί αυτοί δεν φύτρωσαν, απεναντίας ο κυρίαρχος λαός με τις ψήφους του τους έστειλε στα έδρανα του κοινοβουλίου. Όποτε πρέπει να αναζητήσουμε και τις ευθύνες τις δικές μας, ατομικά και συλλογικά.
Ο Έλληνας πολίτης – ψηφοφόρος έμαθε, ειδικά μετά τη Μεταπολίτευση, σε ένα τρόπο ζωής σχετικά εύκολο. Οι κακουχίες χρόνων (πόλεμοι, εμφύλιος, δικτατορία), έπρεπε ορθώς να αποτελέσουν παρελθόν και οι πολιτικοί μας συνεπαρμένοι από αυτή τη διαπίστωση προχώρησαν σε πολλά διαχρονικά σφάλματα, των οποίων τις συνέπειες πληρώνουμε σήμερα. Τότε πολλά χρήματα δόθηκαν στο λαό (αύξηση μισθών και συντάξεων)στο όνομα της δίκαιης αναδιανομής του πλούτου. Τα χρήματα αυτά καλώς δόθηκαν όμως θα έπρεπε από τότε να υπάρξει και μια αναπτυξιακή λογική που μπορεί να μην είχε άμεσα αποτελέσματα, όμως σίγουρα θα βοηθούσε σε βάθος ετών. Εκτός αυτού, ακολούθησαν οι τρελές εποχές των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων. Τότε μπορούσε κάλλιστα ο Έλληνας αγρότης να είχε για παράδειγμα εκατό ελιές και να έπαιρνε χρήματα για διακόσιες. Με τα χρήματα αυτά θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή του και να καινοτομήσει, όμως η κυριαρχούσα τότε αντίληψη πρόσταζε νεοπλουτίστικο τρόπο ζωής και το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων το απορροφούσαν ακριβά αυτοκίνητα και ακίνητα. Τα αποτελέσματα αυτής της νοοτροπίας τα βλέπουμε σήμερα που έχουμε φτάσει σε σημείο τα περισσότερα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα να είναι εισαγωγής και ο ελληνικός κάμπος να έχει μαραζώσει για τα καλά. Και δεν είναι μόνο αυτό. Μετά από χρόνια ήρθε η φανταχτερή εποχή του Χρηματιστηρίου και της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Εκείνη την περίοδο το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων ζούσε εντελώς εικονικά. Ο υπερκαταναλωτισμός έγινε τρόπος ζωής και δεν ήταν λίγα τα περιστατικά κατά τα οποία παίρναμε τραπεζικά δάνεια για να κάνουμε ακριβές διακοπές και να αγοράσουμε πολυτελέστατα αυτοκίνητα. Η βαριά μας βιομηχανία, ο τουρισμός, ήταν εμποτισμένος από τη νοοτροπία της εκμετάλλευσης των ξένων πολιτών. Πρώτιστο μέλημα των επαγγελματιών του κλάδου ήταν η αποκόμιση τεράστιου κέρδους και λιγότερο η παροχή καλών υπηρεσιών. Ενώ αρχικά τα χρήματα έρεαν δεν άργησε να έρθει η περίοδος της πτώσης του ελληνικού τουρισμού και το σαθρό οικοδόμημα του εύκολου κέρδους κατέρρευσε εύκολα. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περίοδο που ζούμε έχουν καταφέρει να επιβιώσουν εκείνοι οι επαγγελματίες που πρώτα κοιτούσαν τις καλές υπηρεσίες και μετά το κέρδος.
Εκτός από τα παραπάνω, πρέπει να σταθούμε και στην κυρίαρχη αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας σχετικά με τις υποχρεώσεις της απέναντι στο κράτος. Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, κορωνίδα αυτής της αντίληψης είναι η φοροδιαφυγή. Εδώ και χρόνια παρατηρούμε την πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών να κινείται στο αφορολόγητο όριο, βλέπουμε υγιέστατους συμπολίτες μας να παίρνουν αναπηρική σύνταξη και τέλος γινόμασταν μέχρι πρόσφατα μάρτυρες δημιουργίας μαύρου κέρδους μέσω της μη έκδοσης αποδείξεων. Τα παραπάνω, μαζί με την αδήλωτη εργασία, τις προκλητικές πρόωρες συντάξεις, τα τεράστια εφάπαξ υπαλλήλων του δημοσίου και άλλα πολλά, συνθέτουν ένα σκηνικό απείρου κάλους το οποίο οφείλει να μας προβληματίσει για το πώς φτάσαμε στην τωρινή κατάσταση. Ασφαλώς όλα τα παραπάνω τραγελαφικά ευδοκίμησαν λόγω της ανυπαρξίας των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους. Και αναμφίβολα η κρατική αποτελεσματικότητα θυσιάστηκε στο βωμό του πολιτικού κόστους. Από τις παραπάνω αναφορές προκύπτει μια σκληρή αλήθεια: Αν οι πολιτικοί μας αλλά και εμείς οι πολίτες είχαμε μια εθνική αντίληψη και όχι μια ευκαιριακή λογική, δεν θα φτάναμε στη σημερινή οικονομική εξαθλίωση. Αν είχαν γίνει τομές στην ελληνική κοινωνία τότε που έπρεπε, σήμερα δεν θα συζητούσαμε για την κρίση χρέους που απειλεί να μας καταστρέψει. Με τα ‘εάν’ δεν μπορεί να δοθεί κάποια λύση, όμως καλό θα είναι κάθε φορά που ετοιμαζόμαστε να δαιμονοποιήσουμε το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα να κάνουμε και λίγο την αυτοκριτική μας για τα τόσα χρόνια που πήγαν χαμένα.
