Μετά την ψήφιση του νέου μνημονίου, η ζωή όλων μας αλλάζει με υπερβολικά γρήγορους ρυθμούς. Μπορεί να διεγράφη ένα μεγάλο μέρος του δημοσίου χρέους , όμως ουδείς είναι σίγουρος για το εάν είναι αρκετό αυτό. Όπως είπαμε και πρόσφατα, το νέο μνημόνιο μόνο χρόνο δίνει στη χώρα μας ενώ η πιθανότητα πτώχευσης μπορεί για λίγο να υποχώρησε αλλά δεν έχει αποκλειστεί. Ένας από τους βασικούς στόχους του νέου μνημονίου, είναι η ελληνική οικονομία να περάσει από την τωρινή ύφεση του 7% σε ανάπτυξη της τάξης του 2,5% τα επόμενα τρία χρόνια. Στόχος ο οποίος είναι ακατόρθωτος χωρίς ανάπτυξη. Στον τομέα της ανάπτυξης πρέπει να βοηθήσει η Ε.Ε με ειδικά ευρωπαϊκά κονδύλια, τα οποία θα επανεκκινήσουν δημόσια έργα τα οποία έχουν παύσει λόγω των άδειων κρατικών ταμείων. Από το νέο δάνειο που θα πάρει η χώρα μας δεν προβλέπονται χρήματα για την τόνωση της αγοράς . Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ακόμα δεν έχουν αξιοποιηθεί αρκετά δις ευρώ από το ΕΣΠΑ. Όπως καταλαβαίνει εύκολα κανείς, το πρώτο μεγάλο στοίχημα, ανεξαρτήτου μνημονίου, είναι η ανάπτυξη η οποία θα δείξει ότι τα γρανάζια της ελληνικής οικονομίας αρχίζουν ξανά να κινούνται. Θα πρέπει η χώρα μας να παράξει προϊόντα και να παρέχει υπηρεσίες που θα έχουν ζήτηση στις διεθνείς αγορές γεγονός το οποίο θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας και θα τονώσει την αγοραστική δύναμη αρκετών συμπολιτών μας.
Εκτός από το μνημόνιο και ότι αυτό προβλέπει, θα πρέπει η κυβέρνηση να προχωρήσει άμεσα σε εσωτερικές πολιτικές που θα ανακουφίσουν τον κόσμο. Μετά από τις συνεχιζόμενες μειώσεις μισθών και συντάξεων, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται στην εντατική. Επιτακτική ανάγκη είναι η μείωση στις τιμές των αγαθών. Πρόσφατα μια πρωτοβουλία εθελοντών για πώληση πατάτας χωρίς την εμπλοκή μεσαζόντων, έδειξε ότι για χρόνια τώρα η αισχροκέρδεια κυριαρχούσε με το κράτος απλό παρατηρητή. Το κράτος οφείλει να προστατέψει τον καταναλωτή, του οποίου η αγοραστική δύναμη έχει κατακερματιστεί. Ακόμα, οι ελληνικές τράπεζες πρέπει να βοηθήσουν και αυτές από μεριάς τους. Βεβαίως και δεν φημίζονται για την ανθρωπιστική τους προσέγγιση, όμως αν θέλουν να έχουν μέλλον πρέπει να ‘κουρέψουν’ αρκετά από τα δάνεια του κόσμου. Όλοι εκείνοι που αποδεδειγμένα δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσουν το δάνειό τους , θα πρέπει να ενταχθούν σε ειδικές ρυθμίσεις. Οι τράπεζες θα πρέπει από την πλευρά τους να χαρίσουν ένα μέρος του δανείου και το υπόλοιπο να το αναγάγουν σε περισσότερες δόσεις με αρκετά χαμηλά επιτόκια από τα σημερινά. Ασφαλώς και δεν φταίνε οι ελληνικές τράπεζες για την παγκόσμια οικονομική κρίση, όμως το μερίδιο που τους αναλογεί στη δημιουργία της φούσκας του εγχώριου υπερκαταναλωτισμού είναι μεγάλο. Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι τράπεζες τηλεφωνούσαν καθημερινά σε πολλούς συμπολίτες μας και του ‘δώριζαν’ πιστωτικές κάρτες και αλόγιστα δάνεια. Η αγορά και η ελληνική κοινωνία δεν ήταν έτοιμη να ακολουθήσει αυτό το ράλι υπερκαταναλωτισμού και τα οδυνηρά αποτελέσματα φάνηκαν κατόπιν εορτής.
Εκτός από τα παραπάνω, πρέπει να καταπολεμηθεί η φοροδιαφυγή. Έχει βαρεθεί ο κόσμος να ακούει για πάταξη της φοροδιαφυγής και αποτελέσματα να μην βλέπει. Εκατοντάδες Έλληνες επιχειρηματίες έχουν μεταφέρει τα χρήματά τους εκτός Ελλάδας και ακόμα να γίνει κάτι επ’ αυτού από την κυβέρνηση. Τα χρήματα αυτά πρέπει με κάποιο τρόπο να επιστρέψουν εδώ, να φορολογηθούν αναλογικά και να υποχρεωθούν αυτοί οι επιχειρηματίες να επενδύσουν ένα μέρος τους σε εγχώριες επενδύσεις. Μπορεί οι παραπάνω λύσεις να μην θεωρούνται συνηθισμένες, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χώρα ζει έκτακτες καταστάσεις. Και οι έκτακτες καταστάσεις πρέπει ν’ αντιμετωπίζονται άμεσα, με έκτακτα και διαφορετικά από τα συμβατικά μέτρα.
Σχολιασμός της πολιτικής επικαιρότητας, ανάρτηση πολιτικών, ιδεολογικών και θεωρητικών κειμένων καθώς επίσης και οτιδήποτε άλλο χρήζει σχολιασμού!
Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012
Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012
ΤΟ ΝΕΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ
Εν τέλει το νέο μνημόνιο και τα σκληρά μέτρα που αυτό επιτάσσει, ψηφίστηκε επί της αρχής με 199 "ναι" και με 74 "όχι", με σημαντικές διαρροές όμως από τα δυο μεγάλα κόμματα. Συνολικά 31 βουλευτές από το ΠΑΣΟΚ διαφοροποιήθηκαν ενώ οι διαρροές από τη ΝΔ ανέρχονται σε 20. Οι αλλαγές που φέρνει το νέο μνημόνιο είναι σκληρές και τα αποτελέσματα στην καθημερινότητα και στη ζωή μας θα φανούν άμεσα. Όσον αφορά τις συντάξεις, μειώνονται κατά 15% στα «ευγενή ταμεία», άλλο τόσο μειώνονται οι επικουρικές ενώ κατά 7% λιγότερη σύνταξη θα παίρνουν οι ασφαλισμένοι του ΝΑΤ. Οι μισθοί παίρνουν και αυτοί την κατηφόρα. Ο βασικός μισθός μειώνεται κατά 22%, για τους νέους κάτω των 25 ετών κατά 32% ενώ αναστέλλονται όλες οι ωριμάνσεις. Με το νέο μνημόνιο η όλο και αυξανόμενη ανεργία δυστυχώς θα συνεχίσει την άνοδό της. Τη διετία 2012-214 το νέο μνημόνιο προβλέπει συνολική ύφεση 4% με 5%. Τα «λουκέτα» στην αγορά θα αυξηθούν, ενώ υπολογίζεται ότι επιπλέον 160.000 συμπολίτες μας θα χάσουν την εργασία τους. Το εισόδημά μας θα συμπιεστεί κατά πολύ ενώ οι φόροι θα είναι ακόμα περισσότεροι μιας και αυξάνονται οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, καταργούνται φοροαπαλλαγές και προνομιακά καθεστώτα, ενώ πιθανό είναι το αφορολόγητο όριο να καταργηθεί τελείως.
Με όλα αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας πιστοποιείται ότι μαζί με την Ελλάδα, η κρίση επηρεάζει αποφασιστικά και την Ευρώπη. Υπό τις τρέχουσες συνθήκες, θεωρείται πια οικουμενικά αυτονόητο πως η δημοσιονομική πειθαρχία και η σκληρή λιτότητα συνιστούν τη μόνη απάντηση σε όλα τα διαφαινόμενα αδιέξοδα. Όλοι φαίνεται να συναποδέχονται ότι, στο όνομα της ορθολογικότητας και της κυριαρχίας των οικονομικών αριθμών, οι ανάλγητες αγορές μπορεί και πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προωθούν τα συμφέροντά τους, τσακίζοντας, στην ανάγκη ανελέητα, όσους βρεθούν στο διάβα τους. Η συνταγή είναι άλλωστε γνωστή, ιστορικά δοκιμασμένη και έχει ακουστεί πάμπολλες φορές από τα χείλη των δανειστών μας: «Προσαρμοσθείτε ή λιμοκτονήστε». Για τον λόγο αυτό, οι πολίτες των υπόλοιπων ευρωπαϊκών και μη κρατών, μπαίνουν στη θέση των Ελλήνων μιας και πιστεύουν ότι σύντομα μπορεί να βρεθούν στη θέση τους. Σε πολλές πόλεις της Ευρώπης πραγματοποιήθηκαν συγκεντρώσεις συμπαράστασης υπέρ της χώρας μας και τα συνθήματα που κυριάρχησαν ήταν: «Όχι στην Ευρώπη των αρπακτικών του καπιταλισμού, ναι στην Ευρώπη της αλληλεγγύης», «Προσοχή, αύριο θα γίνει και εδώ Αθήνα», «Σήμερα η Ελλάδα, αύριο εσύ», «Κάτω το ΔΝΤ», «Αλληλεγγύη για την Ελλάδα και ενάντια στις Τράπεζες», «Όχι σε Μέρκελ και Σαρκοζί που στραγγαλίζουν τους λαούς», «Αυτοί που σπέρνουν τη μιζέρια θα εισπράξουν τον θυμό». Αν μη τι άλλο, μόνο θετική είναι η αφύπνιση των ευρωπαίων πολιτών και αυτοί είναι που πράττουν αυτά τα οποία θα έπρεπε ήδη να έχει επιδείξει η ευρωπαϊκή ηγεσία: ομοψυχία, αλληλεγγύη και συμπαράσταση.
Μπορεί να γινόμαστε μάρτυρες της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης από την πλευρά των πολιτών, όμως συνεχίζει να απουσιάζει η πολιτική απάντηση στην κρίση. Η επιλογή των κρατούντων να υποταγούν στις αγορές αντί να τις πατάξουν αμείλικτα –και προφανώς θα μπορούσαν ακόμα και σήμερα να το πετύχουν, αν το ήθελαν– δείχνει ότι το πολιτικό, ιδεολογικό και πολιτιστικό πρόταγμα μιας συνεχώς συγκλίνουσας αλληλέγγυας Ευρώπης που απαρτίζεται από διαφορετικούς και ισοτίμους λαούς και πολιτισμούς έχει ήδη εκπνεύσει. Μοιραία, λοιπόν, το σχέδιο της ευρωπαϊκής οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ενότητας δείχνει να βαλτώνει με αφορμή την ελληνική κρίση. Η Ευρώπη του Ντελόρ και του Σμιτ απέχει έτη φωτός από την Ευρώπη της Μέρκελ και του Σαρκοζί.
Με όλα αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας πιστοποιείται ότι μαζί με την Ελλάδα, η κρίση επηρεάζει αποφασιστικά και την Ευρώπη. Υπό τις τρέχουσες συνθήκες, θεωρείται πια οικουμενικά αυτονόητο πως η δημοσιονομική πειθαρχία και η σκληρή λιτότητα συνιστούν τη μόνη απάντηση σε όλα τα διαφαινόμενα αδιέξοδα. Όλοι φαίνεται να συναποδέχονται ότι, στο όνομα της ορθολογικότητας και της κυριαρχίας των οικονομικών αριθμών, οι ανάλγητες αγορές μπορεί και πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προωθούν τα συμφέροντά τους, τσακίζοντας, στην ανάγκη ανελέητα, όσους βρεθούν στο διάβα τους. Η συνταγή είναι άλλωστε γνωστή, ιστορικά δοκιμασμένη και έχει ακουστεί πάμπολλες φορές από τα χείλη των δανειστών μας: «Προσαρμοσθείτε ή λιμοκτονήστε». Για τον λόγο αυτό, οι πολίτες των υπόλοιπων ευρωπαϊκών και μη κρατών, μπαίνουν στη θέση των Ελλήνων μιας και πιστεύουν ότι σύντομα μπορεί να βρεθούν στη θέση τους. Σε πολλές πόλεις της Ευρώπης πραγματοποιήθηκαν συγκεντρώσεις συμπαράστασης υπέρ της χώρας μας και τα συνθήματα που κυριάρχησαν ήταν: «Όχι στην Ευρώπη των αρπακτικών του καπιταλισμού, ναι στην Ευρώπη της αλληλεγγύης», «Προσοχή, αύριο θα γίνει και εδώ Αθήνα», «Σήμερα η Ελλάδα, αύριο εσύ», «Κάτω το ΔΝΤ», «Αλληλεγγύη για την Ελλάδα και ενάντια στις Τράπεζες», «Όχι σε Μέρκελ και Σαρκοζί που στραγγαλίζουν τους λαούς», «Αυτοί που σπέρνουν τη μιζέρια θα εισπράξουν τον θυμό». Αν μη τι άλλο, μόνο θετική είναι η αφύπνιση των ευρωπαίων πολιτών και αυτοί είναι που πράττουν αυτά τα οποία θα έπρεπε ήδη να έχει επιδείξει η ευρωπαϊκή ηγεσία: ομοψυχία, αλληλεγγύη και συμπαράσταση.
