Σχολιασμός της πολιτικής επικαιρότητας, ανάρτηση πολιτικών, ιδεολογικών και θεωρητικών κειμένων καθώς επίσης και οτιδήποτε άλλο χρήζει σχολιασμού!
Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012
Η ΚΟΝΤΟΦΘΑΛΜΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Η Γερμανία, με πρωτοπαλίκαρο τον αντικαγκελάριο κ. Ρέσλερ, συνεχίζει τις αμείωτες πιέσεις προς τη χώρα μας. Ο τελευταίος πρόσφατα, δήλωσε ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα εξόδου της χώρας μας από την ευρωζώνη, ενώ ο γερμανικός τύπος καθημερινά κουνάει στη χώρα μας το δάχτυλο και προτρέπει τη γερμανική κυβέρνηση να σταματήσει τη χορήγηση βοήθειας προς την Ελλάδα. Αυτό που συνεχίζουν να μην καταλαβαίνουν οι Γερμανοί, είναι ότι μια πιθανή έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, θα έχει και για την ίδια πάρα πολλά οικονομικά προβλήματα. Με την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία να είναι στο ‘κόκκινο’, το μέλλον του ευρώ συνεχίζει να απειλείται πολύ σοβαρά και η Γερμανία, αν και μπορεί να φαντάζει η πιο ισχυρή ευρωπαϊκή οικονομία, θα αντιμετωπίσει σίγουρα αντίστοιχα προβλήματα σε περίπτωση κατάρρευσης ή διάσπασης της ευρωζώνης. Σε περίπτωση διάσπασης του ευρώ, η γερμανική οικονομία θα καταγράψει ύφεση της τάξης του 10% μόλις μέσα σε ένα χρόνο. Ταυτόχρονα, οι άνεργοι στη Γερμανία θα ξεπεράσουν τα 5 εκατομμύρια. Και αυτά διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ναι μεν οι εξαγωγές της Γερμανίας δημιούργησαν την ισχυρή γερμανική οικονομία, όταν όμως η ζήτηση από τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες λόγω μιας πιθανής κατάρρευσης ή διάσπασης του κοινού νομίσματος περιοριστεί, τότε ο αντίκτυπος θα είναι άμεσος τόσο στη γερμανική οικονομία όσο και στους Γερμανούς πολίτες.
Επίσης, ακόμα και στην ισχυρή γερμανική οικονομία, μέσω έκθεσης της Κεντρικής της Τράπεζας που είδε το φως της δημοσιότητας, το β’ τρίμηνο του έτους που διανύουμε αναμένεται να κυριαρχήσει μεγάλη αβεβαιότητα. Η εικόνα, όμως, έχει αρχίσει να γίνεται πιο ζοφερή για τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία, με τον δείκτη επιχειρηματικής εμπιστοσύνης Ifo να καταγράφει πτώση για δεύτερο συνεχή μήνα τον Ιούνιο, υποχωρώντας στα χαμηλά δύο ετών. Ακόμα, αναλυτές της BofA Merrill Lynch στη μηνιαία δημοσκόπηση του οίκου, αναφέρουν ότι ο κίνδυνος από τις χώρες της περιφέρειας έχει φτάσει στον «πυρήνα» της ευρωζώνης. Μάλιστα έχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό των fund managers που υποστηρίζουν ότι η γερμανική οικονομία θα υποστεί ένα αρνητικό σοκ μέσα στο 2012, μιας και το ενδεχόμενο αυτό έχει τριπλασιαστεί στο 32% από το 10% τον Ιούνιο. Με λίγα λόγια, καταλαβαίνει εύκολα κανείς ότι ακόμα και η Γερμανία, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να επιθυμεί ή ακόμα χειρότερα να υποκινεί σενάρια διάλυσης της ευρωζώνης.
Ο γερμανικός νεομερκαντιλισμός αποσταθεροποιεί την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση. Ο «εκσυγχρονισμός» της αγοράς εργασίας –ψευδώνυμο της αποδιάρθρωσής της– αρχίζει τη δεκαετία του ’90 και επιταχύνεται με την «Ατζέντα 2010». Απέβλεπε στη μείωση του μεριδίου των μισθών στην κατανομή του εθνικού πλούτου και επέβαλλε τις ανισότητες στη γερμανική επικράτεια. Η Γερμανία, όπως και η Ιταλία, σημείωσε τους χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης ανάμεσα στο 1999 (ενιαίο νόμισμα) και το 2007 (τελευταία χρονιά πριν την κρίση). Η οικονομία της δημιούργησε λιγότερες θέσεις εργασίας από την οικονομία της Γαλλίας, της Ισπανίας ή και της Ιταλίας (και η υστέρηση αυτή επιμένει). Ακόμη και στην τετραετία της ευημερίας (2005-2008), που ορισμένοι πολιτικοί δεν δίστασαν να τη χαρακτηρίσουν «νέο γερμανικό οικονομικό θαύμα», δημιουργήθηκαν λιγότερες θέσεις εργασίας απ’ ό,τι στη Γαλλία την ίδια περίοδο. Την ίδια στιγμή το χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς διευρύνθηκε τόσο γρήγορα, που ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι στο διάστημα 2000-2005 «οι ανισότητες στις αμοιβές και η φτώχεια μεγάλωσαν στη Γερμανία πιο γρήγορα από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του ΟΟΣΑ». Αυτή η υποχώρηση οφείλεται στη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων και των υψηλών εισοδημάτων, καθώς και στην επίμονη επιδίωξη να ισοσκελιστεί ο προϋπολογισμός και να μειωθεί το δημόσιο χρέος.
Η χτυπητή αντίθεση ανάμεσα σε μια εσωτερική οικονομία άτονη και έναν εξαγωγικό τομέα πολύ δυναμικό προκύπτει κατά μεγάλο μέρος από αυτή την πολιτική. Μεταξύ 1999 και 2007 η Γερμανία ήταν η μόνη χώρα της ευρωζώνης που οι εξαγωγές της συνέβαλαν κατά πολύ περισσότερο στην αύξηση του ΑΕΠ σε σύγκριση με την εσωτερική οικονομική δραστηριότητα. Η γερμανική στρατηγική, στηριγμένη αποκλειστικά στις εξαγωγές, δεν μπορεί να έχει αποτελέσματα, παρά μόνο αν όλοι οι εταίροι της συνεχίσουν να αυξάνουν σε βάθος τα εμπορικά τους ελλείμματα. Αυτά ακριβώς που είναι υπεύθυνα για την παρούσα κρίση. Η νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει για πολύ, εφόσον η πιο ισχυρή οικονομία της συμβάλλει τόσο λίγο στη συνολική ζήτηση. Η Γερμανία δεν πρέπει να επιθυμεί διάλυση της ευρωζώνης. Όμως κοντόφθαλμα, και εν πολλοίς εκδικητικά απέναντι στις χώρες του Νότου, σ’ αυτό βοηθά. Για τον λόγο αυτό και η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να σταματήσει την υποτακτική στάση όπως έχουμε ξαναπεί. Γιατί αν καταρρεύσει το ευρώ δεν θα συμφέρει κανέναν εμπλεκόμενο.