Ο Έλληνας πολίτης – ψηφοφόρος έμαθε, ειδικά μετά τη Μεταπολίτευση, σε ένα τρόπο ζωής σχετικά εύκολο. Οι κακουχίες χρόνων (πόλεμοι, εμφύλιος, δικτατορία), έπρεπε ορθώς να αποτελέσουν παρελθόν και οι πολιτικοί μας συνεπαρμένοι από αυτή τη διαπίστωση προχώρησαν σε πολλά διαχρονικά σφάλματα, των οποίων τις συνέπειες πληρώνουμε σήμερα. Τότε πολλά χρήματα δόθηκαν στο λαό (αύξηση μισθών και συντάξεων)στο όνομα της δίκαιης αναδιανομής του πλούτου. Τα χρήματα αυτά καλώς δόθηκαν όμως θα έπρεπε από τότε να υπάρξει και μια αναπτυξιακή λογική που μπορεί να μην είχε άμεσα αποτελέσματα, όμως σίγουρα θα βοηθούσε σε βάθος ετών. Εκτός αυτού, ακολούθησαν οι τρελές εποχές των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων. Τότε μπορούσε κάλλιστα ο Έλληνας αγρότης να είχε για παράδειγμα εκατό ελιές και να έπαιρνε χρήματα για διακόσιες. Με τα χρήματα αυτά θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή του και να καινοτομήσει, όμως η κυριαρχούσα τότε αντίληψη πρόσταζε νεοπλουτίστικο τρόπο ζωής και το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων το απορροφούσαν ακριβά αυτοκίνητα και ακίνητα. Τα αποτελέσματα αυτής της νοοτροπίας τα βλέπουμε σήμερα που έχουμε φτάσει σε σημείο τα περισσότερα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα να είναι εισαγωγής και ο ελληνικός κάμπος να έχει μαραζώσει για τα καλά. Και δεν είναι μόνο αυτό. Μετά από χρόνια ήρθε η φανταχτερή εποχή του Χρηματιστηρίου και της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Εκείνη την περίοδο το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων ζούσε εντελώς εικονικά. Ο υπερκαταναλωτισμός έγινε τρόπος ζωής και δεν ήταν λίγα τα περιστατικά κατά τα οποία παίρναμε τραπεζικά δάνεια για να κάνουμε ακριβές διακοπές και να αγοράσουμε πολυτελέστατα αυτοκίνητα. Η βαριά μας βιομηχανία, ο τουρισμός, ήταν εμποτισμένος από τη νοοτροπία της εκμετάλλευσης των ξένων πολιτών. Πρώτιστο μέλημα των επαγγελματιών του κλάδου ήταν η αποκόμιση τεράστιου κέρδους και λιγότερο η παροχή καλών υπηρεσιών. Ενώ αρχικά τα χρήματα έρεαν δεν άργησε να έρθει η περίοδος της πτώσης του ελληνικού τουρισμού και το σαθρό οικοδόμημα του εύκολου κέρδους κατέρρευσε εύκολα. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περίοδο που ζούμε έχουν καταφέρει να επιβιώσουν εκείνοι οι επαγγελματίες που πρώτα κοιτούσαν τις καλές υπηρεσίες και μετά το κέρδος.