Μπορεί να γινόμαστε μάρτυρες της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης από την πλευρά των πολιτών, όμως συνεχίζει να απουσιάζει η πολιτική απάντηση στην κρίση. Η επιλογή των κρατούντων να υποταγούν στις αγορές αντί να τις πατάξουν αμείλικτα –και προφανώς θα μπορούσαν ακόμα και σήμερα να το πετύχουν, αν το ήθελαν– δείχνει ότι το πολιτικό, ιδεολογικό και πολιτιστικό πρόταγμα μιας συνεχώς συγκλίνουσας αλληλέγγυας Ευρώπης που απαρτίζεται από διαφορετικούς και ισοτίμους λαούς και πολιτισμούς έχει ήδη εκπνεύσει. Μοιραία, λοιπόν, το σχέδιο της ευρωπαϊκής οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ενότητας δείχνει να βαλτώνει με αφορμή την ελληνική κρίση. Η Ευρώπη του Ντελόρ και του Σμιτ απέχει έτη φωτός από την Ευρώπη της Μέρκελ και του Σαρκοζί.
Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012
ΒΑΛΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ
Κρίσιμες είναι οι ώρες που περνά η πατρίδα μας , μιας και ακόμα δεν έχει αποφασιστεί η ψήφιση του PSI και η μείωση του ύψους του δημοσίου χρέους. Προκειμένου η τρόικα να αποδεχθεί τα παραπάνω, απαιτεί ριζικές ανατροπές στο εργασιακό καθεστώς και στον ιδιωτικό τομέα πλέον. Οι ανατροπές αυτές έχουν να κάνουν με τον κατώτατο μισθό, με την κατάργηση του13ου και 14ου μισθού, κατάργηση κλαδικών συμβάσεων. Οι απαιτήσεις αυτές είναι επιτακτικές και επίμονες για την τρόικα και ''δίνετε το ελεύθερο'' στον πρωθυπουργό και τους αρχηγούς των κομμάτων που απαρτίζουν την κυβέρνηση, το ύψος των αλλαγών που θα γίνουν αποδεκτές. Εκτός από τις επικείμενες ανατροπές στον ιδιωτικό τομέα, γίνεται ακόμα λόγος για την αναγκαιότητα απόλυσης περίπου 100.000 υπαλλήλων του στενού και ευρύτερου δημοσίου τομέα. Είναι γεγονός ότι στο δημόσιο τομέα, υπάρχουν πολλές υπηρεσίες με πλεονάζον προσωπικό και άλλες που εμφανέστατα υπολειτουργούν. Ακόμα και σήμερα συμβαίνουν αυτά ενώ θα έπρεπε προ πολλού να έχει μπει τάξη στο δημόσιο τομέα. Μιας και δεν λειτούργησε καθόλου η εφεδρεία, στην περίπτωση που υπάρχουν θέσεις στο δημόσιο τομέα που κρίνονται μη οργανικές, μπορεί να καταργηθούν και σύμφωνα με το Σύνταγμα μπορούν να επιφέρουν την απόλυση του υπαλλήλου, γεγονός το οποίο ουδέποτε έχει συμβεί ως σήμερα. Η άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων παραμένει ένα ζήτημα ταμπού για την ελληνική κοινωνία και κυρίως για τα κόμματα, αν και πλέον δεν αντιμετωπίζεται με τόση οξύτητα όσο παλαιότερα. Σίγουρα δεν είναι και το πλέον ευχάριστο να απειλείται η θέση ενός δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος έχει προγραμματίσει τη ζωή του και τις υποχρεώσεις του βασιζόμενος στη σιγουριά που απολαμβάνει.
Είναι όμως εξίσου δυσάρεστο το γεγονός ότι καθημερινά εκατοντάδες ιδιωτικοί υπάλληλοι χάνουν τη δουλειά τους. Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα δεν απολαμβάνουν καμιά μονιμότητα και αυτούς έχει βάλει στόχο πλέον ξεκάθαρα η τρόικα. Όπλο τους είναι η σκληρή εργασία και διαρκώς αξιολογούνται. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο μισθός των περισσοτέρων ιδιωτικών υπαλλήλων είναι σαφώς κατώτερος του μέσου δημοσίου, ενώ το ωράριο μεγαλύτερο. Σαφώς και δεν επιχειρείται διαχωρισμός των εργαζομένων, όμως τη στιγμή που γίνεται έντονος διάλογος για τους δημοσίους υπαλλήλους, πρέπει κάποια στιγμή να ασχοληθούν οι αρμόδιοι σοβαρά και με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Εκτός της προσπάθειας για κατάργηση κατώτατου, 13ου και 14ου μισθού, η πιθανή νομιμοποίηση των ατομικών συμβάσεων που απαιτεί η τρόικα θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε εργασιακή ζούγκλα δίνοντας το τελειωτικό χτύπημα σε κάθε έννοια συλλογικής προστασίας των εργαζομένων. Όπως καταλαβαίνει ο καθένας, στην περίπτωση που θα καλείται ατομικά ο κάθε εργαζόμενος ενώπιον του εργοδότη για την υπογραφή ατομικής σύμβασης, με το περίστροφο της απόλυσης πάνω στο τραπέζι και με την ανεργεία να καλπάζει, θα αναγκαστεί να υπογράφει νέα ατομική σύμβαση εργασίας και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα , με πρόσχημα την ανάπτυξη που μόνη σίγουρη δε θα είναι, τη δημιουργία πάμφθηνης και ευέλικτης εργασίας για το ξένο και εγχώριο ιδιωτικό κεφάλαιο.
Έχει αναφερθεί αρκετές φορές από αυτή τη στήλη ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνεται διαχωρισμός δημοσίων και ιδιωτικών υπαλήλων, πόσο μάλλον να επιχειρείται η διαμόρφωση εμφυλίου κλίματος ανάμεσά τους. Όλοι είναι πολίτες που υποφέρουν από τους συνεχιζόμενους φόρους, από τις μειώσεις μισθών και από την ανεργεία. Όμως, με πρόσχημα την ανάπτυξη, για άλλη μια φορά η τρόικα εξαπολύει επίθεση στους ιδιωτικούς υπαλλήλους και με λίγα λόγια λέει στην κυβέρνηση ότι είτε θα πτωχεύσει η χώρα είτε θα πτωχεύσει το μεγαλύτερο μέρος των ιδιωτικών υπαλλήλων. Αυτός ο εκβιασμός εκτός από άδικος είναι και ανήθικος. Για την πιθανή πτώχευση της χώρας, τη μικρότερη ευθύνη έχουν οι ιδιωτικοί υπάλληλοι. Στο σημείο αυτό πρέπει η κυβέρνηση να βάλει μια 'κόκκινη γραμμή'. Συνέχεια από την κυβέρνηση ακούν οι πολίτες για κόκκινη γραμμή και κόκκινη γραμμή δεν βλέπουν. Όλα όσα περνούν οι πολίτες έχουν περάσει χωρίς ίχνος αντίστασης και αντίδρασης από τους κυβερνώντες. Δεν αξίζει στον ελληνικό λαό να κοιμάται και να ξυπνά με το φόβο νέων φορολογικών μέτρων, απολύσεων κ.ο.κ. Πρέπει ακόμα και την ύστατη ώρα ο πρωθυπουργός και τα κόμματα που απαρτίζουν την κυβέρνηση να συμφωνήσουν και σε κάτι άλλο πέρα από την πτώχευση της χώρας: να βάλουν φρένο στους συνεχιζόμενους εκβιασμούς της τρόικας και να λειτουργήσουν προς όφελος του ελληνικού λαού. Να βάλουν κόκκινη γραμμή στις εξωφρενικές και μη αποτελεσματικές απαιτήσεις των δανειστών μας και να μιλήσουν στον ελληνικό λαό. Τότε ενδεχομένως το χείριστο κλίμα για το πολιτικό σύστημα ν' αναστραφεί κάπως και η υπερηφάνεια και η αισιοδοξία να επιστρέψει στους συμπολίτες μας.
Είναι όμως εξίσου δυσάρεστο το γεγονός ότι καθημερινά εκατοντάδες ιδιωτικοί υπάλληλοι χάνουν τη δουλειά τους. Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα δεν απολαμβάνουν καμιά μονιμότητα και αυτούς έχει βάλει στόχο πλέον ξεκάθαρα η τρόικα. Όπλο τους είναι η σκληρή εργασία και διαρκώς αξιολογούνται. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο μισθός των περισσοτέρων ιδιωτικών υπαλλήλων είναι σαφώς κατώτερος του μέσου δημοσίου, ενώ το ωράριο μεγαλύτερο. Σαφώς και δεν επιχειρείται διαχωρισμός των εργαζομένων, όμως τη στιγμή που γίνεται έντονος διάλογος για τους δημοσίους υπαλλήλους, πρέπει κάποια στιγμή να ασχοληθούν οι αρμόδιοι σοβαρά και με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Εκτός της προσπάθειας για κατάργηση κατώτατου, 13ου και 14ου μισθού, η πιθανή νομιμοποίηση των ατομικών συμβάσεων που απαιτεί η τρόικα θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε εργασιακή ζούγκλα δίνοντας το τελειωτικό χτύπημα σε κάθε έννοια συλλογικής προστασίας των εργαζομένων. Όπως καταλαβαίνει ο καθένας, στην περίπτωση που θα καλείται ατομικά ο κάθε εργαζόμενος ενώπιον του εργοδότη για την υπογραφή ατομικής σύμβασης, με το περίστροφο της απόλυσης πάνω στο τραπέζι και με την ανεργεία να καλπάζει, θα αναγκαστεί να υπογράφει νέα ατομική σύμβαση εργασίας και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα , με πρόσχημα την ανάπτυξη που μόνη σίγουρη δε θα είναι, τη δημιουργία πάμφθηνης και ευέλικτης εργασίας για το ξένο και εγχώριο ιδιωτικό κεφάλαιο.
Έχει αναφερθεί αρκετές φορές από αυτή τη στήλη ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνεται διαχωρισμός δημοσίων και ιδιωτικών υπαλήλων, πόσο μάλλον να επιχειρείται η διαμόρφωση εμφυλίου κλίματος ανάμεσά τους. Όλοι είναι πολίτες που υποφέρουν από τους συνεχιζόμενους φόρους, από τις μειώσεις μισθών και από την ανεργεία. Όμως, με πρόσχημα την ανάπτυξη, για άλλη μια φορά η τρόικα εξαπολύει επίθεση στους ιδιωτικούς υπαλλήλους και με λίγα λόγια λέει στην κυβέρνηση ότι είτε θα πτωχεύσει η χώρα είτε θα πτωχεύσει το μεγαλύτερο μέρος των ιδιωτικών υπαλλήλων. Αυτός ο εκβιασμός εκτός από άδικος είναι και ανήθικος. Για την πιθανή πτώχευση της χώρας, τη μικρότερη ευθύνη έχουν οι ιδιωτικοί υπάλληλοι. Στο σημείο αυτό πρέπει η κυβέρνηση να βάλει μια 'κόκκινη γραμμή'. Συνέχεια από την κυβέρνηση ακούν οι πολίτες για κόκκινη γραμμή και κόκκινη γραμμή δεν βλέπουν. Όλα όσα περνούν οι πολίτες έχουν περάσει χωρίς ίχνος αντίστασης και αντίδρασης από τους κυβερνώντες. Δεν αξίζει στον ελληνικό λαό να κοιμάται και να ξυπνά με το φόβο νέων φορολογικών μέτρων, απολύσεων κ.ο.κ. Πρέπει ακόμα και την ύστατη ώρα ο πρωθυπουργός και τα κόμματα που απαρτίζουν την κυβέρνηση να συμφωνήσουν και σε κάτι άλλο πέρα από την πτώχευση της χώρας: να βάλουν φρένο στους συνεχιζόμενους εκβιασμούς της τρόικας και να λειτουργήσουν προς όφελος του ελληνικού λαού. Να βάλουν κόκκινη γραμμή στις εξωφρενικές και μη αποτελεσματικές απαιτήσεις των δανειστών μας και να μιλήσουν στον ελληνικό λαό. Τότε ενδεχομένως το χείριστο κλίμα για το πολιτικό σύστημα ν' αναστραφεί κάπως και η υπερηφάνεια και η αισιοδοξία να επιστρέψει στους συμπολίτες μας.
Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012
ΤΕΛΟΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΛΙΤ
Όλα τα πρόσφατα πολιτικά δεδομένα, οι συνεχιζόμενες δημοσκοπήσεις αλλά και η απελπισία μαζί με την οργή που νιώθουν οι πολίτες, παγιώνουν ένα γεγονός που ψηθυρίζεται καιρό τώρα: η Μεταπολίτευση όπως όλοι την εννοούμε και την ξέρουμε , έχει τελειώσει. Ενδεικτικό του παραπάνω συμπεράσματος είναι ότι για πρώτη φορά διαγράφεται στις σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης η ιλλιγγιώδης πτώση του ΠΑΣΟΚ. Πτώση η οποία λειτουργεί ως ντόμινο και φαίνεται έτοιμη να κατεδαφίσει ένα σημαίνον γνώρισμα της Μεταπολίτευσης, τον δικομματισμό. Η ραγδαία πτώση του ΠΑΣΟΚ αφήνει τη ΝΔ μόνη της ως «ισχυρό πόλο» του κομματικού συστήματος, προς το παρόν τουλάχιστον. Η τελευταία όμως σε επίπεδο εκλογικής επιρροής, φαίνεται να είναι αδύναμη, καθώς παρόλο που η κυβέρνηση Παπανδρέου έπεσε και οι εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ έπονται, εκείνη πεισματικά αρνείται να υπερβεί το όριο του 33% των προηγούμενων –καταστροφικών γι’ αυτή– εκλογών. Δεν μπορεί η ΝΔ να πείσει τους πολίτες και να τους δώσει όραμα, όμως βάσει δημοσκοπικών εκτιμήσεων σε πρώτη φάση, προσπαθεί μόνη της να σώσει ''το γόητρο του δικομματισμού''. Ένα ακόμα στοιχείο που συνηγορεί στο παραπάνω συμπέρασμα είναι ότι κανείς μέχρι πρότεινος δεν μπορούσε να σκεφτεί το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας ΠΑΣΟΚ – ΝΔ, πόσο μάλλον τη συμμετοχή ενός κόμματος της άκρας δεξιάς ως κυβερνητικού εταίρου. Αυτό πλέον είναι γεγονός και μάλιστα με Πρωθυπουργό 'διορισμένο' και όχι εκλογμένο από τους Έλληνες ψηφοφόρους. Γεγονός αδιανόητο για τα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Και όμως εδώ και κάποιους μήνες είναι πραγματικότητα και ακόμα δεν γνωρίζουμε πότε θα γίνουν οι εκλογές για να εκφραστεί ο κυρίαρχος λαός.