Σάββατο 14 Ιουλίου 2012
ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΗΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ
Προεκλογικά, τόσο η ΝΔ όσο και τα υπόλοιπα δυο κόμματα που στηρίζουν τη νέα κυβέρνηση, τόνιζαν την αναγκαιότητα για επαναδιαπραγμάτευση. Ο κ. Στουρνάρας, στο πρόσφατο Eurogroup, δήλωσε επίσημα ότι το «μεσοπρόθεσμο» έχει ξεφύγει από τους στόχους του από τα μέσα Μαρτίου, οπότε κάθε διάθεση για επαναδιαπραγμάτευση από την ελληνική πλευρά δεν έχει καμιά αξία και πρέπει να μπει στην κατάψυξη. Με λίγα λόγια είπε ο υπουργός Οικονομικών ότι για να υπάρξει οποιαδήποτε συζήτηση για επικαιροποίηση των μέτρων που προβλέπονται στο Μνημόνιο 2, πρέπει να περάσει αρκετός καιρός και άμεσα πρέπει να παρθούν ισοδύναμα μέτρα 3 δις. Ευρώ για να μπει η οικονομία της χώρας σε μια ομαλή τροχιά. Η κυβέρνηση φαίνεται πως σε πρώτη φάση ενδιαφέρεται μόνο για μια προοπτική επιμήκυνσης, και ότι υποστήριζε με σθένος προεκλογικά το ξέχασε. Στην περίπτωση μια νέας επιμήκυνσης προς το τέλος του 2012, ο νέος εκτροχιασμός του νέου «προγράμματος» το οποίο σίγουρα θα ακολουθήσει, πολύ πιθανόν να φέρει την καταστροφή της οικονομίας της χώρας και κατ’ επέκταση της ευρωζώνης. Και αυτός ο κίνδυνος είναι βάσιμος αν αναλογιστούμε τι ακριβώς συνέβη όταν πριν λίγους μήνες η τότε κυβέρνηση είχε πετύχει μια ανάλογη επιμήκυνση. Σε μια νέα ενδεχόμενη επιμήκυνση, το ελληνικό δημόσιο θα αναγκαστεί να ξανα-κουρέψει τα δάνειά του, να βρεθεί δηλαδή σε κατάσταση επιλεκτικής ή ελεγχόμενης χρεωκοπίας, καθώς μια οικονομία που συρρικνώνεται σε ρυθμό -7% με -10% θα πρέπει να πληρώνει αρνητικά επιτόκια για να διατηρεί κάποια ελπίδα ότι θα δύναται να καταβάλει έγκαιρα τις δόσεις των δανείων της.
Το πρόβλημα όμως δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι η κυβέρνηση φαίνεται πως επιλέγει μια νέα επιμήκυνση. Είναι βεβαίως πρόβλημα, αλλά το σημαντικότερο όλων είναι η στάση που επιδεικνύει από την έναρξη της θητείας της. Απέναντι στις Βρυξέλλες και στους εταίρους – δανειστές, κρατά μια στάση που μπορεί να χαρακτηριστεί το λιγότερο παθητική. Δεν επιδιώκει να φέρει την παραμικρή αντίρρηση, και αυτό το γεγονός γεμίζει με θυμό και απαισιοδοξία τους Έλληνες πολίτες. Εκτός αυτού, το ερώτημα που απασχολεί ,όχι μόνο την κυβέρνηση αλλά και όλους τους διαρκώς δοκιμαζόμενους Έλληνες, είναι που θα βρεθούν τόσα χρήματα σε τόσο μικρό διάστημα. Όσα δηλαδή απαιτούνται να κερδίσει το κράτος για να μπορεί η χώρα να λάβει την δόση του Αυγούστου. Η απάντηση, σύμφωνα και με την εμπειρία των τελευταίων ετών, είναι δυστυχώς εύκολη: από τους συνήθεις – ύποπτους, τους μικρομεσαίους Έλληνες. Παρατηρούμαι ότι η κυβέρνηση παραμένει πιστή στην προεκλογική της δέσμευση να μην περικόψει εκ νέου τα ειδικά μισθολόγια στα οποία ανήκουν οι ένστολοι, οι γιατροί, οι διπλωμάτες, οι καθηγητές σχολών κ.α. Αυτό όμως σημαίνει ότι πρέπει να βρει χρήματα από άλλη πηγή, και αυτή η πηγή το πιθανότερο είναι να ονομάζεται εκ νέου μείωση των ήδη πετσοκομμένων χαμηλών μισθών και συντάξεων. Ενδεχόμενες νέες μειώσεις, συνδυαζόμενες με την έκρηξη της ανεργίας, την πανταχόθεν φοροεπιδρομή και τον υπερπολλαπλασιασμό των λουκέτων στην αγορά, όχι μόνο δεν θα βοηθήσουν αλλά θα εντείνουν την ύφεση.
Το έργο που έχει αναλάβει η νέα κυβέρνηση σαφώς και είναι πολύ δύσκολο. Αυτή η πραγματικότητα όμως πρέπει να υποχρεώσει την κυβέρνηση να πετάξει από πάνω της τον μανδύα του ‘καλού παιδιού’ που λέει σε όλα ναι και δεν φέρνει καμιά αντίσταση. Λύση δεν είναι σε καμία περίπτωση η συνέχιση της ύφεσης με τα μέτρα που είναι προ των πυλών. Ούτε αποτελεί σοφή επιλογή το ξεπούλημα όλης της δημόσιας περιουσίας. Ο υπουργός Οικονομικών και το επιτελείο του πρέπει να βρουν λύσεις που ταυτόχρονα θα εξυπηρετούν το δημόσιο χρέος και δεν θα σφίγγουν περισσότερο τη θηλιά στο λαιμό του. Δεν είναι αυτό εύκολο, κυρίως γιατί η στάση της Τρόικας είναι εχθρική προς τη χώρα μας, και αυτή η στάση ενδυναμώνεται από την υποτακτικότητα που δείχνει η κυβέρνηση. Αλλά για τα δύσκολα εκλέχθηκε αυτή η κυβέρνηση και για να υπηρετήσει το συμφέρον των Ελλήνων πολιτών.
Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012
ΑΝ ΑΛΛΑΞΕΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΜΕΛΛΟΝ
Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν ένα ηχηρό χαστούκι για το ΠΑΣΟΚ. Κατάφερε να χάσει τεράστιο κομμάτι της εκλογικής του δύναμης και ειδικότερα στις παραγωγικές ηλικίες υπέστη μεγάλη καθίζηση. Πριν από λίγες μέρες, στην ,πρώτη μετά τις εκλογές, Συνδιάσκεψη του κόμματος, ο κ. Βενιζέλος ανέφερε ξεκάθαρα ότι το ΠΑΣΟΚ όπως το ήξεραν οι εκλογείς ουσιαστικά τελείωσε και πλέον ανοίγει ένας νέος κύκλος ανασύστασης στην ιστορία του κόμματος. Στην προκειμένη Συνδιάσκεψη, ακούστηκε η φωνή της βάσης του κόμματος σε αρκετά ευρεία έκταση. Η μέθοδος της ανάδειξης ομιλητών μέσω κλήρωσης, απέτρεψε να γίνει η συνδιάσκεψη ηχηρή παρέλαση επωνύμων παραγόντων που θα ξεδίπλωναν τις ατομικές τους στρατηγικές, καλυμμένες υπό το πέπλο της ανασύστασης του πάλαι ποτέ κραταιού κινήματος.
Η αυτό-οργάνωση για το νέο ΠΑΣΟΚ που κήρυξε ο κ. Βενιζέλος μπορεί να θυμίζει σε αρκετούς τον καιρό του Αντρέα και τα πρώτα χρόνια του Κινήματος, όμως από τότε οι καιροί έχουν αλλάξει σε υπερθετικό βαθμό. Ωστόσο, κόντρα σε εκείνους που σιγοψιθυρίζουν ότι το ΠΑΣΟΚ είναι ήδη νεκρό, η τωρινή συγκυρία μπορεί να λειτουργήσει αναγεννησιακά και να μετατρέψει ένα γερασμένο και κουρασμένο κόμμα σε ένα νέο, «ανοιχτό, δημοκρατικό, αποκεντρωμένο, ψηφιακό, δικτυωμένο στην κοινωνία, με νέες συμμαχίες και λαϊκά ερείσματα. Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να μετατραπεί σε ένα σύγχρονο κόμμα της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, πετώντας από πάνω του τις ταμπέλες του κρατισμού και του κυβερνητισμού. Οφείλει να αποτελέσει το εναλλακτικό πόλο, να στοιχειοθετήσει τον χώρο του Κέντρου και να έχει συγκροτημένη άποψη και πολιτική πρόταση για την πορεία του έθνους, για το μοντέλο ανάπτυξης, για την λειτουργία των δημοκρατικών και κοινοβουλευτικών θεσμών. Το ΠΑΣΟΚ πρέπει αν θέλει να έχει μέλλον, να αφουγκραστεί την διαρκώς μεταβαλλόμενη κοινωνία των πολιτών, να στήσει νέες οργανώσεις και δίκτυα που θα λειτουργούν ως χώροι προβληματισμού και παραγωγής πολιτικής, μακριά από μικροπολιτικές σκοπιμότητες και εσωκομματικά παιχνίδια.