Εκτός από τα παραπάνω, πρέπει να σταθούμε και στην κυρίαρχη αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας σχετικά με τις υποχρεώσεις της απέναντι στο κράτος. Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, κορωνίδα αυτής της αντίληψης είναι η φοροδιαφυγή. Εδώ και χρόνια παρατηρούμε την πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών να κινείται στο αφορολόγητο όριο, βλέπουμε υγιέστατους συμπολίτες μας να παίρνουν αναπηρική σύνταξη και τέλος γινόμασταν μέχρι πρόσφατα μάρτυρες δημιουργίας μαύρου κέρδους μέσω της μη έκδοσης αποδείξεων. Τα παραπάνω, μαζί με την αδήλωτη εργασία, τις προκλητικές πρόωρες συντάξεις, τα τεράστια εφάπαξ υπαλλήλων του δημοσίου και άλλα πολλά, συνθέτουν ένα σκηνικό απείρου κάλους το οποίο οφείλει να μας προβληματίσει για το πώς φτάσαμε στην τωρινή κατάσταση. Ασφαλώς όλα τα παραπάνω τραγελαφικά ευδοκίμησαν λόγω της ανυπαρξίας των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους. Και αναμφίβολα η κρατική αποτελεσματικότητα θυσιάστηκε στο βωμό του πολιτικού κόστους. Από τις παραπάνω αναφορές προκύπτει μια σκληρή αλήθεια: Αν οι πολιτικοί μας αλλά και εμείς οι πολίτες είχαμε μια εθνική αντίληψη και όχι μια ευκαιριακή λογική, δεν θα φτάναμε στη σημερινή οικονομική εξαθλίωση. Αν είχαν γίνει τομές στην ελληνική κοινωνία τότε που έπρεπε, σήμερα δεν θα συζητούσαμε για την κρίση χρέους που απειλεί να μας καταστρέψει. Με τα ‘εάν’ δεν μπορεί να δοθεί κάποια λύση, όμως καλό θα είναι κάθε φορά που ετοιμαζόμαστε να δαιμονοποιήσουμε το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα να κάνουμε και λίγο την αυτοκριτική μας για τα τόσα χρόνια που πήγαν χαμένα.
Κυριακή 26 Ιουνίου 2011
ΟΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ
Ενόψει των επικείμενων νέων σκληρών μέτρων, γίνεται λόγος ακόμα και για πιθανές απολύσεις στο δημόσιο τομέα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι ατομικά, αλλά και μέσω των συνδικαλιστικών τους ενώσεων έχουν θορυβηθεί και αντιστέκονται σε νέες περικοπές, στην εργασιακή εφεδρεία αλλά και στην πώληση των ΔΕΚΟ. Με βάση τη συνταγματικά κατοχυρωμένη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων απολύσεις δεν μπορούν να υπάρξουν. Με αφορμή τη δήλωση του νέου κυβερνητικού εκπροσώπου κ. Μόσιαλου ότι ‘η μονιμότητα στο Δημόσιο θα αποτελέσει αντικείμενο ευρύτατης διαβούλευσης στο πλαίσιο της επικείμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης’, οφείλουμε να αναφερθούμε σε ευρύτερα ζητήματα που αφορούν τους δημοσίους υπαλλήλους και το δημόσιο τομέα στην Ελλάδα. Αρχικά, με βάση την πρόσφατη απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων, ο αριθμός τους ανέρχεται περίπου στις 768.000. Ο αριθμός μπορεί να μην είναι ακριβής καθώς πολλοί δεν απογράφησαν και άλλοι πάλι απογράφησαν ενώ τελικά δεν έπρεπε (π.χ. συνταξιούχοι). Η κυβέρνηση από την αρχή της θητείας της είχε εξαγγείλει τη συγχώνευση ή την κατάργηση εκατοντάδων υπηρεσιών και οργανισμών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Μετά από 20 και πλέον μήνες τα αποτελέσματα είναι πενιχρά. Ακόμα και σήμερα, εν μέσω της απειλής της πτώχευσης, συνεχίζουν να λειτουργούν αρκετοί αχρείαστοι δημόσιοι οργανισμοί που δημιουργήθηκαν από τις κυβερνήσεις εν μια νυκτί προκειμένου να τακτοποιηθούν οι ‘πιστοί’ ψηφοφόροι των δυο μεγάλων κομμάτων.