Επιπροσθέτως, η πολιτική κυνικότητα πλέον έχει παγιωθεί και δηλώσεις υπουργών όπως του κ. Χρυσοχοϊδη ότι δεν είχε διαβάσει καν το Μνημόνιο προτού το υπερψηφίσει, φαίνονται ως ένα φυσιολογικό επακόλουθο. Αυτό αν μη τι άλλο δείχνει ότι μαζί με την επικείμενη πτώχευση της χώρας, έχει ήδη πτωχεύσει η πολιτική τάξη. Η Ελλάδα διανύει μια ιστορική φάση δυσχέρειας και πόνου, από την οποία είναι άγνωστο πότε, πώς και εαν θα βγει. Τα αίτια της πτώσης βρίσκονται στον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας, στην πολιτική ατομία που κυριάρχησε, στον άκρατο λαϊκισμό, ενώ βεβαίως δεν θα πρέπει να μην αναφέρουμε τις ευρωπαϊκές παθογένειες και τη διεθνή συγκυρία που έδειξε η οικονομική κρίση. Η πτωχευμένη πολιτική τάξη της χώρας αντί να μοχθήσει και να προσπαθήσει να ανατρέψει την κατάσταση παρακολουθεί αμέτοχη τις εξελίξεις και αναμένει ένα θεόσταλτο θαύμα. Δεν διαπραγματεύεται καθόλου και ρίχνει όλα τα κατηγορώ στη Μέρκελ και στην Ευρώπη. Όχι πως δεν έχουν σημαντικό μέρος των ευθυνών οι τελευταίοι, αλλά αυτό δεν μπορεί εσαεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την εσωτερική αναποτελεσματικότητα και ανικανότητα. Η εγχώρια πολιτική ελίτ φαίνεται ανίκανη να υπερασπιστεί ζωτικά εθνικά συμφέροντα, δεν είναι ικανή να θέσει στοιχειωδώς κόκκινες γραμμές για ιστορικά διακυβεύματα. Η κόκκινη γράμμη μπαίνει μόνο κόντρα στη χρεοκοπία της χώρας αλλά ουδεμία κόκκινη γραμμή έχει μπει για τους πολίτες που πτωχεύουν και χρεοκοπούν καθημερινά από τις ασκούμενες πολιτικές.. Από τη χρεοκοπημένη πολιτική ελίτ λείπουν σε μεγάλο βαθμό η ικανότητα, η βούληση και η διορατικότητα. Το μόνο που φαίνεται να την ενδιαφέρει είναι η εξουσία, ακόμα και αν θα μιλάμε για μια χρεοκοπημένη Ελλάδα της δραχμής. Τρανταχτό παράδειγμα ο κ. Σαμαράς ο οποίος περιμένει την πρωθυπουργία και δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για το ποια Ελλάδα θα αναλάβει και πως θα καταφέρει να τη σώσει οικονομικά. Τα μέλη της χρεοκοπημένης πολιτικής τάξης, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό δεν πρέπει από εδώ και στο εξής να έχουν θέση στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται. Πρέπει να δοθεί ο απαραίτητος χώρος σε νέες δυνάμεις, ακόμα και εντός των υφιστάμενων κομμάτων εξουσίας. Ακόμα και ο πιο αισιόδοξος άνθρωπος δεν μπορεί να πιστεύει ότι η πτωχευμένη πολιτική ελίτι που μας οδήγησε σ' αυτό το σημείο μπορεί ως δια μαγείας να σώσει τη χώρα και να επαναφέρει το χαμόγελο στα χείλη εκατομμυρίων συνανθρώπων μας. Μακάρι να μπορούσε να γίνει αυτό αλλά τα γεγονότα και η πραγματικότητα είναι αδιάψευστοι μάρτυρες και καθόλου ελπιδοφόροι για τη συνέχεια.
Όποτε και αν πραγματοποιηθούν οι εκλογές, οι ανατροπές αναμένονται πολύ μεγάλες. Σημασία πλέον για τους πολίτες δεν έχει ποιο κόμμα θα κυβερνήσει αλλά πως θα δουν να βελτιώνεται σταδιακά η καθημερινότητά και η ζωή τους. Το τέλος της Μεταπολίτευσης όπως την ξέραμε είναι γεγονός και αυτό αναπόφευκτα θα φέρει εκατέρωθεν πολλές απώλειες. Μέσα στην αβεβαιότητα που διαγράφεται, το πολιτικό σύστημα αν θέλει να έχει μέλλον θα πρέπει απαλλαγμένο από τα χρεοκοπημένα στελέχη του να βγει ξανά στην κοινωνία, να πει αλήθειες, να σταματήσει τον άκρατο λαϊκισμό, να χαράξει πολιτική και να δώσει ξανά όραμα και ελπίδα σε έναν λαό που το αξίζει και το έχει ανάγκη.
Επιπροσθέτως, η πολιτική κυνικότητα πλέον έχει παγιωθεί και δηλώσεις υπουργών όπως του κ. Χρυσοχοϊδη ότι δεν είχε διαβάσει καν το Μνημόνιο προτού το υπερψηφίσει, φαίνονται ως ένα φυσιολογικό επακόλουθο. Αυτό αν μη τι άλλο δείχνει ότι μαζί με την επικείμενη πτώχευση της χώρας, έχει ήδη πτωχεύσει η πολιτική τάξη. Η Ελλάδα διανύει μια ιστορική φάση δυσχέρειας και πόνου, από την οποία είναι άγνωστο πότε, πώς και εαν θα βγει. Τα αίτια της πτώσης βρίσκονται στον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας, στην πολιτική ατομία που κυριάρχησε, στον άκρατο λαϊκισμό, ενώ βεβαίως δεν θα πρέπει να μην αναφέρουμε τις ευρωπαϊκές παθογένειες και τη διεθνή συγκυρία που έδειξε η οικονομική κρίση. Η πτωχευμένη πολιτική τάξη της χώρας αντί να μοχθήσει και να προσπαθήσει να ανατρέψει την κατάσταση παρακολουθεί αμέτοχη τις εξελίξεις και αναμένει ένα θεόσταλτο θαύμα. Δεν διαπραγματεύεται καθόλου και ρίχνει όλα τα κατηγορώ στη Μέρκελ και στην Ευρώπη. Όχι πως δεν έχουν σημαντικό μέρος των ευθυνών οι τελευταίοι, αλλά αυτό δεν μπορεί εσαεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την εσωτερική αναποτελεσματικότητα και ανικανότητα. Η εγχώρια πολιτική ελίτ φαίνεται ανίκανη να υπερασπιστεί ζωτικά εθνικά συμφέροντα, δεν είναι ικανή να θέσει στοιχειωδώς κόκκινες γραμμές για ιστορικά διακυβεύματα. Η κόκκινη γράμμη μπαίνει μόνο κόντρα στη χρεοκοπία της χώρας αλλά ουδεμία κόκκινη γραμμή έχει μπει για τους πολίτες που πτωχεύουν και χρεοκοπούν καθημερινά από τις ασκούμενες πολιτικές.. Από τη χρεοκοπημένη πολιτική ελίτ λείπουν σε μεγάλο βαθμό η ικανότητα, η βούληση και η διορατικότητα. Το μόνο που φαίνεται να την ενδιαφέρει είναι η εξουσία, ακόμα και αν θα μιλάμε για μια χρεοκοπημένη Ελλάδα της δραχμής. Τρανταχτό παράδειγμα ο κ. Σαμαράς ο οποίος περιμένει την πρωθυπουργία και δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για το ποια Ελλάδα θα αναλάβει και πως θα καταφέρει να τη σώσει οικονομικά. Τα μέλη της χρεοκοπημένης πολιτικής τάξης, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό δεν πρέπει από εδώ και στο εξής να έχουν θέση στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται. Πρέπει να δοθεί ο απαραίτητος χώρος σε νέες δυνάμεις, ακόμα και εντός των υφιστάμενων κομμάτων εξουσίας. Ακόμα και ο πιο αισιόδοξος άνθρωπος δεν μπορεί να πιστεύει ότι η πτωχευμένη πολιτική ελίτι που μας οδήγησε σ' αυτό το σημείο μπορεί ως δια μαγείας να σώσει τη χώρα και να επαναφέρει το χαμόγελο στα χείλη εκατομμυρίων συνανθρώπων μας. Μακάρι να μπορούσε να γίνει αυτό αλλά τα γεγονότα και η πραγματικότητα είναι αδιάψευστοι μάρτυρες και καθόλου ελπιδοφόροι για τη συνέχεια.
Όποτε και αν πραγματοποιηθούν οι εκλογές, οι ανατροπές αναμένονται πολύ μεγάλες. Σημασία πλέον για τους πολίτες δεν έχει ποιο κόμμα θα κυβερνήσει αλλά πως θα δουν να βελτιώνεται σταδιακά η καθημερινότητά και η ζωή τους. Το τέλος της Μεταπολίτευσης όπως την ξέραμε είναι γεγονός και αυτό αναπόφευκτα θα φέρει εκατέρωθεν πολλές απώλειες. Μέσα στην αβεβαιότητα που διαγράφεται, το πολιτικό σύστημα αν θέλει να έχει μέλλον θα πρέπει απαλλαγμένο από τα χρεοκοπημένα στελέχη του να βγει ξανά στην κοινωνία, να πει αλήθειες, να σταματήσει τον άκρατο λαϊκισμό, να χαράξει πολιτική και να δώσει ξανά όραμα και ελπίδα σε έναν λαό που το αξίζει και το έχει ανάγκη.
Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012
ΕΜΠΡΗΣΜΟΙ, ΑΟΖ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Οι σχετικά πρόσφατες δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού της Τουρκίας, Μεσούτ Γιλμάζ, για τουρκικό «δάκτυλο» στους εμπρησμούς ελληνικών δασών την περίοδο 1995-1997, επί πρωθυπουργίας Τανσού Τσιλέρ, έχουν ξεσηκώσει πλήθος διπλωματικών και όχι μόνο αντιδράσεων. Και επιπροσθέτως φέρνουν στην επιφάνεια τα προβλήματα που κυριαρχούν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το πολιτικό θέμα που έχει προκύψει είναι τεράστιο και πρέπει να απασχολήσει -εκτός των άλλων- και τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την οποία επιθυμεί να προσεγγίσει, ακόμη περισσότερο, η σημερινή Τουρκία. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να ζητήσει επίσημη ενημέρωση από την κυβέρνηση Ερντογάν, και αν όντως επισημοποιηθεί η εκδοχή του Γιλμάζ, πρέπει μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών, η χώρα μας να διεκδικήσει από την Τουρκία αποζημιώσεις για το κόστος αποκατάστασης και για τις ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις των εμπρησμών.
Με αφορμή τις δηλώσεις Γιλμάζ, προκύπτει ένα σημαντικό στοιχείο: ενώ τόσα χρόνια η χώρα μας, στο όνομα της καλής γειτνίασης, προσεγγίζει την Τουρκία και στηρίζει την ενταξιακή της προοπτική στην Ε.Ε., οι τουρκικές κυβερνήσεις στοχεύουν στην πόλωση, στη δημιουργία θερμών επεισοδίων και στην πρόκληση διαφόρων προβλημάτων. Σχετικά με τα θερμά επεισόδια κυρίως στον εναέριο χώρο, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αποτελεί καθημερινό φαινόμενο. Ειδικά στη Ρω και στο Καστελόριζο η κατάσταση έχει ξεφύγει, με τα τούρκικα μαχητικά αεροσκάφη να μπαίνουν καθημερινά στον ελληνικό εναέριο χώρο, ενώ σε ότι έχει να κάνει με τη νήσο Ρω, πρώτη φορά τουρκικό ελικόπτερο προχώρησε σε πρόκληση με απογείωση από την ξηρά και όχι με απονήωση από πολεμικό πλοίο. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τις κυπριακές γεωτρήσεις, η στάση της Τουρκίας έχει σκληρύνει. Και δεν πρέπει να λησμονούμαι ότι υπάρχει η ελληνική ΑΟΖ στο Καστελόριζο την οποία η Τουρκία αρνείται και το Ισραήλ την αναγνωρίζει. Στην περίπτωση του Καστελόριζου, η τουρκική διπλωματία έχει ήδη αρχίσει να δηλώνει πως δεν είναι δυνατόν ένα τόσο μικρό νησί μπροστά από τις τουρκικές ακτές, να έχει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι υφαλοκρηπίδος ή ΑΟΖ και υποστηρίζει πως το σύμπλεγμα των 14 νησίδων-βραχονησίδων της Μεγίστης διέπεται από ειδικό καθεστώς, των αποκομμένων νησίδων που επικάθονται επί της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.