Το ΠΑΣΟΚ για να καταφέρει να έχει ύπαρξη, πρέπει να μετεξελιχθεί σε σύγχρονο ευρωπαϊκό κόμμα. Να βασιστεί δηλαδή σε έναν κοινά συμφωνημένο κορμό προοδευτικής πολιτικής, πάνω στον οποίο θα αρθρώνονται τάσεις, πολιτικές αλλά και ιδεολογικές εξειδικεύσεις, μέσα πάντα στο περίγραμμά του και όχι στην περιφέρειά του. Οφείλει να δώσει χώρο σε διαφορετικές απόψεις και κυρίως σε αυτές που έρχονται από την κοινωνία, όπως είπαμε και παραπάνω. Και βεβαίως προαπαιτούμενο όλων των παραπάνω είναι η πλήρης ανανέωση σε στελεχιακό δυναμικό. Για το ΠΑΣΟΚ το βράδυ της 17ης Ιουνίου ένας ιστορικός κύκλος έκλεισε, και είναι στο χέρι του ν’ ανοίξει ένας νέος. Ο προεκλογικός ρεαλισμός και η υπεύθυνη στάση που επέδειξε με τη στήριξη της κυβέρνησης συνεργασίας είναι τα πρώτα θετικά σημάδια. Ο δρόμος όμως παραμένει μακρύς και δύσκολος. Το ΠΑΣΟΚ αφυδατώθηκε χρόνια τώρα στην απορρόφησή του από το κράτος και στον κυβερνητισμό. Μετρούσε σε πολλές περιπτώσεις το πολιτικό κόστος και αυτό συνεπαγόταν τη στασιμότητα και την έλλειψη μεταρρυθμίσεων. Πλέον, παρόλο που έχει φτάσει στο χαμηλότερο επίπεδο της ιστορίας του, έχει ταυτόχρονα μια πρόκληση να αδράξει την ευκαιρία, να αλλάξει εκ βαθέων και να καταφέρει να αποτελέσει έναν εναλλακτικό πόλο στο πολιτικό μας σύστημα. Και η λογική των συμμαχιών με όμορους πολιτικά χώρους πρέπει να αποτελεί μια από τις προτεραιότητες της ηγεσίας για τη διαμόρφωση ενός προοδευτικού πλειοψηφικού ρεύματος.
Κυριακή 1 Ιουλίου 2012
Η ΕΛΛΑΔΑ ΝΑ ΠΑΤΗΣΕΙ ΣΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
Η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε. , είχε ξεκάθαρους κερδισμένους τους Πρωθυπουργούς της Ιταλίας και της Ισπανίας, κ.κ. Μόντι και Ραχόι. Οι δυο τελευταίοι , εξανάγκασαν την κ. Μέρκελ σε οπισθοχώρηση και άφησαν ελπίδες για το μέλλον του κοινού νομίσματος. H απόφαση της Συνόδου για αποσύνδεση των τραπεζικών χρεών από τα δημόσια και για προστασία των κρατικών ομολόγων από τις επιθέσεις των αγορών ωθεί επιτέλους την Ευρώπη προς μια συνολική αντιμετώπιση της σφοδρής κρίσης που απειλεί τη συνοχή της, αν όχι και την ίδια της την ύπαρξη. Μπορεί η απόφαση αυτή να μην επιλύει όλα τα προβλήματα, αλλά είναι ένα βήμα εμπρός. Σημαντικό ρόλο για την υποχώρηση Μέρκελ, η οποία δέχεται πλέον σκληρή κριτική ακόμα και εσωκομματικά, φαίνεται να έπαιξαν και οι πιέσεις από Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινους. Σε κάθε περίπτωση, η ευρωπαϊκή ανακατανομή δυνάμεων φαίνεται να οδηγεί σε μια νέα ισορροπία, διακρατική και διακομματική. Με μια πρώτη ματιά, οι αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής μπορούν να θεωρηθούν ως ένας ιστορικός συμβιβασμός μεταξύ των χωρών του πλούσιου Βορρά και του ‘προβληματικού’ Νότου, υπέρ της διάσωσης της ίδιας της Ευρωζώνης.
Από κει και πέρα όμως, το ελληνικό πρόβλημα δεν λύθηκε στη Σύνοδο Κορυφής. Ούτε καν συζητήθηκε. Οι αποφάσεις που πάρθηκαν, πρέπει να ισχύσουν και για την Ελλάδα. Στη βάση αυτή πρέπει να πιέσει η ελληνική κυβέρνηση. Μόνο τότε θα υπάρχει ελπίδα όχι μόνο για την ευρωζώνη, αλλά και για την Ελλάδα. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς ότι το ελληνικό πρόβλημα είναι κυρίως ευρωπαϊκό. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη έσπευσε να δώσει λύση για την Ιταλία και την Ισπανία. Με την Ελλάδα όμως, συνεχίζει την αργοπορία. Οι νέες διευθετήσεις προς το παρόν την αφορούν ελάχιστα. Μόνο μελλοντικά μπορούμε να έχουμε κάποια ελπίδα, αν δεν αλλάξει κάτι άμεσα. Για την Ελλάδα ισχύουν τα Μνημόνια του 2010 και του 2011, οι εξ αυτών απορρέουσες υποχρεώσεις, ο βαρύς δανεισμός και, κυρίως, η θανάσιμη κλιμάκωση της ύφεσης και της ανεργίας. Ωστόσο, η χθεσινή αλλαγή πλεύσης της Ε.Ε. αφήνει μερικές ελπίδες για μια ψύχραιμη, πιο ρεαλιστική αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος. Η ελληνική ηγεσία οφείλει να συνομιλήσει επιτέλους με τους εταίρους – δανειστές μας, κάτι που έχει να συμβεί από το φθινόπωρο του 2011.
Η παρατεταμένη φύση της κρίσης, δεν επιτρέπει πανηγύρια για τις αποφάσεις της Συνόδου. Η οικονομική ύφεση είναι πιθανό να συνεχίσει να χαρακτηρίζεται από επεισόδια σοβαρής οικονομικής αστάθειας της αγοράς, και ως εκ τούτου θα επιβαρύνει τις οικονομικές προοπτικές στην ευρωζώνη. Στο μεταξύ, οι κυβερνήσεις πρέπει να δείξουν αποτελέσματα στη δημοσιονομική εξυγίανση και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη στη βιωσιμότητα του χρέους και στις μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης. Η απόφαση των ηγετών της Ευρωζώνης για έναν ενιαίο εποπτικό μηχανισμό για τις τράπεζες είναι ένα σημαντικό βήμα για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ευρώ αλλά δεν αρκεί. Τα τελευταία χρόνια η στασιμότητα της ευρωπαϊκής ηγεσίας ήταν τέτοια που πλέον απαιτούνται άλματα για να φτάσουμε στο σημείο να πιστεύουμε ότι το κοινό νόμισμα θα στηρίζεται σε στέρεες βάσεις και δεν θα απειλείται από την κάθε μια κερδοσκοπική επίθεση.
Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012
ΒΙΑΣΤΕΙΤΕ ΠΡΙΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ
Τελικά μετά από αρκετό καιρό πολιτικής αβεβαιότητας, από τις εκλογές της 17ης Ιουνίου προέκυψε κυβέρνηση συνεργασίας, αποτελούμενη από τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ. Ο ΣΥΡΙΖΑ επέμεινε στη στάση που είχε και πριν από δυο μήνες για μη συμμετοχή του στην κυβέρνηση και θα είναι η νέα αξιωματική αντιπολίτευση. Η κυβέρνηση συνεργασίας των φιλοευρωπαϊκών κομμάτων ήταν αυτό που χρειαζόταν η χώρα αυτή τη δύσκολη στιγμή. Το κατά πόσο θα πετύχει, εξαρτάται από τους τρεις εταίρους και απ’ το κατά πόσο ειλικρινά βλέπουν αυτή τη συνεργασία. Οι πολιτικοί ηγέτες που θα στηρίξουν αυτήν την κυβέρνηση πρέπει να το κάνουν με θέρμη, χωρίς τις αμφιταλαντεύσεις που παρατηρήθηκαν στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Κρίσιμο, όμως, είναι να διαθέσουν και ό,τι καλύτερο έχουν στις τάξεις τους για τη στελέχωση της διοίκησης και της κυβέρνησης. Χρειαζόμαστε ό,τι καλύτερο έχει ο τόπος στις καίριες θέσεις και σίγουρα δεν χρειαζόμαστε κουτοπόνηρες μικροπολιτικές τακτικές. Όποιος, για παράδειγμα, κινηθεί με τη λογική πως η αποτυχία της κυβέρνησης μπορεί να τον ωφελήσει πολιτικά αργότερα, θα εγκληματήσει έναντι των συμφερόντων της χώρας. Εξάλλου δεν πρέπει να παραλείπουμε ένα σημαντικό στοιχείο, το οποίο δεν είναι άλλο από την έλλειψη κουλτούρας συνεργασίας που κυριαρχούσε ως σήμερα στο πολιτικό μας σύστημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι – αν εξαιρέσουμε το διαβόητο 1989 – πρέπει να ανατρέξει κανείς στο 1926 για να καταγράψει τη συγκρότηση κυβέρνησης «μεγάλου συνασπισμού», βενιζελικών και αντιβενιζελικών δυνάμεων, αμέσως μετά τις εκλογές. Και πάντως η μεταπολιτευτική εμπειρία της χώρας σε σχέση με τις κυβερνήσεις συνεργασίας, από την κυβέρνηση Ζολώτα έως την κυβέρνηση Παπαδήμου, δεν ήταν η ιδανική. Η συνοχή τέτοιων σχημάτων αποδείχθηκε ανύπαρκτη και η λειτουργία τους προβληματική.
Τούτη τη στιγμή η συνοχή της κυβέρνησης συνεργασίας πρέπει να είναι μεγάλη και να λειτουργήσει αποτελεσματικά. αν η νέα κυβέρνηση Οφείλουν οι τρεις εταίροι, μαζί με τους νέους βουλευτές και υπουργούς να δημιουργήσουν ένα αίσθημα σταθερότητας και μια αίσθηση σοβαρότητας, την οποία έχει ανάγκη η χώρα. Επιβάλλεται να είναι όλοι τους έτοιμοι να συγκρουστούν εντός και (κυρίως) εκτός Ελλάδος για τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών. Οι πολιτικοί αρχηγοί οφείλουν να γνωρίζουν ότι με αυτή την κυβέρνηση η χώρα έχει την τελευταία ευκαιρία να παραμείνει στο ευρώ. Ο ελληνικός λαός είναι επιφυλακτικός απέναντι στην νέα κυβέρνηση, είναι όμως ταυτόχρονα και έτοιμος να επιβραβεύσει τα όπια θετικά βήματα γίνουν και ελαφρύνουν τα βάρη τους. Τώρα που όπως φαίνεται, τη χώρα δεν καλύπτει το σύννεφο της πολιτικής αβεβαιότητας, η νέα κυβέρνηση πρέπει να βιαστεί, διότι έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος. Η μόνη ελπίδα, για να κερδίσουμε τον χαμένο χρόνο και να διασωθεί η χώρα από την πλήρη κατάρρευση, είναι η ενότητα στην κοινωνία και στην πολιτική. Η νέα κυβέρνηση χρειάζεται ένα συνεκτικό σχέδιο, το οποίο θα υλοποιηθεί με ταχύτητα, αποφασιστικότητα και κυρίως αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχει πλέον ούτε μια μέρα για χάσιμο, πόσο μάλλον για κομματικούς ανταγωνισμούς. Έστω και σε τούτη την ύστατη στιγμή πρέπει να συνειδητοποιήσουμε όλοι τις ευθύνες μας και να βάλουμε το εμείς στη θέση του εγώ. Η ενότητα στην κοινωνία και στην πολιτική είναι σημαντικότατος όρος επιβίωσης. Χωρίς αυτή, ο πόλεμος θα χαθεί και σε λίγους μήνες θα ζούμε σε μια χρεοκοπημένη χώρα όπου θα μετράμε τα ερείπια, τις πληγές μας και τις χαμένες γενιές.
Κυριακή 17 Ιουνίου 2012
ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΛΛΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ
Την ώρα που γράφονται αυτές εδώ οι γραμμές, το αποτέλεσμα των εκλογών δεν έχει γίνει γνωστό. Ουδείς μπορεί να προβλέψει αν νικητής των εκλογών θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ ή η ΝΔ. Ευχή των περισσοτέρων είναι να προκύψει μια ισχυρή κυβέρνηση, στην οποία θα μετέχουν όσο το δυνατόν περισσότερα κόμματα και υποχρέωσή της θα είναι η συνέχιση της ευρωπαϊκής πορεία της χώρας, η παραμονή στο Ευρώ, η διαπραγμάτευση και αλλαγή πολλών επαχθών μέτρων των μνημονίων και η επανεκκίνηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων ώστε ν’ ανασάνει το κράτος και κυρίως οι πολίτες. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των εκλογών, το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας θα παραμένει όσο δεν υιοθετούνται πολιτικές ανάπτυξης και περιστολής δαπανών. Η ύφεση διαρκώς αυξάνεται , η ανεργία έχει σπάσει όλα τα κοντέρ και η απώλεια εισοδημάτων στα ελληνικά νοικοκυριά όλο και μεγαλώνει. Από δω και στο εξής θα πρέπει σε πρώτη φάση να υπάρξει παύση νέων άμεσων ή έμμεσων φόρων. Οι πολίτες έχουν φθάσει στα όρια της δυνατότητάς τους να πληρώνουν φόρους, και είναι πάρα πολλοί εκείνοι που αποδεδειγμένα πλέον δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους απέναντι στο κράτος. Πρέπει όποια κυβέρνηση προκύψει να μειώσει το κόστος του δημοσίου τομέα. Ακόμα και σήμερα, τη στιγμή που είμαστε πολύ κοντά στο να πιάσουμε ως χώρα πάτο, εξακολουθούν να λειτουργούν ζημιογόνες ΔΕΚΟ, Νομικά Πρόσωπα και αρκετές επιτροπές οι οποίες μόνο ζημιά έκαναν τόσα χρόνια στην οικονομία της χώρας.
Ακόμα, πρέπει να εντατικοποιήσουμε την προσπάθεια για βελτίωση της παραγωγικότητας και να κάνη η νέα κυβέρνηση τα απαραίτητα βήματα για προσέλκυση ξένων και εγχώριων επενδύσεων. Όσο πιο λίγα παράγουμε ως χώρα, τόσο λιγότερο άνετα θα ζούμε. Δεν είναι δυνατόν η χώρα μας να είναι από τις πιο πλούσιες, εδαφικά και ενεργειακά, και σχεδόν όλα μας τα καταναλωτικά αγαθά να είναι εισαγόμενα. Η αύξηση της παραγωγής θα προέλθει μόνο από τη βελτίωση της τεχνογνωσίας και τις επενδύσεις. Αν δεν βελτιωθεί το επενδυτικό κλίμα και η ελκυστικότητα των επενδύσεων, θα μείνουμε κι’ άλλο πίσω και δεν θα μας σώσει ούτε μια πιθανή κυβέρνηση συνεργασίας. Με την αύξηση των επενδύσεων θα τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα, η επιχειρηματικότητα και θα μπορούμε πλέον να μιλάμε για την Ελλάδα της δημιουργίας και της παραγωγής.