Ένα άλλο θέμα είναι οι συμβασιούχοι οι οποίοι πλημμύρισαν το δημόσιο τομέα, αφενός για να καλύψουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ευρύτερου δημόσιου τομέα με μικρό οικονομικό κόστος, αφετέρου για να συνεχίσουν οι πολιτικοί να επενδύουν στις πελατειακές σχέσεις με τους ψηφοφόρους. Πλέον, οι συμβάσεις αυτές λήγουν και η κυβέρνηση δεν φαίνεται διατεθειμένη να συνεχίσει τη διαιώνιση αυτής της κατάστασης. Εδώ όμως ανακύπτει ένα απλό ερώτημα: εάν οι συμβασιούχοι που πράγματι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες φύγουν, τότε τι θα γίνει με τις υπηρεσίες αυτές, οι οποίες στη δεδομένη χρονική στιγμή δεν θα μπορούν να κάνουν καμία πρόσληψη; Το πιθανότερο είναι να κατεβάσουν ρολά και ο μόνος ζημιωμένος θα είναι ο Έλληνας πολίτης, ο οποίος δεν θα μπορεί να εξυπηρετηθεί και θα εξαναγκάζεται σε πολλές περιπτώσεις να καταφεύγει σε ιδιώτες έναντι μεγάλου οικονομικού κόστους.
Ακόμα, σημαντικότατο είναι το ζήτημα με τις ΔΕΚΟ. Η κυβέρνηση όπως εξήγγειλε, σκοπεύει να αποκρατικοποιήσει πολλές δημόσιες επιχειρήσεις. Οι αντιδράσεις είναι πολλές αλλά η πραγματικότητα είναι σκληρή και δεν επιδέχεται λαϊκισμούς. Όσες ΔΕΚΟ είναι ζημιογόνες πρέπει να φύγουν από τον έλεγχο του δημοσίου, μιας και δεν υπάρχει διάθεση από την πολιτεία για εξυγίανσή τους. Τα προνόμια πολλών εργαζομένων στις ΔΕΚΟ είναι εξωφρενικά και προκλητικά τη στιγμή που ζητούνται συνεχώς θυσίες από τους συνταξιούχους, από τους ιδιοκτήτες μικρομεσαίων επιχειρήσεων αλλά και από τους χαμηλόμισθους δημοσίους υπαλλήλους. Πολλοί εργαζόμενοι – συνδικαλιστές φοβούμενοι ότι αυτά τα εξωφρενικά τους προνόμια θα χαθούν, είναι έτοιμοι για μάχη με την κυβέρνηση.
Είναι γεγονός ότι στο δημόσιο τομέα, υπάρχουν πολλές υπηρεσίες με πλεονάζον προσωπικό και άλλες που εμφανέστατα υπολειτουργούν. Αυτό που πρέπει να γίνει άμεσα είναι οι μετατάξεις προσωπικού. Αφού ολοκληρωθούν αυτές πρέπει η κυβέρνηση να ελέγξει κατά πόσο όλες οι θέσεις είναι οργανικές. Στην περίπτωση που μια θέση κριθεί μη οργανική, μπορεί να καταργηθεί και σύμφωνα με το Σύνταγμα μπορεί να επιφέρει την απόλυση του υπαλλήλου, γεγονός το οποίο ουδέποτε έχει συμβεί ως σήμερα. Η άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων είναι ένα ζήτημα ταμπού για την ελληνική κοινωνία και κυρίως για τα κόμματα. Σίγουρα δεν είναι και το πλέον ευχάριστο να απειλείται η θέση ενός δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος έχει προγραμματίσει τη ζωή του και τις υποχρεώσεις του βασιζόμενος στη σιγουριά που απολαμβάνει. Δεν είναι όμως εξίσου δυσάρεστο το γεγονός ότι καθημερινά δεκάδες ιδιωτικοί υπάλληλοι χάνουν τη δουλειά τους; Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα δεν απολαμβάνουν καμιά μονιμότητα. Όπλο τους είναι η σκληρή εργασία και διαρκώς αξιολογούνται. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο μισθός των περισσοτέρων ιδιωτικών υπαλλήλων είναι σαφώς κατώτερος του μέσου δημοσίου, ενώ το ωράριο μεγαλύτερο. Σαφώς και δεν επιχειρείται διαχωρισμός των εργαζομένων, όμως τη στιγμή που γίνεται έντονος διάλογος για τους δημοσίους υπαλλήλους, πρέπει κάποια στιγμή να ασχοληθούν οι αρμόδιοι σοβαρά και με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Έχουν ψυχή κι αυτοί.