Ένα σημείο - κλειδί στις κινήσεις της τούρκικης πλευράς, είναι το παιχνίδι ισχύος και εξουσίας μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας, το οποίο όχι μόνο συνεχίζεται με αμείωτη ένταση, αλλά φαίνεται να γίνεται περισσότερο πολύπλοκο. Ιστορική εξέλιξη για την Τουρκία χαρακτηρίζεται το γεγονός ότι για πρώτη φορά προφυλακίστηκε ένας πρώην αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, αφού ανακρίθηκε επί επτά ώρες προηγουμένως από πολιτικό εισαγγελέα. Πρόκειται για τον στρατηγό ε.α. Ιλκέρ Μπάσμπουγ, ο οποίος προφυλακίστηκε με την κατηγορία της απόπειρας πραξικοπήματος και της ιδιότητας ως υψηλά ιστάμενου μέλους τρομοκρατικής οργάνωσης. Εκτός του εν λόγω Στρατηγού, συνολικά 165 μέλη των ενόπλων Δυνάμεων της Τουρκίας έχουν φυλακιστεί με τις κατηγορίες συμμετοχής στο σχέδιο συνωμοσίας ‘Βαριοπούλα’ και για τη συμμετοχή τους στην παραστρατιωτική οργάνωση ‘Εργκενεκόν’. Στο διπλωματικό πεδίο, η Τουρκία επιχειρεί εδώ και καιρό να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο και να διεισδύσει πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά οφέλη στις χώρες όπου έλαβε χώρα η «Αραβική Άνοιξη», γεγονός το οποίο δεν περνά απαρατήρητο από το Ισραήλ. Σ’ αυτό το γεωπολιτικό παιχνίδι που έχει αρχίσει στη Μεσόγειο, η Ελλάδα, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, εμπλέκεται στις εξελίξεις. Οι σχέσεις Ελλάδας – Ισραήλ, όχι μόνο είναι αναβαθμισμένες, αλλά έχουν προσλάβει στρατηγικό χαρακτήρα.
Η Τουρκία, από την πλευρά της θέλει να πιστεύει ότι η τραγική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας θα έχει αντανάκλαση και σε διπλωματικό πεδίο. Η Ελλάδα αντιθέτως, θα πρέπει να αναπτύξει δυναμική και επιθετική εξωτερική πολιτική: θα έπρεπε σε πρώτη φάση να είχε ήδη καθορίσει την δική της Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη με την Κύπρο, συμπεριλαμβάνοντας και το Καστελόριζο. Με αυτόν τον τρόπο θα είχε δημιουργηθεί ένα ενιαίο θαλάσσιο μέτωπο από το Ισραήλ μέχρι και το Αιγαίο πέλαγος. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαν να προσκληθούν από την ελληνική πλευρά μεγάλες ξένες ενεργειακές εταιρείες για την διεξαγωγή ερευνών και για την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου. Τα κολοσσιαία ενεργειακά συμφέροντα προκειμένου να διασφαλίσουν τις επενδύσεις και την κερδοφορία τους, θα διασφάλιζαν ταυτόχρονα και τα ελληνικά συμφέροντα στο Αιγαίο, ενώ οι επενδύσεις τους θα έδιναν πνοή στην ελληνική οικονομία. Ταυτόχρονα η Ελλάδα με σύμμαχο, το Ισραήλ, το οποίο βρίσκεται σε υψηλότερη, από την Τουρκία, θέση στη συμμαχική κλίμακα των ΗΠΑ, θα είχε ήδη αναβαθμίσει την γεωπολιτικής της θέση. Αυτή θα πρέπει να είναι η ελληνική θέση, να υποστηριχθεί σθεναρά από τα κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση Παπαδήμου και η εξωτερική πολιτική να λειτουργήσει ως εθνικός στρατηγικός στόχος κόντρα στις συνεχιζόμενες τουρκικές απειλές.
Με αφορμή τις δηλώσεις Γιλμάζ, προκύπτει ένα σημαντικό στοιχείο: ενώ τόσα χρόνια η χώρα μας, στο όνομα της καλής γειτνίασης, προσεγγίζει την Τουρκία και στηρίζει την ενταξιακή της προοπτική στην Ε.Ε., οι τουρκικές κυβερνήσεις στοχεύουν στην πόλωση, στη δημιουργία θερμών επεισοδίων και στην πρόκληση διαφόρων προβλημάτων. Σχετικά με τα θερμά επεισόδια κυρίως στον εναέριο χώρο, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αποτελεί καθημερινό φαινόμενο. Ειδικά στη Ρω και στο Καστελόριζο η κατάσταση έχει ξεφύγει, με τα τούρκικα μαχητικά αεροσκάφη να μπαίνουν καθημερινά στον ελληνικό εναέριο χώρο, ενώ σε ότι έχει να κάνει με τη νήσο Ρω, πρώτη φορά τουρκικό ελικόπτερο προχώρησε σε πρόκληση με απογείωση από την ξηρά και όχι με απονήωση από πολεμικό πλοίο. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τις κυπριακές γεωτρήσεις, η στάση της Τουρκίας έχει σκληρύνει. Και δεν πρέπει να λησμονούμαι ότι υπάρχει η ελληνική ΑΟΖ στο Καστελόριζο την οποία η Τουρκία αρνείται και το Ισραήλ την αναγνωρίζει. Στην περίπτωση του Καστελόριζου, η τουρκική διπλωματία έχει ήδη αρχίσει να δηλώνει πως δεν είναι δυνατόν ένα τόσο μικρό νησί μπροστά από τις τουρκικές ακτές, να έχει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι υφαλοκρηπίδος ή ΑΟΖ και υποστηρίζει πως το σύμπλεγμα των 14 νησίδων-βραχονησίδων της Μεγίστης διέπεται από ειδικό καθεστώς, των αποκομμένων νησίδων που επικάθονται επί της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.
Ένα σημείο - κλειδί στις κινήσεις της τούρκικης πλευράς, είναι το παιχνίδι ισχύος και εξουσίας μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας, το οποίο όχι μόνο συνεχίζεται με αμείωτη ένταση, αλλά φαίνεται να γίνεται περισσότερο πολύπλοκο. Ιστορική εξέλιξη για την Τουρκία χαρακτηρίζεται το γεγονός ότι για πρώτη φορά προφυλακίστηκε ένας πρώην αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, αφού ανακρίθηκε επί επτά ώρες προηγουμένως από πολιτικό εισαγγελέα. Πρόκειται για τον στρατηγό ε.α. Ιλκέρ Μπάσμπουγ, ο οποίος προφυλακίστηκε με την κατηγορία της απόπειρας πραξικοπήματος και της ιδιότητας ως υψηλά ιστάμενου μέλους τρομοκρατικής οργάνωσης. Εκτός του εν λόγω Στρατηγού, συνολικά 165 μέλη των ενόπλων Δυνάμεων της Τουρκίας έχουν φυλακιστεί με τις κατηγορίες συμμετοχής στο σχέδιο συνωμοσίας ‘Βαριοπούλα’ και για τη συμμετοχή τους στην παραστρατιωτική οργάνωση ‘Εργκενεκόν’. Στο διπλωματικό πεδίο, η Τουρκία επιχειρεί εδώ και καιρό να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο και να διεισδύσει πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά οφέλη στις χώρες όπου έλαβε χώρα η «Αραβική Άνοιξη», γεγονός το οποίο δεν περνά απαρατήρητο από το Ισραήλ. Σ’ αυτό το γεωπολιτικό παιχνίδι που έχει αρχίσει στη Μεσόγειο, η Ελλάδα, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, εμπλέκεται στις εξελίξεις. Οι σχέσεις Ελλάδας – Ισραήλ, όχι μόνο είναι αναβαθμισμένες, αλλά έχουν προσλάβει στρατηγικό χαρακτήρα.
Η Τουρκία, από την πλευρά της θέλει να πιστεύει ότι η τραγική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας θα έχει αντανάκλαση και σε διπλωματικό πεδίο. Η Ελλάδα αντιθέτως, θα πρέπει να αναπτύξει δυναμική και επιθετική εξωτερική πολιτική: θα έπρεπε σε πρώτη φάση να είχε ήδη καθορίσει την δική της Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη με την Κύπρο, συμπεριλαμβάνοντας και το Καστελόριζο. Με αυτόν τον τρόπο θα είχε δημιουργηθεί ένα ενιαίο θαλάσσιο μέτωπο από το Ισραήλ μέχρι και το Αιγαίο πέλαγος. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαν να προσκληθούν από την ελληνική πλευρά μεγάλες ξένες ενεργειακές εταιρείες για την διεξαγωγή ερευνών και για την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου. Τα κολοσσιαία ενεργειακά συμφέροντα προκειμένου να διασφαλίσουν τις επενδύσεις και την κερδοφορία τους, θα διασφάλιζαν ταυτόχρονα και τα ελληνικά συμφέροντα στο Αιγαίο, ενώ οι επενδύσεις τους θα έδιναν πνοή στην ελληνική οικονομία. Ταυτόχρονα η Ελλάδα με σύμμαχο, το Ισραήλ, το οποίο βρίσκεται σε υψηλότερη, από την Τουρκία, θέση στη συμμαχική κλίμακα των ΗΠΑ, θα είχε ήδη αναβαθμίσει την γεωπολιτικής της θέση. Αυτή θα πρέπει να είναι η ελληνική θέση, να υποστηριχθεί σθεναρά από τα κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση Παπαδήμου και η εξωτερική πολιτική να λειτουργήσει ως εθνικός στρατηγικός στόχος κόντρα στις συνεχιζόμενες τουρκικές απειλές.
‘ΚΑΤΑΛΑΒΑΤΕ ΤΗΝ ΓΟΥΟΛ ΣΤΡΙΤ’
Μπορεί η χώρα μας και όλοι εμείς να ασχολούμαστε αποκλειστικά με τη σωτηρία και την αποφυγή της άτακτης χρεοκοπίας, όμως οφείλουμε να σταθούμε σε ένα σημαντικό θέμα το οποίο ακόμα δεν έχει τύχει μεγάλης δημοσιότητας , τουλάχιστον όχι τόσης όση είναι το μέγεθος και η σημαντικότητά του. Το κίνημα Occupy Wall Street («Καταλάβατε την Γουόλ Στριτ») συνεχίζει να μεγαλώνει στις Ηνωμένες Πολιτείες και πολλοί αναρωτιούνται τι είναι τελικά και κατά πόσο μπορεί να επηρεάσει και την διαμορφωθείσα κατάσταση στην Ευρώπη. Το όνομα του κινήματος διαμαρτυρίας προέρχεται από τη Wall Street, η οποία είναι το δίχως άλλο η Μέκκα του χρήματος. Η αρχική διαμαρτυρία αφορούσε τη δυσαρέσκεια για τα τεράστια μπόνους και τους μισθούς των «χρυσών παιδιών» της Wall Street, την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα και την επιρροή των εταιρειών στις πολιτικές αποφάσεις. Από αυτή την αυθόρμητη διαμαρτυρία κάτι μεγαλύτερο γεννήθηκε και εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Τα μέλη του κινήματος δεν ζητούν την ολική ανατροπή του συστήματος, αλλά την αναπροσαρμογή του, ώστε να λαμβάνει υπόψη τον παράγοντα άνθρωπο και το περιβάλλον. Πλέον, διαδηλώσεις "κατά της Γουόλ Στριτ" πραγματοποιούνται σε πολλές αμερικανικές Πολιτείες σε ένδειξη αλληλεγγύης και ενότητας με τους ακτιβιστές του κινήματος που καταγγέλλουν τις ακρότητες που επιβάλλει το χρηματοπιστωτικό κατεστημένο και τις ολοένα μεγαλύτερες ανισότητες.
Το κίνημα αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό και σηματοδοτεί την αφύπνιση ενός μέρους του αμερικανικού λαού. Προτού κάποιος βιαστεί να χαρακτηρίσει ως μη αξιοσημείωτο το συγκεκριμένο κίνημα, οφείλει να σκεφτεί ότι στις ΗΠΑ σπάνια ακούγαμε να γίνεται κάποια διαμαρτυρία, μια μαζική αντίδραση σε οικονομικά ή κοινωνικά μέτρα. Είχε δημιουργηθεί η εντύπωση, ότι η πλειοψηφία των πολιτών είναι παθητικοί δέκτες πολιτικών και υπάκουοι ακόλουθοί τους. Είναι σημαντική η κινητοποίηση που γίνεται μιας και δεν έχει χρώμα και ενδεχομένως να σηματοδοτεί την παγκόσμια ανάγκη αφύπνισης και αντιμετώπισης της κρίσης που διανύουμε και ξεκίνησε από την Αμερική τρία χρόνια πριν. Η απαρχή της κρίσης χρονολογείται στο 2007, καθώς τότε στα μέσα εκείνου του έτους, και ενώ στα περισσότερα κράτη εμφανίζονται σταθερές οικονομίες, οι Η.Π.Α. αντιμετωπίζουν την πρώτη κρίση. Η χαλαρή νομισματική πολιτική της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας (FED), καθώς και τα χαμηλά επιτόκια και οι χαμηλές αποδόσεις των επενδύσεων οδήγησαν την αγορά ακινήτων σε «φούσκα». Οι τιμές στα ακίνητα έπεφταν, μέχρι που το κλίμα αντιστράφηκε και η αγοραστική δύναμη έδωσε τη θέση της στην υπερχρέωση. Επιπλέον, οι εταιρίες αξιολόγησης πιστοληπτικού κινδύνου είχαν δώσει υψηλή βαθμολογία (ΑΑΑ) σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα, τα οποία όμως στηρίζονταν στη «φούσκα» της αγοράς ακινήτων. Η αδυναμία των ελεγκτικών θεσμών των Η.Π.Α. να προβλέψουν τις δυσμενείς συνέπειες ήταν καταλυτική και όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε τη συνέχεια της κρίσης που σκέπασε εν συνεχεία και την Ευρώπη.