Οι οικονομικές πολιτικές των τριών τελευταίων δεκαετιών έφεραν την Ελλάδα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν σε άλλες χώρες πολλά χρόνια νωρίτερα αναβάλλονταν συνεχώς στην Ελλάδα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η χώρα να μείνει πολύ πίσω και να βρεθεί με ένα μη παραγωγικό δημόσιο τομέα, ένα άνισο και αναποτελεσματικό σύστημα συλλογής φόρων, ένα μη βιώσιμο συνταξιοδοτικό σύστημα, και ένα περιοριστικό και αναποτελεσματικό ρυθμιστικό πλαίσιο στην οικονομία, η ανταγωνιστικότητα της οποίας είναι χαμηλή και μειώνεται συνεχώς. Αν η Ελλάδα δεν μεταρρυθμίσει άμεσα την οικονομία της υπάρχει κίνδυνος ένα μεγάλο μέρος της νέας γενιάς (και ιδιαίτερα τα πιο δημιουργικά και επιχειρηματικά άτομα) να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό. Το μόνο θετικό στοιχείο σχετικά με την τρέχουσα οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα είναι ότι υπάρχει μεγάλο περιθώριο βελτίωσης. Είναι στο χέρι της νέας κυβέρνησης να δώσει το έναυσμα για αυτές τις αλλαγές που απαιτούνται. Οι εξελίξεις που έρχονται για το πολιτικό σύστημα παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον και έπεται συνέχεια. Αυτό που όμως προέχει, είναι η νέα κυβέρνηση να δουλέψει για τη χώρα και όλους εμάς. Γιατί πολλές φορές οι εξελίξεις στην αγορά και την οικονομία υπερβαίνουν τις πολιτικές εξελίξεις. Πρέπει η νέα κυβέρνηση να ζητήσει και να επιβάλλει επαναδιαπραγμάτευση και να ξεκινήσει η ανοικοδόμηση της ελληνικής οικονομίας. Πρέπει όλοι οι συμμετέχοντες στις εκλογές αυτές να δουν σφαιρικά την κατάσταση και να φανούν αντάξιοι της ιστορικής ευθύνης που πέφτει στις πλάτες τους.
Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012
ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΧΕΙΡΟΔΙΚΙΑΣ
Η επίθεση που δέχτηκε η κ. Κανέλλη από τον εκπρόσωπο τύπου της ‘Χρυσής Αυγής’, εκτός από το γεγονός ότι είναι καταδικαστέα από κάθε σκεπτόμενο πολίτη, είναι μια αφορμή για να εξαχθούν κάποια χρήσιμα συμπεράσματα. Για τη δράση και την ιδεολογία της ‘Χρυσής Αυγής’ έχουμε μιλήσει αρκετές φορές και μια ακόμη επανάληψη θα κουράσει. Σκόπιμο είναι όμως να αναφέρουμε ότι για τη δυναμική που έχει καταγράψει, και για το ‘δικαίωμα’ που έχουν αποκτήσει τα στελέχη της να χειροδικούν απέναντι σε συνανθρώπους μας, φταίνε σε μεγάλο βαθμό τα Μέσα Ενημέρωσης. Ο αποκλεισμός τους όλα αυτά τα χρόνια από το προσκήνιο, δημιούργησε τον «μύθο» τους και τους θέριεψε στις πρόσφατες κάλπες. Και ο προεκλογικός αποκλεισμός τους, που επιβλήθηκε από μια κακώς εννοούμενη πολιτική ορθότητα, λειτούργησε τελικά υπέρ τους. Τα Μέσα όμως, παρά το επεισόδιο που δημιουργήθηκε, δεν πρέπει να υποπέσουν εκ νέου σε λάθος. Πρέπει να συνεχίζουν να καλούν τους εκπροσώπους της ‘Χρυσής Αυγής’, όχι μόνο διότι έχουν και εκείνοι δικαίωμα στην προβολή και στη διατύπωση των απόψεών τους, αλλά επειδή ακριβώς οι απόψεις τους και οι συμπεριφορές τους αυτές πρέπει να βγουν επιτέλους στον αφρό ώστε να μπορέσουν να καταλάβουν και οι 437.688 συμπολίτες μας , τι κόμμα ψήφισαν στις εκλογές του Μαΐου. Όμως επειδή η ηγετική ομάδα της ‘Χρυσής Αυγής’ μόνο χαζή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, θα επιβάλλει στα στελέχη της τον αυτό- αποκλεισμό από τα Μέσα για να μην εκτεθούν περαιτέρω στους ψηφοφόρους.
Εκτός από το λάθος των ΜΜΕ, ευθύνη για τη διαμορφωθείσα κατάσταση φέρει σαφώς και το κράτος. Η απουσία της πολιτείας από πολλά σημεία της πρωτεύουσας, αλλά και όλης της χώρας, μετέτρεψε τους κατοίκους του κέντρου σε φοβισμένα πλάσματα. Αισθάνθηκαν απροστάτευτοι και αυτό είχε ως αποτέλεσμα, μαζί με την ολιγωρία της αστυνομίας, να ενδυναμωθούν οι ακροδεξιές ομάδες της ‘Χρυσής Αυγής’. Το ιστορικό κέντρο έχει χωριστεί εδώ και χρόνια στα δυο και κανείς δεν φαίνεται να θορυβείτε ακόμη και τώρα. Αναμφίβολα ζούμε την εποχή των άκρων , στην οποία κυρίαρχη θέση έχει ο φόβος και η απαισιοδοξία. Αυτό είναι ορατό παντού και σε καθημερινή βάση. Η ανεπάρκεια του κράτους γιγαντώνει τα παραπάνω αισθήματα και οδηγεί γρηγορότερα τον απλό διαδηλωτή, τον απλό πολίτη, τον παράνομο μετανάστη, τον αναρχικό και τον ακροδεξιό να μετατραπεί σε εν δυνάμει δολοφόνο. Το κράτος, με την ευρεία έννοιά του, δεν τυγχάνει πλέον του σεβασμού του απλού πολίτη και αυτή είναι σίγουρα μια τραγική διαπίστωση, ικανή για να εξηγήσει τις πρόσφατες επιθέσεις σε πολιτικούς, σε δημοσιογράφους και σε ανθρώπους του πνεύματος. Στο κρίσιμο αυτό σημείο έγκειται και το ανησυχητικό γεγονός ότι ακόμα και δημοκρατικοί πολίτες ναι μεν καταδικάζουν τέτοια επεισόδια τύπου Κασιδιάρη, αλλά ενδόμυχα τα καταλαβαίνουν και προσπαθούν αποκηρύσσοντας τα να τα δικαιολογήσουν.
Κανείς δεν γνωρίζει αν η χώρα θα καταφέρει να σωθεί ή αν θα πτωχεύσει. Όλο είναι ρευστά και διαρκώς μεταβαλλόμενα. Σίγουρα όμως όλοι μας γνωρίζουμε ότι η καθημερινότητά μας θα μετατραπεί σύντομα σε ζούγκλα αν συνεχιστεί η αδράνεια και η ανυπαρξία της πολιτείας. Έχουμε πλέον να αντιμετωπίσουμε μια κατάσταση που περισσότερο και από την οικονομική κρίση απειλεί να καταπιεί ό,τι έχει απομείνει θετικό σ' αυτή την κοινωνία. Στο τέλος ο φόβος θα είναι το κυρίαρχο συναίσθημα που θα απομείνει. Αυτή η αδράνεια και ο φόβος, μαζί με την αγανάκτηση για τα δυο μεγάλα κόμματα και την επιλεκτική ιστορική μνήμη πολλών συμπολιτών μας, εξέθρεψε τη ραγδαία άνοδο της ‘Χρυσής Αυγής’. Και μαζί με την άνοδο των νεοναζί, παρατηρούμε και τη μετατροπή των μέχρι χθες υγιώς σκεπτόμενων συνανθρώπων μας σε δικηγόρους του διαβόλου της ‘Χρυσής Αυγής’.
Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012
ΟΙ ΑΚΡΟΒΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ
Στην τελική ευθεία προς τις εκλογές, τα κόμματα έχουν εξειδικεύσει τα προγράμματά τους και προσπαθούν να προσελκύσουν όσο το δυνατόν περισσότερους ψηφοφόρους. Η κατάσταση είναι εν πολλοίς παγιωμένη καθώς όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις, αλλά και το ρεύμα που έχει αναπτυχθεί στην κοινωνία, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ συναγωνίζονται για την πρώτη θέση. Το ΠΑΣΟΚ έχει ‘κλειδώσει’ το πρόσφατο ποσοστό που έλαβε ενώ τα υπόλοιπα κόμματα, με μοναδική ίσως εξαίρεση τη ΔΗΜΑΡ, έχουν πτωτικές τάσεις με αφορμή το δίπολο που έχει δημιουργεί μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο δρόμο προς τις κάλπες παρουσιάζει το οικονομικό πρόγραμμα που έχει παρουσιάσει ο ΣΥΡΙΖΑ μετά από αρκετές παλινωδίες και καθυστερήσεις. Αρχικά ο ΣΥΡΙΖΑ, κάνει λόγο για ακύρωση του μνημονίου και των εφαρμοστικών νόμων του. Αυτή η προοπτική, παρόλο που βρίσκει πολλούς θαυμαστές στο εκλογικό σώμα, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, μιας και μονομερής καταγγελία και ακύρωση του μνημονίου μπορεί να οδηγήσει τη χώρα μας εκτός Ευρωζώνης. Έχουμε τονίσει και στο παρελθόν ότι αποχώρηση από το κοινό νόμισμα και μια πιθανή επιστροφή στη δραχμή θα ήταν οδυνηρή και θα γύριζε τη χώρα και το βιοτικό επίπεδο όλων μας δεκαετίες πίσω. Και τότε η δύσκολη κατάσταση που ζούμε σήμερα θα φαντάζει παράδεισος. Ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμα, προτείνει την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, πρόταση η οποία αποτελεί κοινή συνισταμένη τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ. Η νέα κυβέρνηση που θα προκύψει πρέπει να κουβεντιάσει με τους εταίρους μας και να πετύχει την περαιτέρω μείωση του χρέους, των επαχθών τόκων και να δοθεί ανάσα στις ελληνικές επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά.
Σχετικά με τα εργασιακά, ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και η ΝΔ, προτείνουν ο κατώτατος μισθός να επιστρέψει στα 751 ευρώ. Αυτό το μέτρο θα έδινε ανάσες σε πάρα πολλά νοικοκυριά και θα ήταν και μια τονωτική ένεση για την αγορά που στενάζει. Ακόμα μια ενδιαφέρουσα πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ έχει να κάνει με την ολική ή μερική διαγραφή των δανειακών υποχρεώσεων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, που αποδεδειγμένα δεν μπορούν να αποπληρώσουν. Όταν μια οικογένεια έχει υποστεί σε αρκετές περιπτώσεις ακόμα και 50% μείωση εισοδήματος, εξυπακούεται πως και να είχε την πρόθεση δεν μπορεί να καλύψει εξ’ ολοκλήρου μια δανειακή υποχρέωση που μπορεί να έχει. Εκτός των δυο παραπάνω θετικών προτάσεων, πρόθεση του ΣΥΡΙΖΑ είναι να τεθούν οι στρατηγικής σημασίας ΔΕΚΟ υπό δημόσιο έλεγχο. Αυτό θα ήταν ευχής έργων, όμως το πρόσφατο παρελθόν έχει δείξει ότι το πάλαι ποτέ κράτος – εθνικός επιχειρηματίας ήταν υπεύθυνο για τη δημιουργία τεράστιων ελλειμμάτων , τα οποία δυστυχώς φορτώθηκαν στις πλάτες τους οι Έλληνες φορολογούμενοι. Ανεξαρτήτως του μνημονίου, μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν στη χώρα μας, και ένα μέτρο όπως η εκ νέου εθνικοποίηση ζημιογόνων ΔΕΚΟ θα αποτελούσε σημαντικό τροχοπέδη στην εθνική προσπάθεια σωτηρίας που απαιτείται. Στη συνέχεια, ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει την εθνικοποίηση και τον δημόσιο έλεγχο των τραπεζών. Σαφώς και οι τράπεζες έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, όμως πιθανή εθνικοποίησή τους θα ήταν μια επιστροφή σε αποτυχημένα μοντέλα άλλων δεκαετιών όταν το κράτος - διαχειριστής απέτυχε.
Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, είναι αρκετά φιλόδοξο και φέρνει στο μυαλό των ψηφοφόρων το πρόσφατο ‘Λεφτά υπάρχουν’ που είχε πει ο κ. Παπανδρέου πριν από τρία χρόνια. Είναι ένα πρόγραμμα αρκετά ασαφές μιας και ουσιαστική απάντηση στο καίριο ζήτημα παραμονή στο ευρώ ή επιστροφή στη δραχμή, δεν έχει δοθεί . Ο ΣΥΡΙΖΑ και ειδικότερα ο κ. Τσίπρας, οφείλει να αντιληφθεί ότι στη θέση που βρίσκεται η χώρα μας, οι πολιτικές ακροβασίες και οι εκβιασμοί προς τους δανειστές μας δεν είναι και ο καλύτερος σύμβουλος. Δεν πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να ποντάρει στην άποψη ότι ‘κανένα κράτος – μέλος δεν μπορεί να αποχωρήσει από την Ευρωζώνη’. Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια φάση κρίσης αλλά ταυτόχρονα και μεταλλαγής. Μέχρι πρότινος όντως ουδείς μπορούσε να μιλήσει για έξοδο μιας χώρας από το ευρώ. Όμως τίποτα δεν είναι όπως παλιά και η κυβέρνηση της χώρας που θα προκύψει πρέπει να είναι ρεαλιστική και όχι να ποντάρει σε ατεκμηρίωτες και ασαφείς υποθέσεις. Αλλιώς και να μην το θέλουμε, θα μας επιβληθεί η επιστροφή στη δραχμή.
Κυριακή 27 Μαΐου 2012
Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ
Η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις όχι μόνο εθνικά, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πιθανή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις επικείμενες εκλογές έχει ωθήσει αρκετούς στο συμπέρασμα ότι η ευρωπαϊκή πορεία τόσων ετών της χώρας μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Είναι λογικό να υπάρχει μια αβεβαιότητα διότι ο ΣΥΡΙΖΑ διαχρονικά έχει αμφιταλαντευτεί αρκετά σχετικά με τη θέση του απέναντι στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, το κοινό νόμισμα και γενικότερα την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο ιδρυτικό Συνέδριο του 1992, ο ΣΥΝ ήταν σταθερά υπέρ της πορείας προς μια ενωμένη Ευρώπη, προς μια δημοκρατική, ομοσπονδιακή πολιτειακή συγκρότηση. Το 1996, ο τότε Συνασπισμός, θέλει τη δημιουργία της Ενωμένης Ευρώπης των λαών και των πολιτών, η οποία θα επιτευχθεί μέσω της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης στην κατεύθυνση της κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής. Ο ΣΥΝ προβάλλει την θεμελιακή του θέση για μια Ευρώπη πολιτικά και οικονομικά ενοποιημένη σε ομοσπονδιακή κατεύθυνση που θα οικοδομείται με όρους δημοκρατίας, κοινωνικής αλληλεγγύης, συνοχής και σύγκλισης, ειρήνης και ασφάλειας. Τότε οι θέσεις του ΣΥΝ ήταν αρκετά φιλοευρωπαϊκές με την ευρεία έννοια του όρου. Ο ΣΥΝ εκείνα τα πρώιμα χρόνια είναι υπέρμαχος της πολιτικής ενοποίησης, ώστε φτάνει στο σημείο να θεωρεί ότι η πολιτική ενοποίηση είναι το πρωταρχικό καθήκον της Αριστεράς. Τέσσερα χρόνια μετά, το 2000, ο ΣΥΝ βλέπει την πολιτική ενοποίηση ως απάντηση στον κίνδυνο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Προτείνει την ενίσχυση των διαδικασιών της πολιτικής ενοποίησης, την προώθηση ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος, τη δημιουργία δημοκρατικά νομιμοποιημένων Ευρωπαϊκών πολιτικών οργάνων, την ουσιαστική ενίσχυση του κοινοτικού προϋπολογισμού, την προώθηση της αμυντικής ολοκλήρωσης και τη χειραφέτηση από την στρατιωτική και αμυντική κηδεμονία των ΗΠΑ. Με άλλα λόγια η φιλοευρωπαϊκή στάση του ΣΥΝ συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό. Το 2004, με αφορμή και τις Ευρωεκλογές, παρατηρείται μια ευρω-κριτική στροφή του ΣΥΝ. Το κόμμα τόνιζε τότε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πλέον χαρακτηρίζεται από νεοφιλελεύθερες πολιτικές υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου. Ενώ παλαιότερα ήταν υπέρμαχος της ενοποίησης για όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες, τώρα δεν φαίνεται να επιθυμεί τη διεύρυνση της Ε.