Ένα άλλο θέμα είναι οι συμβασιούχοι οι οποίοι πλημμύρισαν το δημόσιο τομέα, αφενός για να καλύψουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ευρύτερου δημόσιου τομέα με μικρό οικονομικό κόστος, αφετέρου για να συνεχίσουν οι πολιτικοί να επενδύουν στις πελατειακές σχέσεις με τους ψηφοφόρους. Πλέον, οι συμβάσεις αυτές λήγουν και η κυβέρνηση δεν φαίνεται διατεθειμένη να συνεχίσει τη διαιώνιση αυτής της κατάστασης. Εδώ όμως ανακύπτει ένα απλό ερώτημα: εάν οι συμβασιούχοι που πράγματι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες φύγουν, τότε τι θα γίνει με τις υπηρεσίες αυτές, οι οποίες στη δεδομένη χρονική στιγμή δεν θα μπορούν να κάνουν καμία πρόσληψη; Το πιθανότερο είναι να κατεβάσουν ρολά και ο μόνος ζημιωμένος θα είναι ο Έλληνας πολίτης, ο οποίος δεν θα μπορεί να εξυπηρετηθεί και θα εξαναγκάζεται σε πολλές περιπτώσεις να καταφεύγει σε ιδιώτες έναντι μεγάλου οικονομικού κόστους.
Ακόμα, σημαντικότατο είναι το ζήτημα με τις ΔΕΚΟ. Η κυβέρνηση όπως εξήγγειλε, σκοπεύει να αποκρατικοποιήσει πολλές δημόσιες επιχειρήσεις. Οι αντιδράσεις είναι πολλές αλλά η πραγματικότητα είναι σκληρή και δεν επιδέχεται λαϊκισμούς. Όσες ΔΕΚΟ είναι ζημιογόνες πρέπει να φύγουν από τον έλεγχο του δημοσίου, μιας και δεν υπάρχει διάθεση από την πολιτεία για εξυγίανσή τους. Τα προνόμια πολλών εργαζομένων στις ΔΕΚΟ είναι εξωφρενικά και προκλητικά τη στιγμή που ζητούνται συνεχώς θυσίες από τους συνταξιούχους, από τους ιδιοκτήτες μικρομεσαίων επιχειρήσεων αλλά και από τους χαμηλόμισθους δημοσίους υπαλλήλους. Πολλοί εργαζόμενοι – συνδικαλιστές φοβούμενοι ότι αυτά τα εξωφρενικά τους προνόμια θα χαθούν, είναι έτοιμοι για μάχη με την κυβέρνηση.
Είναι γεγονός ότι στο δημόσιο τομέα, υπάρχουν πολλές υπηρεσίες με πλεονάζον προσωπικό και άλλες που εμφανέστατα υπολειτουργούν. Αυτό που πρέπει να γίνει άμεσα είναι οι μετατάξεις προσωπικού. Αφού ολοκληρωθούν αυτές πρέπει η κυβέρνηση να ελέγξει κατά πόσο όλες οι θέσεις είναι οργανικές. Στην περίπτωση που μια θέση κριθεί μη οργανική, μπορεί να καταργηθεί και σύμφωνα με το Σύνταγμα μπορεί να επιφέρει την απόλυση του υπαλλήλου, γεγονός το οποίο ουδέποτε έχει συμβεί ως σήμερα. Η άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων είναι ένα ζήτημα ταμπού για την ελληνική κοινωνία και κυρίως για τα κόμματα. Σίγουρα δεν είναι και το πλέον ευχάριστο να απειλείται η θέση ενός δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος έχει προγραμματίσει τη ζωή του και τις υποχρεώσεις του βασιζόμενος στη σιγουριά που απολαμβάνει. Δεν είναι όμως εξίσου δυσάρεστο το γεγονός ότι καθημερινά δεκάδες ιδιωτικοί υπάλληλοι χάνουν τη δουλειά τους; Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα δεν απολαμβάνουν καμιά μονιμότητα. Όπλο τους είναι η σκληρή εργασία και διαρκώς αξιολογούνται. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο μισθός των περισσοτέρων ιδιωτικών υπαλλήλων είναι σαφώς κατώτερος του μέσου δημοσίου, ενώ το ωράριο μεγαλύτερο. Σαφώς και δεν επιχειρείται διαχωρισμός των εργαζομένων, όμως τη στιγμή που γίνεται έντονος διάλογος για τους δημοσίους υπαλλήλους, πρέπει κάποια στιγμή να ασχοληθούν οι αρμόδιοι σοβαρά και με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Έχουν ψυχή κι αυτοί.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ;
Ο Κασσελάκης λοιπόν επιβεβαίωσε τα προγνωστικά του πρώτου γύρου και είναι από χθες ο νέος Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Έχουν ειπωθεί πολλά τα οποί...
-
Λίγο πριν τις εκλογές, και ενώ η πόλωση και η αντιπαράθεση μεγαλώνουν, πολλοί πολίτες εμφανίζονται, και είναι πραγματικά, αναποφάσισ...
-
36 ευρώ. Τόσο αποτιμάται για κάποιους η ζωή ενός ανθρώπου. Είναι αδιανόητο αυτό που συνέβη στο λιμάνι του Πειραιά. Αρχικά είχαμε βιαιη παρ...