Οι Αμερικανοί πολίτες άρχισαν σταδιακά να καταλαβαίνουν πως λειτουργεί η αγορά του χρήματος και ξετυλίχθηκε μπροστά στα μάτια τους το κουβάρι των ευθυνών της Γουόλ Στριτ για την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε. Τα μέλη του κινήματος υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει το 99% των ανθρώπων να ενταφιάζεται για να συνεχίσει να ζει πλουσιοπάροχα το 1%. Το κίνημα είναι σημαντικό γιατί βάζει στην αμερικάνικη, και όχι μόνο, ατζέντα το θέμα της κοινωνικής αναγέννησης κόντρα στις αξιώσεις της οικονομίας και της κυριαρχίας των χρηματαγορών. Η απαίτηση για βαθιά αλλαγή – όχι προσωρινές ''διορθώσεις'' και μονοδιάστατες μεταρρυθμίσεις – είναι η κινητήριος δύναμη του κινήματος. Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό του κινήματος είναι ότι συνδυάζει το τοπικό με το παγκόσμιο, καθώς άνθρωποι από διαφορετικές πόλεις στον κόσμο φτιάχνουν τις δικές τους κινήσεις ανάλογα με τις δικές τους ανάγκες. Αυτό που μοιράζονται όμως από κοινού είναι η ταύτισή τους με το 99%, δημιουργώντας ένα υπέρογκο κύμα αλληλεγγύης και υποστήριξης. Το κίνημα έχει καταφέρει να εκφράσει τα συνολικά προβλήματα των λαών της Δύσης και να στοχεύσει κατάλληλα: περιβάλλον και άνθρωπος θα πρέπει να πάψουν πια να είναι τα θύματα της άπληστης αισχροκέρδειας των μεγάλων εταιρειών. Το μέλλον του κινήματος σίγουρα θα κριθεί σύντομα όμως αναμφίβολα, οι πρώτες εντυπώσεις είναι με το μέρος του.
Το κίνημα αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό και σηματοδοτεί την αφύπνιση ενός μέρους του αμερικανικού λαού. Προτού κάποιος βιαστεί να χαρακτηρίσει ως μη αξιοσημείωτο το συγκεκριμένο κίνημα, οφείλει να σκεφτεί ότι στις ΗΠΑ σπάνια ακούγαμε να γίνεται κάποια διαμαρτυρία, μια μαζική αντίδραση σε οικονομικά ή κοινωνικά μέτρα. Είχε δημιουργηθεί η εντύπωση, ότι η πλειοψηφία των πολιτών είναι παθητικοί δέκτες πολιτικών και υπάκουοι ακόλουθοί τους. Είναι σημαντική η κινητοποίηση που γίνεται μιας και δεν έχει χρώμα και ενδεχομένως να σηματοδοτεί την παγκόσμια ανάγκη αφύπνισης και αντιμετώπισης της κρίσης που διανύουμε και ξεκίνησε από την Αμερική τρία χρόνια πριν. Η απαρχή της κρίσης χρονολογείται στο 2007, καθώς τότε στα μέσα εκείνου του έτους, και ενώ στα περισσότερα κράτη εμφανίζονται σταθερές οικονομίες, οι Η.Π.Α. αντιμετωπίζουν την πρώτη κρίση. Η χαλαρή νομισματική πολιτική της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας (FED), καθώς και τα χαμηλά επιτόκια και οι χαμηλές αποδόσεις των επενδύσεων οδήγησαν την αγορά ακινήτων σε «φούσκα». Οι τιμές στα ακίνητα έπεφταν, μέχρι που το κλίμα αντιστράφηκε και η αγοραστική δύναμη έδωσε τη θέση της στην υπερχρέωση. Επιπλέον, οι εταιρίες αξιολόγησης πιστοληπτικού κινδύνου είχαν δώσει υψηλή βαθμολογία (ΑΑΑ) σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα, τα οποία όμως στηρίζονταν στη «φούσκα» της αγοράς ακινήτων. Η αδυναμία των ελεγκτικών θεσμών των Η.Π.Α. να προβλέψουν τις δυσμενείς συνέπειες ήταν καταλυτική και όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε τη συνέχεια της κρίσης που σκέπασε εν συνεχεία και την Ευρώπη.
Οι Αμερικανοί πολίτες άρχισαν σταδιακά να καταλαβαίνουν πως λειτουργεί η αγορά του χρήματος και ξετυλίχθηκε μπροστά στα μάτια τους το κουβάρι των ευθυνών της Γουόλ Στριτ για την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε. Τα μέλη του κινήματος υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει το 99% των ανθρώπων να ενταφιάζεται για να συνεχίσει να ζει πλουσιοπάροχα το 1%. Το κίνημα είναι σημαντικό γιατί βάζει στην αμερικάνικη, και όχι μόνο, ατζέντα το θέμα της κοινωνικής αναγέννησης κόντρα στις αξιώσεις της οικονομίας και της κυριαρχίας των χρηματαγορών. Η απαίτηση για βαθιά αλλαγή – όχι προσωρινές ''διορθώσεις'' και μονοδιάστατες μεταρρυθμίσεις – είναι η κινητήριος δύναμη του κινήματος. Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό του κινήματος είναι ότι συνδυάζει το τοπικό με το παγκόσμιο, καθώς άνθρωποι από διαφορετικές πόλεις στον κόσμο φτιάχνουν τις δικές τους κινήσεις ανάλογα με τις δικές τους ανάγκες. Αυτό που μοιράζονται όμως από κοινού είναι η ταύτισή τους με το 99%, δημιουργώντας ένα υπέρογκο κύμα αλληλεγγύης και υποστήριξης. Το κίνημα έχει καταφέρει να εκφράσει τα συνολικά προβλήματα των λαών της Δύσης και να στοχεύσει κατάλληλα: περιβάλλον και άνθρωπος θα πρέπει να πάψουν πια να είναι τα θύματα της άπληστης αισχροκέρδειας των μεγάλων εταιρειών. Το μέλλον του κινήματος σίγουρα θα κριθεί σύντομα όμως αναμφίβολα, οι πρώτες εντυπώσεις είναι με το μέρος του.
Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012
ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΛΑΘΟΣ ΓΑΠ ΚΑΙ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Ο Γιώργος Παπανδρέου στους μήνες που θήτευσε στον πρωθυπουργικό θώκο, κατηγορήθηκε από πολλούς για διάφορες αστοχίες, ολιγωρίες και λάθη. Πλέον η δημοφιλία του είναι σε πολύ χαμηλό επίπεδο και σύμφωνα με πρόσφατη δήλωσή του θα αποχωρήσει από την προεδρία του ΠΑΣΟΚ. Προτού κάποιος αποφασίσει να κρίνει τον κ. Παπανδρέου και κατ’ επέκταση την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να λάβει υπόψη ένα σημαντικότατο γεγονός: όταν το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε την εξουσία το 2009 είχε ήδη ξεκινήσει η παγκόσμια οικονομική κρίση και η Ελλάδα ως χώρα με προβληματική οικονομία ήταν δύσκολο έως απίθανο να μείνει ανεπηρέαστη από τις εξελίξεις. Το οικονομικό πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους ήταν πρόβλημα ευρωπαϊκό όπως έδειξε και η πορεία και όχι αμιγώς ελληνικό. Μετά την Ελλάδα ακολούθησαν χώρες με πολύ ισχυρές οικονομίες όπως η Ισπανία και η Ιταλία.
Εκτός όμως από τις εξελίξεις οι οποίες δεν ήταν καθόλου με το μέρος της χώρας μας, η κυβέρνηση και ο κ. Παπανδρέου προσωπικά έκαναν ένα σοβαρό λάθος και μάλιστα πολύ νωρίς: Άργησαν υπερβολικά να αναγνωρίσουν το μέγεθος του προβλήματος και να πάρουν τα αναγκαία μέτρα για να σωθεί έστω στο ‘και πέντε’ η παρτίδα. Η κυβέρνηση από την πρώτη μέρα θα έπρεπε να διαπιστώσει την έκταση του προβλήματος και να λάβει αποφασιστικά και γρήγορα μέτρα. Αντί να συμβεί αυτό, το ΠΑΣΟΚ πιστό στις προεκλογικές του δεσμεύσεις, άργησε πολύ να αντιληφθεί την κατάσταση. Και δεν είναι μόνο αυτή η ολιγωρία που έδειξε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Ο πρώην υπουργός Οικονομίας κ. Παπακωνσταντίνου, προτού καν η χώρα αναγκαστεί να ζητήσει την προσφυγή της στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αρνήθηκε να αντλήσει χρήματα από τις διεθνείς αγορές. Τον Ιανουάριο του 2010 βγήκε ο υπουργός να δανειστεί από τις αγορές 5 δισ. ευρώ και ενώ οι αγορές του πρόσφεραν 25 δισ. ευρώ, εκείνος πήρε μόνο οκτώ. Τότε το επιτόκιο δανεισμού ήταν στις 250 μονάδες... Αυτή του η επιλογή κόστισε στη χώρα πάρα πολλά και από τότε το κόστος δανεισμού αντί να μειωθεί, όπως υποστήριζε ο υπουργός, έφτασε στις 400, 800, 1.200 και τελικά πλησίασε τις 1.500 μονάδες. Ένα ακόμα σοβαρό λάθος του κ. Παπακωνσταντίνου ήταν οι διάφορες δηλώσεις του που έσπερναν τον φόβο και την ανησυχία στην αγορά, στους μεγάλους αλλά και στους μικρούς καταθέτες, με αποτέλεσμα να υπάρχει -σε κύματα μετά τις δηλώσεις του- απόσυρση των καταθέσεων από τις τράπεζες. Αρχικά απέσυραν τα χρήματά τους οι μεγαλοκαταθέτες που τα έστειλαν στο εξωτερικό και μετά οι μικρότεροι που τα φύλαγαν σε θυρίδες ή στο σπίτι. Συνολικά, σε ενάμιση χρόνο οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά 50 δισ. Ευρώ (από τα 250 στα 200), προκαλώντας τεράστιο πρόβλημα στις τράπεζες και στη χρηματοδότηση της οικονομίας.
Ένα ακόμα μεγάλο λάθος της κυβέρνησης, ήταν η απογραφή που έκανε μόλις ανέλαβε την εξουσία. Αυτό ήταν τεράστιο λάθος, αντάξιο εκείνου που είχε κάνει ο κ. Αλογοσκούφης και η ΝΔ, διότι αφενός αύξησε το έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ και αφετέρου καταρράκωσε την αξιοπιστία της Ελλάδας στην Ευρώπη. Με την κίνηση της απογραφής ενδεχομένως να πίστευε η κυβέρνηση ότι οι Ευρωπαίοι θα την εμπιστευόντουσαν και θα την στήριζαν, όμως η αντίδραση των τελευταίων ήταν ακριβώς η αντίθετη διότι ένιωθαν να εμπαίζονται συνεχώς από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Μέσα σε γενικές γραμμές, τα παραπάνω συνθέτουν το πάζλ των σοβαρότερων λαθών του κ. Παπανδρέου και του κ. Παπακωνσταντίνου. Ουδείς είναι σε θέση να γνωρίζει πως θα είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα αν τα παραπάνω λάθη είχαν αποφευχθεί. Ενδεχομένως να μην ήταν αναγκαίες οι συνεχιζόμενες θυσίες του ελληνικού λαού και η προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, αν δεν είχε αποτραπεί, να γινόταν με καλύτερους όρους για τη χώρα μας. Και για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ τα πράγματα ίσως ήταν καλύτερα αλλά κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα παραπάνω ήταν κάποια σοβαρά λάθη που έγιναν αρκετά νωρίς και τα αποτελέσματα αυτών των επιλογών θα μπορούν να τα κρίνουν καλύτερα και πιο σφαιρικά οι ιστορικοί του μέλλοντος.
Εκτός όμως από τις εξελίξεις οι οποίες δεν ήταν καθόλου με το μέρος της χώρας μας, η κυβέρνηση και ο κ. Παπανδρέου προσωπικά έκαναν ένα σοβαρό λάθος και μάλιστα πολύ νωρίς: Άργησαν υπερβολικά να αναγνωρίσουν το μέγεθος του προβλήματος και να πάρουν τα αναγκαία μέτρα για να σωθεί έστω στο ‘και πέντε’ η παρτίδα. Η κυβέρνηση από την πρώτη μέρα θα έπρεπε να διαπιστώσει την έκταση του προβλήματος και να λάβει αποφασιστικά και γρήγορα μέτρα. Αντί να συμβεί αυτό, το ΠΑΣΟΚ πιστό στις προεκλογικές του δεσμεύσεις, άργησε πολύ να αντιληφθεί την κατάσταση. Και δεν είναι μόνο αυτή η ολιγωρία που έδειξε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Ο πρώην υπουργός Οικονομίας κ. Παπακωνσταντίνου, προτού καν η χώρα αναγκαστεί να ζητήσει την προσφυγή της στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αρνήθηκε να αντλήσει χρήματα από τις διεθνείς αγορές. Τον Ιανουάριο του 2010 βγήκε ο υπουργός να δανειστεί από τις αγορές 5 δισ. ευρώ και ενώ οι αγορές του πρόσφεραν 25 δισ. ευρώ, εκείνος πήρε μόνο οκτώ. Τότε το επιτόκιο δανεισμού ήταν στις 250 μονάδες... Αυτή του η επιλογή κόστισε στη χώρα πάρα πολλά και από τότε το κόστος δανεισμού αντί να μειωθεί, όπως υποστήριζε ο υπουργός, έφτασε στις 400, 800, 1.200 και τελικά πλησίασε τις 1.500 μονάδες. Ένα ακόμα σοβαρό λάθος του κ. Παπακωνσταντίνου ήταν οι διάφορες δηλώσεις του που έσπερναν τον φόβο και την ανησυχία στην αγορά, στους μεγάλους αλλά και στους μικρούς καταθέτες, με αποτέλεσμα να υπάρχει -σε κύματα μετά τις δηλώσεις του- απόσυρση των καταθέσεων από τις τράπεζες. Αρχικά απέσυραν τα χρήματά τους οι μεγαλοκαταθέτες που τα έστειλαν στο εξωτερικό και μετά οι μικρότεροι που τα φύλαγαν σε θυρίδες ή στο σπίτι. Συνολικά, σε ενάμιση χρόνο οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά 50 δισ. Ευρώ (από τα 250 στα 200), προκαλώντας τεράστιο πρόβλημα στις τράπεζες και στη χρηματοδότηση της οικονομίας.