Ε. με τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, καθώς οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών συνδέονται στενά με τις ΗΠΑ. Oι Ευρωπαϊκές Συνθήκες χαρακτηρίζονται από τον ΣΥΡΙΖΑ νεοφιλελεύθερες, και κατηγορούνται ότι αποκλείουν τη δυνατότητα διατήρησης και διεύρυνσης του κοινωνικού κράτους. Επίσης, αποκλείουν και τη δυνατότητα αύξησης των δημοσίων δαπανών για την εκπαίδευση, την υγεία, την κοινωνική ασφάλιση. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θεωρούνται ότι χρησιμοποιούνται για να επιβληθούν μέτρα που αυξάνουν μόνο την κερδοφορία του κεφαλαίου, επιδεινώνοντας τις συνθήκες ζωής και εργασίας των εργαζομένων και μειώνοντας δραματικά το εισόδημά τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει τη διαγραφή των χρεών των φτωχών χωρών προς την Ε.Ε. Ακόμα, κατηγορεί την Ε.Ε. για την έντονη στρατιωτικοποίησή της και τον ατλαντισμό της. Τονίζει την ανάγκη για μια ευρωπαϊκή πολιτική ειρήνης και αλληλεγγύης που θα βασίζεται στη μείωση των εξοπλισμών και των στρατιωτικών δαπανών. Σχετικά με τον έντονα ευρωκριτικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ ενόψει ευρωεκλογών 2009, αρκετοί ήταν εκείνοι που θεώρησαν υπεύθυνη την Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας (ΚΟΕ), η οποία αποτελεί συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ. Στις πρόσφατες εκλογές, η κριτική απέναντι στην Ευρώπη συνεχίστηκε και υπήρχαν και αρκετά στελέχη που δήλωναν ξεκάθαρα προς πρέπει η χώρα να φύγει από το ευρώ και την Ευρώπη. Άλλοι έκαναν λόγο για μονομερή διαγραφή του χρέους και ακύρωση του μνημονίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ, επηρεασμένος από τις πιέσεις των συνιστωσών, τα τελευταία χρόνια έχει υιοθετήσει μια έντονη κριτική σε καθετί ευρωπαϊκό. Αυτή η προσπάθεια διατήρησης των εσωκομματικών ισορροπιών, έχει επιφέρει στο ΣΥΡΙΖΑ ένα σοβαρό πολιτικό πρόβλημα: Εμποδίζει την παραγωγή μιας συγκροτημένης και εναλλακτικής πολιτικής πρότασης για την Ευρώπη, είτε αυτή έχει να κάνει με μια φιλοευρωπαϊκή κατεύθυνση, είτε ευρωκριτική, είτε ακόμα – ακόμα και ευρωσκεπτικιστική. Η διακήρυξη για τις Ευρωεκλογές του 2009 αλλά και για τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, είναι ενδεικτικές και αποδεικνύουν ξεκάθαρα τα παραπάνω. Και αυτό διότι οι διακηρύξεις είναι έντονα ευρωκριτικές ενώ από την άλλη δεν προτείνεται μια πολιτική πρόταση για μια άλλη Ευρώπη. Είναι εμφανές πως ο ΣΥΡΙΖΑ, ειδικότερα σε ότι έχει να κάνει με τα θέματα της ευρωπαϊκής του πολιτικής, αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα ιδεολογικής καθαρότητας, το οποίο προκαλεί την αβεβαιότητα για το τι θα πράξει στην περίπτωση που αναδειχθεί νικητής των εκλογών ή λάβει μέρος σε μια επικείμενη κυβέρνηση συνεργασίας.
Κυριακή 20 Μαΐου 2012
ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΠΟΥ ΕΣΤΕΙΛΕ Ο ΛΑΟΣ
Από τις εκλογές της 6ης Μαΐου προέκυψαν πάρα πολλά χρήσιμα και κρίσιμα συμπεράσματα, κυρίαρχες τάσεις της Μεταπολιτευτικής περιόδου γκρεμίστηκαν και το μήνυμα που έστειλε ο κυρίαρχος λαός ήταν πιο εκκωφαντικό από ποτέ. Ο λαός έδωσε ένα σαφές μήνυμα για συνεργασία και ομοψυχία. Τα πάλαι ποτέ 40άρια που έπαιρναν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ φαίνεται πως αποτελούν παρελθόν. Το μήνυμα που έστειλε ο λαός μόνο για αυτοδυναμία, έπαρση και αλαζονεία δεν έλεγε. Μπορεί να είχε έντονα χαρακτηριστικά θυμού, δυσαρέσκειας και αγανάκτησης, όμως πέραν τούτου είχε και χαρακτηριστικά ανατροπών. Αποδέκτες του μηνύματος ήταν όλα τα πολιτικά κόμματα, ανεξαρτήτως της πολιτικής κλίμακας. Κυρίως όμως το μήνυμα αφορούσα ΠΑΣΟΚ , ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Όπως όμως φάνηκε ξεκάθαρα, οι αποδέκτες του μηνύματος είχαν κλειστά τα αυτιά και τα μάτια τους. Η αποτυχία των τριών πολιτικών αρχηγών, που έλαβαν κατά τη σειρά εκλογής των κομμάτων τους την εντολή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να διερευνήσουν το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης και να παρουσιάσουν ένα βιώσιμο σχήμα στο Κοινοβούλιο, προκάλεσε στους πολίτες έντονη ανησυχία και βαθύ προβληματισμό. Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της ανησυχίας ήταν η φυγή εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ από τις ελληνικές τράπεζες μέσα σε μόλις δυο μέρες. Η παρατεταμένη ακυβερνησία σε μια τόσο κρίσιμη για τη χώρα περίοδο είναι εξαιρετικά επιζήμια, αν όχι καταστροφική. Και πάντως σίγουρα το νόημα του πρόσφατου εκλογικού αποτελέσματα δεν ήταν αυτό. Δεν ήταν η εκ νέου προσφυγή στις κάλπες εντός ολίγων εβδομάδων. Οι πολίτες με την ετυμηγορία της 6ης Μαΐου έστειλαν στα κόμματα και στις ηγεσίες τους σαφές μήνυμα συναίνεσης και συνεργασίας, για το καλό του τόπου. Αντ’ αυτού στις 17 Ιουνίου ο λαός καλείται εκ νέου να προσφύγει στις κάλπες για να βρει λύση στο αδιέξοδο που τα κόμματα δημιούργησαν.
Οι νέες εκλογές δεν αποτελούν λύση στο πρόβλημα της χώρας. Πόσο μάλλον και τρίτες εκλογές αν χρειαστούν. Αφενός η ακυβερνησία θα συνεχιστεί για περίπου έναν ολόκληρο μήνα, αφετέρου, το πιθανότερο είναι στις 18 Ιουνίου να συνεχίζουν να υπάρχουν παρόμοια αδιέξοδα. Ανεξάρτητα από τις αυξομειώσεις των κομματικών δυνάμεων, το πιθανότερο είναι ότι και πάλι δεν θα υπάρξει κυβερνητική αυτοδυναμία για κανέναν εκ των μονομάχων. Ακόμα και αν ο ΣΥΡΙΖΑ έρθει πρώτο κόμμα και πάρει και το μπόνους των 50 εδρών, το οποίο παρόλα αυτά το καταγγέλλει συνεχώς ως καλπονοθευτικό, δύσκολα θα προκύψει κυβέρνηση των κομμάτων της Αριστεράς. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι για να αποκτήσει η χώρα κυβέρνηση, θα απαιτηθούν αμοιβαίες υποχωρήσεις των κομμάτων. Θα πρέπει να αντιληφθούν το μήνυμα του λαού και να παραμερίσουν πολιτικούς και προσωπικούς εγωισμούς και αγκυλώσεις ώστε να καταλήξουν έστω και στο παρά πέντε σε μία ελάχιστη προγραμματική συμφωνία προς όφελος της χώρας.