Ένα ακόμα μεγάλο λάθος της κυβέρνησης, ήταν η απογραφή που έκανε μόλις ανέλαβε την εξουσία. Αυτό ήταν τεράστιο λάθος, αντάξιο εκείνου που είχε κάνει ο κ. Αλογοσκούφης και η ΝΔ, διότι αφενός αύξησε το έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ και αφετέρου καταρράκωσε την αξιοπιστία της Ελλάδας στην Ευρώπη. Με την κίνηση της απογραφής ενδεχομένως να πίστευε η κυβέρνηση ότι οι Ευρωπαίοι θα την εμπιστευόντουσαν και θα την στήριζαν, όμως η αντίδραση των τελευταίων ήταν ακριβώς η αντίθετη διότι ένιωθαν να εμπαίζονται συνεχώς από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Μέσα σε γενικές γραμμές, τα παραπάνω συνθέτουν το πάζλ των σοβαρότερων λαθών του κ. Παπανδρέου και του κ. Παπακωνσταντίνου. Ουδείς είναι σε θέση να γνωρίζει πως θα είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα αν τα παραπάνω λάθη είχαν αποφευχθεί. Ενδεχομένως να μην ήταν αναγκαίες οι συνεχιζόμενες θυσίες του ελληνικού λαού και η προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, αν δεν είχε αποτραπεί, να γινόταν με καλύτερους όρους για τη χώρα μας. Και για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ τα πράγματα ίσως ήταν καλύτερα αλλά κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα παραπάνω ήταν κάποια σοβαρά λάθη που έγιναν αρκετά νωρίς και τα αποτελέσματα αυτών των επιλογών θα μπορούν να τα κρίνουν καλύτερα και πιο σφαιρικά οι ιστορικοί του μέλλοντος.
Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012
ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ
Περίπου δυο μήνες μετά την ορκωμοσία της, η κυβέρνηση Παπαδήμου φαίνεται πως αποτυγχάνει, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έχει καταφέρει στο ελάχιστο να υλοποιήσει τις προγραμματικές εξαγγελίες της και τους σκοπούς για τους οποίους στηρίχθηκε από ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑ.Ο.Σ. Στο μοναδικό σημείο στο οποίο δείχνει να πετυχαίνει είναι στον κατευνασμό της λαϊκής οργής καθώς στο διάστημα αυτό ούτε μεγάλες διαδηλώσεις έχουν γίνει κατά της κυβέρνησης ούτε κυνηγάει κανείς τους υπουργούς και τους βουλευτές, όπως στο πρόσφατο παρελθόν. Η αποτυχία του Παπαδήμου περισσότερο οφείλεται στα μεσσιανικά χαρακτηριστικά που του είχαν προσδώσει τα ΜΜΕ και εξέχουσα μέλη της πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Στα μάτια του Παπαδήμου έβλεπαν τον κατάλληλο τεχνοκράτη στην κατάλληλη θέση και λόγω του επαγγελματικού παρελθόντος του είχαν καλλιεργηθεί μεγάλες ελπίδες για τη σωτηρία της χώρας. Αντ’ αυτού, δεν έχει καταφέρει ο μεταβατικός Πρωθυπουργός να πείσει τους ευρωπαίους εταίρους, ενώ το PSI, δηλαδή το εθελοντικό πρόγραμμα ανταλλαγής ελληνικών ομολόγων με «κούρεμα» 50%, έχει κολλήσει και δεν είναι και τόσο αισιόδοξα τα μηνύματα που φτάνουν από την Ευρώπη και τους ιδιώτες.
Εκτός από την αναποτελεσματικότητα, η μεταβατική κυβέρνηση πολιορκείται από συγκρούσεις και αρρυθμίες μεταξύ των συμμετεχόντων σε αυτή. Στο ΠΑΣΟΚ έχει ανοίξει η συζήτηση για την επόμενη μέρα και οι κάθε λογής ‘δελφίνοι’ ακονίζουν τα μαχαίρια τους, στη ΝΔ βλέπουν ότι χάνουν σε ποσοστό πρόθεσης ψήφου από τη στιγμή που αποφάσισαν να στηρίξουν τη νέα κυβέρνηση. Ακόμη και ο Γιώργος Καρατζαφέρης, ο οποίος πέτυχε απολύτως το στόχο του να πάρει το ΛΑΟΣ από το ακροδεξιό περιθώριο και να το κάνει «αξιοπρεπή συγκυβερνήτη» μαζί τόσο με το ΠΑΣΟΚ όσο και με τη ΝΔ, προσπαθεί τώρα να απαλλαγεί από το πολιτικό και εκλογικό βάρος της συγκυβέρνησης, την οποία απορρίπτει μεγάλο μέρος της βάσης του και η οποία μειώνει ήδη αισθητά την επιρροή του κόμματός του. Με λίγα λόγια η έστω υποτυπώδης αρχική συμφωνία των τριών κομμάτων τορπιλίζεται από τα εκατέρωθεν εσωκομματικά και εκλογικά προβλήματα. Ένα ακόμα σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η μεταβατική κυβέρνηση, είναι ότι η απαισιοδοξία που νιώθουν οι πολίτες για το αύριο όχι μόνο δεν έχει μετριαστεί αλλά αυξάνεται. Η απαισιοδοξία των πολιτών για το αύριο είναι κάτι παραπάνω από δικαιολογημένη μιας και καθημερινά γίνονται μάρτυρες της όλο και αυξανόμενης ανεργίας, βλέπουν δεκάδες επιχειρήσεις να κατεβάζουν ρολά ενώ ταυτόχρονα περιμένουν με τρόμο τη νέα φοροεπιδρομή. Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση κάθε φορά που βλέπει διαφαινόμενα ελλείμματα στον προϋπολογισμό ετοιμάζει νέους φόρους. Η παντελώς λάθος εκτίμηση των τροϊκανών για το ελληνικό δημόσιο χρέος φέρνουν κάθε φορά νέους φόρους και μειώσεις μισθών και συντάξεων. Όμως ο κόσμος δεν μπορεί για κάθε κυβερνητική αποτυχία και ευρωπαϊκή ολιγωρία να πληρώνει συνέχεια το μάρμαρο.
Αν συνεχιστεί η κυβερνητική αποτυχία και η ευρωπαϊκή ολιγωρία, τότε δεν θα αργήσει η επιστροφή στη δραχμή. Το έχουμε επισημάνει εδώ και καιρό ότι ο κίνδυνος όχι μόνο δεν έχει φύγει αλλά όλο και πλησιάζει. Η παραμονή στο Ευρώ απαιτεί θυσίες αλλά πρέπει αυτές να κατανεμηθούν ισομερώς. Οφείλει η κυβέρνηση να προστατεύσει τα αδύναμα στρώματα και να τους κάνει με τις πολιτικές της να βρουν τη χαμένη αισιοδοξία τους. Το ερώτημα που ευλόγως προκύπτει είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη κυβέρνηση μπορεί να το πετύχει αυτό. Οι πρώτες ενδείξεις είναι αρνητικές. Όσο συνεχίζεται η ασυνεννοησία ανάμεσα στα συμμετέχοντα κόμματα, όσο οι φόροι πολλαπλασιάζονται και τέλος όσο παραμένουν οι πολίτες απαισιόδοξοι τίποτα θετικό δεν πρόκειται να συμβεί. Και βεβαίως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο λαός στις περασμένες εκλογές δεν ψήφισε ούτε τον κ. Παπαδήμο για Πρωθυπουργό, ούτε πρόκρινε με την ψήφο του μια κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας. Μιας και οι συνθήκες απαιτούν από όλους ωριμότητα, όλα τα κόμματα πρέπει ξεκάθαρα από τώρα να μιλήσουν για το σήμερα και το αύριο της χώρας και ακολούθως πρέπει ο κυρίαρχος λαός να εκφραστεί το συντομότερο δυνατόν στις κάλπες. Όσο παρατείνεται η τωρινή στασιμότητα, τόσο περισσότερο θα βαλτώνει η οποιαδήποτε ελπίδα της χώρας για φυγή προς τα εμπρός.
Εκτός από την αναποτελεσματικότητα, η μεταβατική κυβέρνηση πολιορκείται από συγκρούσεις και αρρυθμίες μεταξύ των συμμετεχόντων σε αυτή. Στο ΠΑΣΟΚ έχει ανοίξει η συζήτηση για την επόμενη μέρα και οι κάθε λογής ‘δελφίνοι’ ακονίζουν τα μαχαίρια τους, στη ΝΔ βλέπουν ότι χάνουν σε ποσοστό πρόθεσης ψήφου από τη στιγμή που αποφάσισαν να στηρίξουν τη νέα κυβέρνηση. Ακόμη και ο Γιώργος Καρατζαφέρης, ο οποίος πέτυχε απολύτως το στόχο του να πάρει το ΛΑΟΣ από το ακροδεξιό περιθώριο και να το κάνει «αξιοπρεπή συγκυβερνήτη» μαζί τόσο με το ΠΑΣΟΚ όσο και με τη ΝΔ, προσπαθεί τώρα να απαλλαγεί από το πολιτικό και εκλογικό βάρος της συγκυβέρνησης, την οποία απορρίπτει μεγάλο μέρος της βάσης του και η οποία μειώνει ήδη αισθητά την επιρροή του κόμματός του. Με λίγα λόγια η έστω υποτυπώδης αρχική συμφωνία των τριών κομμάτων τορπιλίζεται από τα εκατέρωθεν εσωκομματικά και εκλογικά προβλήματα. Ένα ακόμα σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η μεταβατική κυβέρνηση, είναι ότι η απαισιοδοξία που νιώθουν οι πολίτες για το αύριο όχι μόνο δεν έχει μετριαστεί αλλά αυξάνεται. Η απαισιοδοξία των πολιτών για το αύριο είναι κάτι παραπάνω από δικαιολογημένη μιας και καθημερινά γίνονται μάρτυρες της όλο και αυξανόμενης ανεργίας, βλέπουν δεκάδες επιχειρήσεις να κατεβάζουν ρολά ενώ ταυτόχρονα περιμένουν με τρόμο τη νέα φοροεπιδρομή. Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση κάθε φορά που βλέπει διαφαινόμενα ελλείμματα στον προϋπολογισμό ετοιμάζει νέους φόρους. Η παντελώς λάθος εκτίμηση των τροϊκανών για το ελληνικό δημόσιο χρέος φέρνουν κάθε φορά νέους φόρους και μειώσεις μισθών και συντάξεων. Όμως ο κόσμος δεν μπορεί για κάθε κυβερνητική αποτυχία και ευρωπαϊκή ολιγωρία να πληρώνει συνέχεια το μάρμαρο.
Αν συνεχιστεί η κυβερνητική αποτυχία και η ευρωπαϊκή ολιγωρία, τότε δεν θα αργήσει η επιστροφή στη δραχμή. Το έχουμε επισημάνει εδώ και καιρό ότι ο κίνδυνος όχι μόνο δεν έχει φύγει αλλά όλο και πλησιάζει. Η παραμονή στο Ευρώ απαιτεί θυσίες αλλά πρέπει αυτές να κατανεμηθούν ισομερώς. Οφείλει η κυβέρνηση να προστατεύσει τα αδύναμα στρώματα και να τους κάνει με τις πολιτικές της να βρουν τη χαμένη αισιοδοξία τους. Το ερώτημα που ευλόγως προκύπτει είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη κυβέρνηση μπορεί να το πετύχει αυτό. Οι πρώτες ενδείξεις είναι αρνητικές. Όσο συνεχίζεται η ασυνεννοησία ανάμεσα στα συμμετέχοντα κόμματα, όσο οι φόροι πολλαπλασιάζονται και τέλος όσο παραμένουν οι πολίτες απαισιόδοξοι τίποτα θετικό δεν πρόκειται να συμβεί. Και βεβαίως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο λαός στις περασμένες εκλογές δεν ψήφισε ούτε τον κ. Παπαδήμο για Πρωθυπουργό, ούτε πρόκρινε με την ψήφο του μια κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας. Μιας και οι συνθήκες απαιτούν από όλους ωριμότητα, όλα τα κόμματα πρέπει ξεκάθαρα από τώρα να μιλήσουν για το σήμερα και το αύριο της χώρας και ακολούθως πρέπει ο κυρίαρχος λαός να εκφραστεί το συντομότερο δυνατόν στις κάλπες. Όσο παρατείνεται η τωρινή στασιμότητα, τόσο περισσότερο θα βαλτώνει η οποιαδήποτε ελπίδα της χώρας για φυγή προς τα εμπρός.
Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011
ΗΓΕΤΕΣ ΚΑΤΩΤΕΡΟΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ
Οι αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής, με αφορμή την ως τώρα στάση που είχαν επιδείξει οι ηγέτες της ευρωζώνης, ήταν οι αναμενόμενες. Μεγάλος κερδισμένος της Συνόδου ήταν αδιαμφισβήτητα η Άνγκελα Μέρκελ η οποία υποχρέωσε τα κράτη – μέλη της ευρωζώνης να υιοθετήσουν το σφιχτό ‘γερμανικό κοστούμι’ αν θέλουν να παραμείνουν στο κοινό νόμισμα. Τα κράτη – μέλη θα υποχρεωθούν πλέον σε μια σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία, ενώ στον αντίποδα δεν υπάρχει καμία αναφορά στη δημιουργία ανάπτυξης στα συμπεράσματα των Ευρωπαίων ηγετών. Γίνεται λόγος για την αναγκαιότητα ενός νέου δημοσιονομικού συμβολαίου καθώς και για ενισχυμένο συντονισμό σε θέματα οικονομικής πολιτικής. Ακόμα, αναφέρεται η ανάγκη για ενίσχυση των διαθέσιμων εργαλείων σταθερότητας ώστε να αντιμετωπιστούν οι βραχυπρόθεσμες προκλήσεις. Όλα αυτά έχουμε επαναλάβει πως έπρεπε από καιρό να έχουν θεσπιστεί, όμως οι αποφάσεις της Συνόδου ουδεμία ρήξη πραγματοποιούν με τις αγορές. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι στο κείμενο αποφάσεων δεν υπάρχει καμία αναφορά για μια προοπτική έκδοσης ευρωομολόγων έστω «σε βάθος χρόνου», μέτρο που πρότειναν ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χέρμαν βαν Ρόμπαϊ και ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζοζέ Μπαρόζο και το απέρριψε αμέσως η Α. Μέρκελ.
Στα συμπεράσματα της Συνόδου τονίζεται ότι πλέον οι προϋπολογισμοί των κρατών-μελών πρέπει να είναι ισοσκελισμένοι ή πλεονασματικοί. Η αρχή αυτή θα θεωρείται ότι τηρείται αν το ετήσιο διαρθρωτικό έλλειμμα δεν υπερβαίνει το 0,5 % του ονομαστικού ΑΕΠ. Ο κανόνας αυτός θα περιληφθεί στα νομικά συστήματα των κρατών-μελών σε συνταγματικό ή ισοδύναμο επίπεδο και θα περιλαμβάνει διορθωτικό μηχανισμό, ο οποίος θα ενεργοποιείται σε περίπτωση απόκλισης. Αναγνωρίζεται ακόμα, η δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου να επιβεβαιώσει τη μεταφορά του κανόνα αυτού σε εθνικό επίπεδο. Επίσης, θα ενισχυθούν οι κανόνες που διέπουν τη διαδικασία δημιουργίας υπερβολικού ελλείμματος. Μόλις η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ένα κράτος-μέλος έχει παραβιάσει το όριο του 3% του ΑΕΠ, θα ακολουθούν αυτόματα κυρώσεις, εκτός αν αντιταχθεί ειδική πλειοψηφία των κρατών-μελών της ευρωζώνης. Ο ορισμός του κριτηρίου του χρέους (60% του ΑΕΠ) θα πρέπει να κατοχυρωθεί στις νέες διατάξεις. Επιπροσθέτως, ο νέος Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας θα τεθεί σε ισχύ τον Ιούλιο 2012, ενώ τον προσεχή Μάρτιο θα επανεξεταστεί η επάρκεια του συνολικού ανωτάτου ορίου του EFSF|ΕΜΣ που ανέρχεται σε 500 δισ. ευρώ.
Οι παραπάνω αποφάσεις δεν μοιάζουν ικανές να πραγματοποιήσουν ρήξεις και να βάλουν φρένο στις αγορές και στους κερδοσκόπους. Η αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία αναμένεται να φέρει περισσότερους φόρους, ανεργία και εν τέλει περιθωριοποίηση των αδύναμων κρατών και άνοιγμα της ψαλίδας πλουσίων και μικρομεσαίας τάξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αντί για την τιθάσευση των αγορών και την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, επελέγη ο εγκλεισμός της Ευρώπης σε διαρκή δημοσιονομική τροχιά , επισημοποιήθηκε η νεοφιλελεύθερη πολιτική και η απόρριψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να ανακόψει την κρίση και να λειτουργήσει υπέρ των πολλών. H Σύνοδος κορυφής δεν έβγαλε σχέδιο ενίσχυσης της ΕΕ και της ευρωζώνης. Είναι μια ακόμα απόφαση κατώτερη των περιστάσεων και δείχνει για ακόμη μια φορά ξεκάθαρα ότι η Ευρωπαϊκή ηγεσία είναι απούσα σε μια τόσο σημαντική στιγμή για το μέλλον της Ευρώπης και του Ευρώ. Εάν επιμείνουν σε αυτό το δρόμο το δίδυμο Μέρκελ - Σαρκοζί, απειλείται όχι μόνο η κοινωνική συνοχή, αλλά και το εγχείρημα της ευρωζώνης.
Στα συμπεράσματα της Συνόδου τονίζεται ότι πλέον οι προϋπολογισμοί των κρατών-μελών πρέπει να είναι ισοσκελισμένοι ή πλεονασματικοί. Η αρχή αυτή θα θεωρείται ότι τηρείται αν το ετήσιο διαρθρωτικό έλλειμμα δεν υπερβαίνει το 0,5 % του ονομαστικού ΑΕΠ. Ο κανόνας αυτός θα περιληφθεί στα νομικά συστήματα των κρατών-μελών σε συνταγματικό ή ισοδύναμο επίπεδο και θα περιλαμβάνει διορθωτικό μηχανισμό, ο οποίος θα ενεργοποιείται σε περίπτωση απόκλισης. Αναγνωρίζεται ακόμα, η δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου να επιβεβαιώσει τη μεταφορά του κανόνα αυτού σε εθνικό επίπεδο. Επίσης, θα ενισχυθούν οι κανόνες που διέπουν τη διαδικασία δημιουργίας υπερβολικού ελλείμματος. Μόλις η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ένα κράτος-μέλος έχει παραβιάσει το όριο του 3% του ΑΕΠ, θα ακολουθούν αυτόματα κυρώσεις, εκτός αν αντιταχθεί ειδική πλειοψηφία των κρατών-μελών της ευρωζώνης. Ο ορισμός του κριτηρίου του χρέους (60% του ΑΕΠ) θα πρέπει να κατοχυρωθεί στις νέες διατάξεις. Επιπροσθέτως, ο νέος Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας θα τεθεί σε ισχύ τον Ιούλιο 2012, ενώ τον προσεχή Μάρτιο θα επανεξεταστεί η επάρκεια του συνολικού ανωτάτου ορίου του EFSF|ΕΜΣ που ανέρχεται σε 500 δισ. ευρώ.
Οι παραπάνω αποφάσεις δεν μοιάζουν ικανές να πραγματοποιήσουν ρήξεις και να βάλουν φρένο στις αγορές και στους κερδοσκόπους. Η αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία αναμένεται να φέρει περισσότερους φόρους, ανεργία και εν τέλει περιθωριοποίηση των αδύναμων κρατών και άνοιγμα της ψαλίδας πλουσίων και μικρομεσαίας τάξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αντί για την τιθάσευση των αγορών και την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, επελέγη ο εγκλεισμός της Ευρώπης σε διαρκή δημοσιονομική τροχιά , επισημοποιήθηκε η νεοφιλελεύθερη πολιτική και η απόρριψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να ανακόψει την κρίση και να λειτουργήσει υπέρ των πολλών. H Σύνοδος κορυφής δεν έβγαλε σχέδιο ενίσχυσης της ΕΕ και της ευρωζώνης. Είναι μια ακόμα απόφαση κατώτερη των περιστάσεων και δείχνει για ακόμη μια φορά ξεκάθαρα ότι η Ευρωπαϊκή ηγεσία είναι απούσα σε μια τόσο σημαντική στιγμή για το μέλλον της Ευρώπης και του Ευρώ. Εάν επιμείνουν σε αυτό το δρόμο το δίδυμο Μέρκελ - Σαρκοζί, απειλείται όχι μόνο η κοινωνική συνοχή, αλλά και το εγχείρημα της ευρωζώνης.
ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΗ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΝΕΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ;
Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας δείχνουν τα ποσοστά του δικομματισμού σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, πιστοποιούν τη ραγδαία άνοδο της Αριστεράς και την ταυτόχρονη καθίζηση του ΠΑΣΟΚ ενώ το σενάριο για ένα μελλοντικά πολυκομματικό κοινοβούλιο φαντάζει πολύ πιθανό. Αθροιζόμενα όλα τα παραπάνω δεδομένα, μαζί και με τα εσωκομματικά προβλήματα που ταλανίζουν τη ΝΔ και σε μεγαλύτερο βαθμό το ΠΑΣΟΚ, έχουν φέρει στο προσκήνιο της καθημερινής ατζέντας συζητήσεις περί της δυνατότητας ή μη, σχηματισμού νέου πολιτικού κόμματος. Αυτή η συζήτηση έχει πυροδοτηθεί και από έναν άλλο ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα: το κόμμα του ‘κανένα’ αλλά και η αδιευκρίνιστη ψήφος κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Μια ολοένα αυξανόμενη μερίδα πολιτών στην ερώτηση «ποιο κόμμα είναι ικανό να βγάλει τη χώρα από την κρίση» απαντά «κανένα». Κάποιος μπορεί βεβιασμένα να θεωρήσει την παραπάνω απάντηση των πολιτών ως μια ένδειξη αδιαφορίας ή μια τάση για αποχή από τις ερχόμενες εκλογές. Όμως η αλήθεια είναι ότι εδώ και αρκετούς μήνες η νομιμοποίηση και η αποδοχή του πολιτικού συστήματος αγγίζουν μηδενικά ποσοστά στην ελληνική κοινωνία.
Η Ελλάδα, μια χώρα με ισχυρότατη μεταπολεμική παράδοση κοινοβουλευτικής ιδεολογίας των μαζών, περνάει σταδιακά στο αντίθετο άκρο, αυτό της απονομιμοποίησης των κοινωνικών αντιπροσωπευτικών οργανώσεων και θεσμών. Είτε οι θεσμοί αυτοί είναι τα κόμματα, είτε τα συνδικάτα, είτε ακόμα και η τοπική αυτοδιοίκηση. Όλοι εκείνοι που μιλούν για το τέλος της Μεταπολίτευσης και του υπάρχοντος κομματικού συστήματος, εκφράζουν ταυτόχρονα το αίτημα για μια νέα μεταπολίτευση. Με άλλα λόγια, εκφράζουν την ανάγκη για τη χάραξη μιας νέας πολιτικής και θεσμικής οργάνωσης του κράτους και της οικονομίας και για μετασχηματισμό της κοινωνίας που όλα αυτά μαζί θα λειτουργήσουν λυτρωτικά για τη χώρα. Με μια πρώτη ματιά, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η καταφανέστατη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης που εκτυλίσσεται προσφέρει μια ασφαλή βάση για τη συγκρότηση νέων πολιτικών δυνάμεων ή κομμάτων, καθώς ευρύτερες κοινωνικές ομάδες κινούνται πλέον ως φαίνεται εκτός της παραδοσιακής πολιτικής εκπροσώπησης. Ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι όποια πολιτικά κόμματα δημιουργηθούν αυτομάτως θα αλλάξουν τη σημερινή μορφή της κομματικής γεωγραφίας.
Το μέγεθος του «κύματος δυσαρέσκειας» στο εσωτερικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Η δυσπιστία δεν προέρχεται μόνο από τα «συνήθη άκρα» του πολιτικού συστήματος, αλλά προέρχεται και από ομάδες που χαρακτηρίζονται από έναν ήπιο προοδευτισμό ή συντηρητισμό και, κατά μια έννοια, βρίσκονται στη συστημική καρδιά της ελληνικής κοινωνίας. Η δυσαρέσκεια προέρχεται από το σύνολο του πολιτικού φάσματος, είναι διακομματική και διαταξική. Δεν είμαστε σε θέση να μπορούμε να πούμε αν πρέπει ή όχι να δημιουργηθεί ένα νέο κόμμα. Αυτό εξάλλου προκύπτει από τις αναγκαιότητες της ίδιας της κοινωνίας και όχι από τα καπρίτσια και τις αρχηγικές τάσεις επίδοξων σωτήρων. Όμως για να μπορέσει να σταθεί ένας νέος πολιτικός σχηματισμός, θα πρέπει να πληροί τρεις ικανές και αναγκαίες προϋποθέσεις: να έχει χαρισματική πολιτική ηγεσία, να παράγει έναν καινοτόμο και ριζοσπαστικό προγραμματικό λόγο, και τέλος να μην έχει ένα οργανωτικό μέγεθος που θα το καθιστά αρτηριοσκληρωτικό. Η τριπλή αυτή συνθήκη είναι η βάση για τη μακροημέρευση ενός πιθανού νέου κόμματος. Διότι δεν πρέπει να λησμονούμε ότι αρκετά κόμματα, θέλοντας ενδόμυχα να παραμείνουν συνεχιστές των υφιστάμενων κομμάτων και πιστοί αντιγραφείς τους εμφανίστηκαν και εξαφανίστηκαν πιο γρήγορα απ’ ότι θα περίμενε και ο πιο πιστός οπαδός του δικομματισμού.
Η Ελλάδα, μια χώρα με ισχυρότατη μεταπολεμική παράδοση κοινοβουλευτικής ιδεολογίας των μαζών, περνάει σταδιακά στο αντίθετο άκρο, αυτό της απονομιμοποίησης των κοινωνικών αντιπροσωπευτικών οργανώσεων και θεσμών. Είτε οι θεσμοί αυτοί είναι τα κόμματα, είτε τα συνδικάτα, είτε ακόμα και η τοπική αυτοδιοίκηση. Όλοι εκείνοι που μιλούν για το τέλος της Μεταπολίτευσης και του υπάρχοντος κομματικού συστήματος, εκφράζουν ταυτόχρονα το αίτημα για μια νέα μεταπολίτευση. Με άλλα λόγια, εκφράζουν την ανάγκη για τη χάραξη μιας νέας πολιτικής και θεσμικής οργάνωσης του κράτους και της οικονομίας και για μετασχηματισμό της κοινωνίας που όλα αυτά μαζί θα λειτουργήσουν λυτρωτικά για τη χώρα. Με μια πρώτη ματιά, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η καταφανέστατη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης που εκτυλίσσεται προσφέρει μια ασφαλή βάση για τη συγκρότηση νέων πολιτικών δυνάμεων ή κομμάτων, καθώς ευρύτερες κοινωνικές ομάδες κινούνται πλέον ως φαίνεται εκτός της παραδοσιακής πολιτικής εκπροσώπησης. Ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι όποια πολιτικά κόμματα δημιουργηθούν αυτομάτως θα αλλάξουν τη σημερινή μορφή της κομματικής γεωγραφίας.
Το μέγεθος του «κύματος δυσαρέσκειας» στο εσωτερικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Η δυσπιστία δεν προέρχεται μόνο από τα «συνήθη άκρα» του πολιτικού συστήματος, αλλά προέρχεται και από ομάδες που χαρακτηρίζονται από έναν ήπιο προοδευτισμό ή συντηρητισμό και, κατά μια έννοια, βρίσκονται στη συστημική καρδιά της ελληνικής κοινωνίας. Η δυσαρέσκεια προέρχεται από το σύνολο του πολιτικού φάσματος, είναι διακομματική και διαταξική. Δεν είμαστε σε θέση να μπορούμε να πούμε αν πρέπει ή όχι να δημιουργηθεί ένα νέο κόμμα. Αυτό εξάλλου προκύπτει από τις αναγκαιότητες της ίδιας της κοινωνίας και όχι από τα καπρίτσια και τις αρχηγικές τάσεις επίδοξων σωτήρων. Όμως για να μπορέσει να σταθεί ένας νέος πολιτικός σχηματισμός, θα πρέπει να πληροί τρεις ικανές και αναγκαίες προϋποθέσεις: να έχει χαρισματική πολιτική ηγεσία, να παράγει έναν καινοτόμο και ριζοσπαστικό προγραμματικό λόγο, και τέλος να μην έχει ένα οργανωτικό μέγεθος που θα το καθιστά αρτηριοσκληρωτικό. Η τριπλή αυτή συνθήκη είναι η βάση για τη μακροημέρευση ενός πιθανού νέου κόμματος. Διότι δεν πρέπει να λησμονούμε ότι αρκετά κόμματα, θέλοντας ενδόμυχα να παραμείνουν συνεχιστές των υφιστάμενων κομμάτων και πιστοί αντιγραφείς τους εμφανίστηκαν και εξαφανίστηκαν πιο γρήγορα απ’ ότι θα περίμενε και ο πιο πιστός οπαδός του δικομματισμού.
Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011
ΑΝΗΣΥΧΕΙ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ
Με το σχηματισμό της μεταβατικής κυβέρνησης Παπαδήμου, ο ΛΑ.Ο.Σ από αντιπολιτευτικό κόμμα μετατράπηκε σε ένα βράδυ σε κυβερνητικό εταίρο. Η συμμετοχή του ΛΑ.Ο.Σ στην κυβέρνηση έφερε για ακόμη μια φορά στην επιφάνεια ένα θέμα που συζητείται εδώ και καιρό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και δεν είναι άλλο από την άνοδο που έχουν σημειώσει τα τελευταία χρόνια τα κόμματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Εκτός από την Ελλάδα, με τη συμμετοχή του ΛΑ.Ο.Σ στη νεόκοπη κυβέρνηση, σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η εκλογική άνοδος αυτών των κομμάτων είναι εντυπωσιακή: Στις ευρωεκλογές του 2009, το Λαϊκό Κόμμα της Δανίας ανέβασε αισθητά το εκλογικό του ποσοστό (14,8% από 6,8%). Ακόμα, στις εκλογές του Απριλίου στην Φινλανδία, το ακροδεξιό κόμμα «Αληθινοί Φιλανδοί» κέρδισε το 19,1 % των ψήφων και έγινε το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα στην φιλανδική βουλή. Η πολιτική παρουσία όμως των ακροδεξιών κομμάτων είναι αισθητή σε ολόκληρη την Σκανδιναβία. Στη Νορβηγία το ακροδεξιό κόμμα «Πρόοδος» είχε καταφέρει να αποσπάσει το 22,9 % των ψήφων το 2009 με μια επιθετική καμπάνια εναντίον των μεταναστών. Εκτός της σκανδιναβικής χερσονήσου, τα ακροδεξιά κόμματα κερδίζουν όλο και περισσότερη πολιτική επιρροή. Στην Ολλανδία το ακροδεξιό κόμμα της Ελευθερίας κατέχει 24 έδρες στην Βουλή, ενώ στην Αυστρία η ακροδεξιά, που βρισκόταν σε πτώση ύστερα από το εντυπωσιακό 24% του 1999, φαίνεται να επανέρχεται και να ασκεί όλο και μεγαλύτερη επιρροή ιδιαίτερα στους νέους ψηφοφόρους, μιας και στις ευρωεκλογές του ’09 απέσπασε ποσοστό 12,7%.
Τα παραδείγματα των ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων και των κομμάτων του ακροδεξιού χώρου που κατέγραψαν σημαντικά ποσοστά στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν εξαντλούνται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις. Θα μπορούσαμε ενδεικτικά να προσθέταμε την περίπτωση του υπερεθνικιστικού και αντισημιτικού κόμματος της ‘Μεγάλης Ρουμανίας’ (8,6%), το οποίο, μετά από απουσία ορισμένων ετών από την εθνική πολιτική σκηνή επανήλθε, μέσω Ευρώπης, στο πολιτικό προσκήνιο, όπως και εκείνη του ξενοφοβικού Βρετανικού Εθνικού Κόμματος που αύξησε τις δυνάμεις του σε σχέση με το εκλογικό ποσοστό του το 2004 (6,2% από 4,9%). Η ακροδεξιά στην Ευρώπη κερδίζει συνεχώς έδαφος συνδυάζοντας τη λαϊκίστικη ρητορεία με λόγια μίσους εναντίον κάθε μορφής διαφορετικότητας. Πλέον η ιδεολογία του μίσους δεν παρουσιάζει το αληθινό πρόσωπο της αλλά κρύβεται επιδέξια πίσω από δηλώσεις περί προστασίας της κοινωνίας και διατήρηση των παραδοσιακών αξιών. Η ιδεολογία αυτών των κομμάτων καλύπτεται συχνά με «ριζοσπαστικές» ιδέες και προτάσεις ενώ συχνά παρουσιάζονται ως υπερασπιστές των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων και των μη προνομιούχων. Μετά το 1989 όταν τα κομμουνιστικά καθεστώτα κατέρρευσαν και ο νεοφιλελευθερισμός αναδήθηκε ως η μόνη εναλλακτική, η άκρα δεξιά εμφανίστηκε με έναν «λαϊκιστικό» πολιτικό λόγο, και μπροστά στην ιδέα της παγκοσμιοποίησης επικεντρώθηκε στην υπεράσπιση του εθνικού κράτους και των εκάστοτε εθνικών συνόρων. Η ακροδεξιά διεκδίκησε και σε αρκετές περιπτώσεις πέτυχε, να γίνει προστάτης των φτωχών, στρέφοντας συγχρόνως τα βέλη της κατά των μεταναστών και της πολιτισμικότητας των κοινωνιών του μεταδιπολικού κόσμου.
Με τη γενικότερη κρίση που μαστίζει την Ευρώπη, αλλά και την απουσία ισχυρής ευρωπαϊκής θέλησης από τις κυβερνητικές ελίτ, πολλοί πολίτες έχουν χάσει την πίστη τους στα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα και η ακροδεξιά βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να εκφράσει την ιδεολογία και των ευρωσκεπτικισμό της. Όπως προκύπτει από πολλές μελέτες, ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός εργατών και νεαρών, στρέφεται και εν πολλοίς ασπάζεται τις ακροδεξιές ιδέες. Σε αυτή την στροφή που πραγματοποιείται συντελεί καθοριστικά η άνοδος του ισλαμισμού, και σε δεύτερη φάση η ραγδαία επιρροή των παγκόσμιων αγορών, οι οποίες εκλαμβάνονται ως απειλή και «ενώνουν» όλο και πιο πολλούς ψηφοφόρους. Οι νέοι σε όλη την Ευρώπη έχουν χάσει την πίστη τους στην κυβέρνησή τους, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το δικαστικό σύστημα. Οι νέοι αισθάνονται εγκαταλειμμένοι από τα παραδοσιακά κόμματα και τους εκπροσώπους τους και βλέπουν με συμπάθεια τους λαϊκιστικούς σχηματισμούς. Αν μη τι άλλο, η άνοδος της ακροδεξιάς ανησυχεί διότι οι ξενοφοβικές και ακραίες θέσεις της βρίσκουν όλο και πιο πρόσφορο έδαφος και είναι πιθανό να οξύνουν το ήδη τεταμένο κλίμα και να καλλιεργήσουν τη μισαλλοδοξία, σε μια Ευρώπη που παρακολουθεί αμέτοχη τις εξελίξεις.
Τα παραδείγματα των ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων και των κομμάτων του ακροδεξιού χώρου που κατέγραψαν σημαντικά ποσοστά στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν εξαντλούνται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις. Θα μπορούσαμε ενδεικτικά να προσθέταμε την περίπτωση του υπερεθνικιστικού και αντισημιτικού κόμματος της ‘Μεγάλης Ρουμανίας’ (8,6%), το οποίο, μετά από απουσία ορισμένων ετών από την εθνική πολιτική σκηνή επανήλθε, μέσω Ευρώπης, στο πολιτικό προσκήνιο, όπως και εκείνη του ξενοφοβικού Βρετανικού Εθνικού Κόμματος που αύξησε τις δυνάμεις του σε σχέση με το εκλογικό ποσοστό του το 2004 (6,2% από 4,9%). Η ακροδεξιά στην Ευρώπη κερδίζει συνεχώς έδαφος συνδυάζοντας τη λαϊκίστικη ρητορεία με λόγια μίσους εναντίον κάθε μορφής διαφορετικότητας. Πλέον η ιδεολογία του μίσους δεν παρουσιάζει το αληθινό πρόσωπο της αλλά κρύβεται επιδέξια πίσω από δηλώσεις περί προστασίας της κοινωνίας και διατήρηση των παραδοσιακών αξιών. Η ιδεολογία αυτών των κομμάτων καλύπτεται συχνά με «ριζοσπαστικές» ιδέες και προτάσεις ενώ συχνά παρουσιάζονται ως υπερασπιστές των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων και των μη προνομιούχων. Μετά το 1989 όταν τα κομμουνιστικά καθεστώτα κατέρρευσαν και ο νεοφιλελευθερισμός αναδήθηκε ως η μόνη εναλλακτική, η άκρα δεξιά εμφανίστηκε με έναν «λαϊκιστικό» πολιτικό λόγο, και μπροστά στην ιδέα της παγκοσμιοποίησης επικεντρώθηκε στην υπεράσπιση του εθνικού κράτους και των εκάστοτε εθνικών συνόρων. Η ακροδεξιά διεκδίκησε και σε αρκετές περιπτώσεις πέτυχε, να γίνει προστάτης των φτωχών, στρέφοντας συγχρόνως τα βέλη της κατά των μεταναστών και της πολιτισμικότητας των κοινωνιών του μεταδιπολικού κόσμου.
Με τη γενικότερη κρίση που μαστίζει την Ευρώπη, αλλά και την απουσία ισχυρής ευρωπαϊκής θέλησης από τις κυβερνητικές ελίτ, πολλοί πολίτες έχουν χάσει την πίστη τους στα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα και η ακροδεξιά βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να εκφράσει την ιδεολογία και των ευρωσκεπτικισμό της. Όπως προκύπτει από πολλές μελέτες, ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός εργατών και νεαρών, στρέφεται και εν πολλοίς ασπάζεται τις ακροδεξιές ιδέες. Σε αυτή την στροφή που πραγματοποιείται συντελεί καθοριστικά η άνοδος του ισλαμισμού, και σε δεύτερη φάση η ραγδαία επιρροή των παγκόσμιων αγορών, οι οποίες εκλαμβάνονται ως απειλή και «ενώνουν» όλο και πιο πολλούς ψηφοφόρους. Οι νέοι σε όλη την Ευρώπη έχουν χάσει την πίστη τους στην κυβέρνησή τους, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το δικαστικό σύστημα. Οι νέοι αισθάνονται εγκαταλειμμένοι από τα παραδοσιακά κόμματα και τους εκπροσώπους τους και βλέπουν με συμπάθεια τους λαϊκιστικούς σχηματισμούς. Αν μη τι άλλο, η άνοδος της ακροδεξιάς ανησυχεί διότι οι ξενοφοβικές και ακραίες θέσεις της βρίσκουν όλο και πιο πρόσφορο έδαφος και είναι πιθανό να οξύνουν το ήδη τεταμένο κλίμα και να καλλιεργήσουν τη μισαλλοδοξία, σε μια Ευρώπη που παρακολουθεί αμέτοχη τις εξελίξεις.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ;
Ο Κασσελάκης λοιπόν επιβεβαίωσε τα προγνωστικά του πρώτου γύρου και είναι από χθες ο νέος Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Έχουν ειπωθεί πολλά τα οποί...
-
Λίγο πριν τις εκλογές, και ενώ η πόλωση και η αντιπαράθεση μεγαλώνουν, πολλοί πολίτες εμφανίζονται, και είναι πραγματικά, αναποφάσισ...
-
36 ευρώ. Τόσο αποτιμάται για κάποιους η ζωή ενός ανθρώπου. Είναι αδιανόητο αυτό που συνέβη στο λιμάνι του Πειραιά. Αρχικά είχαμε βιαιη παρ...