Μετά από τις εκλογές της 17ης Ιουνίου, πρέπει να προκύψει κυβέρνηση, η οποία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι μονοκομματική. Δεν μπορεί και να είναι άλλωστε αν κάποιος αναλύσει τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις. Πρέπει να προκύψει μια κυβέρνηση συνεργασίας στην οποία να συμμετάσχουν οι δυνάμεις εκείνες που στηρίζουν την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Αυτή η κυβέρνηση που πρέπει να προκύψει για το καλό της χώρας, οφείλει να διαπραγματευθεί σκληρά με τους εταίρους – δανειστές μας. Χωρίς ίχνος λαϊκισμού και αλαζονείας, οφείλει να επαναπροσδιορίσει τη σχέσης μας με την Ευρώπη, με τρόπο που θα διώχνει τη διαρκώς αυξανόμενη αβεβαιότητα και θα διασφαλίζει παράλληλα και την παραμονή μας στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα αλλά και την κοινωνική συνοχή στο εσωτερικό της χώρας. Γιατί η παραμονή στο ευρώ με τον λαό αποδεκατισμένο δεν λέει απολύτως τίποτα και είναι ανώφελη. Η παραμονή στο ευρώ είναι επιτακτική ανάγκη για την Ελλάδα και τις επόμενες γενιές αλλά πρέπει να επανεξεταστούν πολλά μέτρα και πολιτικές ώστε ο λαός να πάψει να ζει διαρκώς με τη λαιμητόμο πάνω από το κεφάλι του.
Κυριακή 13 Μαΐου 2012
ΚΕΝΟ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗΣ, ΔΥΣΑΡΕΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑΙΟΣ ΧΩΡΟΣ
Στις εκλογές της 6ης Μαΐου, παρόλο που ήταν ιδιαίτερα κρίσιμες για το παρόν και το μέλλον της χώρας, ψήφισαν πεντακόσιες χιλιάδες λιγότεροι πολίτες από όσους είχαν ψηφίσει το 2009. Η αποχή, η οποία έχει αρκετές αναγνώσεις, ξεπέρασε το 35% , γεγονός ιδιαίτερα ανησυχητικό. Επίσης ένα 19% του εκλογικού σώματος δεν θα έχει τελικά εκπροσώπους στη Βουλή. Για πρώτη φορά στην εκλογική ιστορία της Ελλάδας, 7 κόμματα έχουν ποσοστά ανάμεσα στο 1% και το 3% και δεν θα εκλέξουν ούτε έναν βουλευτή. Η μισή δηλαδή κοινωνία (51%) είτε δεν ψήφισε, είτε ψήφισε κόμματα που δεν θα έχουν βουλευτές στο νέο Κοινοβούλιο. Δημιουργείται με λίγα λόγια ένα τεράστιο κενό εκπροσώπησης, πρωτόγνωρο για το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Το κύμα δυσαρέσκειας που φάνηκε ξεκάθαρα στο εσωτερικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος δεν συναντάται σε καμία άλλη χώρα της Δ. Ευρώπης. Η πολυσυλλεκτικότητα του κύματος συνιστά τη δεύτερη πρωτοτυπία της ελληνικής περίπτωσης. Η δυσπιστία δεν προέρχεται μόνο από τα «άκρα». Πέραν των ριζοσπαστικών ρευμάτων, σημαντικό τμήμα του δυναμικού δυσαρέσκειας προέρχεται από ομάδες που χαρακτηρίζονται από έναν ήπιο προοδευτισμό ή ήπιο συντηρητισμό και, υπό μια έννοια, βρίσκονται στη συστημική καρδιά της ελληνικής κοινωνίας. Η δυσαρέσκεια προέρχεται από παντού, είναι διακομματική και διαταξική. Είναι εντυπωσιακά και προκλητικά πολυσυλλεκτική.
Όσον αφορά τον πάλαι ποτέ κραταιό μεσαίο χώρο, στις πρόσφατες εκλογές έστειλε πολλαπλά μηνύματα. Ήταν λίγο πριν τις εκλογές του 2000 όταν εισήχθη στο πολιτικό λεξιλόγιο της χώρας ο όρος ‘μεσαίος χώρος’. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά από αναλυτές και πολιτικούς του χώρου της ΝΔ, όμως έγινε γρήγορα βάση αναφοράς για όλο το φάσμα των αναλυτών της πολιτικής σκηνής. Λίγο αργότερα αποτέλεσε αναφορά και για το ΠΑΣΟΚ. Ο όρος ‘μεσαίος χώρος’ χρησιμοποιήθηκε τότε, στην ουσία ως υποκατάστατο του ‘κεντρώου ανοίγματος’. Ο όρος μέχρι και σήμερα δεν παραπέμπει σε ρητές πολιτικές θέσεις και στόχους, ή ακόμα και σε συμβολικές πολιτικές αναφορές. Επιχειρεί να περιγράψει περισσότερο μια αντίληψη για τα πολιτικά πράγματα, να συγκροτήσει μια σημειολογία μετριοπαθούς πολιτικής συμπεριφοράς και να οργανώσει μια στρατηγική πολιτικών - συμβολικών κινήσεων. Ο μεσαίος χώρος που αποτέλεσε εξ’ αρχής χώρο διαμάχης για ΠΑΣΟΚ – ΝΔ, υπέστη μεγάλο πλήγμα. Αυτό προκύπτει κυρίως από τη δραματική αποδυνάμωση των δυο κατ' εξοχήν κομμάτων που προσδιορίζουν τους χώρους Κεντροδεξιά και Κεντροαριστερά.
Ο μεσαίος χώρος στις πρόσφατες εκλογές έστειλε ένα σαφές μήνυμα τιμωρίας ΠΑΣΟΚ – ΝΔ. Η αλματώδης πτώση των ποσοστών τους το δείχνει ξεκάθαρα. Απ’ την άλλη, η εκτίναξη των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν αποτέλεσμα μαζικής αριστερής αφύπνισης του εκλογικού δυναμικού. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ψήφων του προέρχεται από ανθρώπους που υπέφεραν τα μέγιστα τα τελευταία δυο χρόνια, από εκείνους που θεωρούν ότι το μνημόνιο όπως εφαρμόζεται οδηγεί σε μονόδρομο αλλά δεν θέλουν σε καμία περίπτωση την καταστροφή της χώρας και την πτώχευση. Με άλλα λόγια, ο μεσαίος χώρος επέλεξε σε ένα σημαντικό του κομμάτι το ΣΥΡΙΖΑ, κυρίως για να είναι συμμέτοχος σε μια πιθανή κυβέρνηση συνεργασίας 3 ή 4 κομμάτων, παρά για να κυβερνήσει αυτοδύναμα. Αυτό το γεγονός οφείλει να το αξιολογήσει ο κ. Τσίπρας και το επιτελείο του διότι οι μέρες περνούν, η ακυβερνησία συνεχίζεται και τα περιθώρια στενεύουν. Αν υπάρξουν επαναληπτικές εκλογές είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα συνεχίσει να μην υπάρχει αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος, όποιο και αν είναι αυτό, οπότε η χώρα δεν πρέπει να χάνει χρόνο και οφείλουν τα κόμματα και οι αρχηγοί τους να σταθούν αντάξιοι των περιστάσεων και να λύσουν τα αδιέξοδα και τα προβλήματα που οι ίδιοι δημιούργησαν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ;
Ο Κασσελάκης λοιπόν επιβεβαίωσε τα προγνωστικά του πρώτου γύρου και είναι από χθες ο νέος Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Έχουν ειπωθεί πολλά τα οποί...
-
Λίγο πριν τις εκλογές, και ενώ η πόλωση και η αντιπαράθεση μεγαλώνουν, πολλοί πολίτες εμφανίζονται, και είναι πραγματικά, αναποφάσισ...
-
36 ευρώ. Τόσο αποτιμάται για κάποιους η ζωή ενός ανθρώπου. Είναι αδιανόητο αυτό που συνέβη στο λιμάνι του Πειραιά. Αρχικά είχαμε βιαιη παρ...