Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ

Μετά από τις άκαρπες συναντήσεις των οδηγών ταξί με τον αρμόδιο Υπουργό, διαστάσεις μετωπικής σύγκρουσης, λαμβάνει η κόντρα τους με την κυβέρνηση, με παράπλευρες απώλειες τους πολίτες και τους τουρίστες. Η ταλαιπωρία των πολιτών και των τουριστών συνεχίζεται, και μάλιστα στο απόγειο της τουριστικής περιόδου, τον οποίο τόσο χρειάζεται η οικονομία της χώρας μας. Ο αποκλεισμός λιμανιών, αεροδρομίων και διοδίων μόνο καλό δεν κάνει στην εικόνα της χώρας μας. Οι ιδιοκτήτες και οι οδηγοί ταξί με τη στάση τους χάνουν την έξωθεν καλή μαρτυρία, την οποία η αλήθεια είναι ότι την είχαν επιβαρύνει εδώ και χρόνια. Όλοι οι πολίτες λίγο πολύ έχουν πέσει θύματα της συμπεριφοράς των αυτοκινητιστών: διπλές και τριπλές κούρσες, επιλογή διαδρομής, μη έκδοση αποδείξεων, πειραγμένα ταξίμετρα και υπερχρεώσεις. Αν μη τι άλλο πρόκειται για έναν κλάδο που έχει δώσει πολλές αφορμές σχετικά με τον ελλειμματικό επαγγελματισμό που τον διακατέχει. Χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ακόμα, μια διαχρονική πρόκληση είναι η χαμηλή φορολόγηση των αυτοκινητιστών. Μέχρι πρόσφατα το υφιστάμενο για τα ταξί φορολογικό καθεστώς προέβλεπε ότι ένα επιβατικό αυτοκίνητο δημοσίας χρήσης (ταξί) με άδεια κυκλοφορίας εκατό τοις εκατό (100%) και οδηγό τον ιδιοκτήτη φορολογείται για ποσό 16.000 ευρώ και ο φόρος που καταβάλει ο ιδιοκτήτης είναι 1.225 ευρώ. Τα ποσά αυτά όμως απέχουν πολύ από τις πραγματικές εισπράξεις των επαγγελματιών του κλάδου.
Σχετικά με το άνοιγμα του επαγγέλματος, κρίνεται επιτακτικό. Αλλά για άλλη μια φορά φαίνεται ο φόβος για το πολιτικό κόστος που διακατέχει το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Αρκετοί υπουργοί και βουλευτές έδειξαν να τρομοκρατούνται μπροστά στο άνοιγμα του επαγγέλματος. Όμως με τη νοοτροπία αυτή δεν πρόκειται να προχωρήσουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για τη σωτηρία της χώρας. Η διαμάχη αυτοκινητιστών – κυβέρνησης δείχνει ξεκάθαρα το διαχρονικό πρόβλημα της χώρας: μεταθέτουμε κάτι για το μέλλον , κρύβουμε τα προβλήματα και όλα τα θέματα γιγαντώνονται προς το χειρότερο. Αν τόσα χρόνια είχε προχωρήσει το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, όλα θα ήταν καλύτερα και με πολύ μικρότερες αντιδράσεις. Συγκεκριμένα, η απελευθέρωση του ταξί θα μειώσει τα κόμιστρα και θα αναβαθμιστεί το επίπεδο των προσφερόμενων υπηρεσιών. Αν ανοίξει το επάγγελμα θα επικρατήσει η αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας και αυτό θα είναι ευεργετικό πρωτίστως για τους οδηγούς οι οποίοι είναι κατά κύριο λόγο υπόδουλοι στους ιδιοκτήτες των οχημάτων. Η συντριπτική πλειονότητα των οδηγών είναι ανασφάλιστη, ενώ είναι αρκετές οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ιδιοκτήτες έχουν εξαφανίσει την εργοδοτική εισφορά με αποτέλεσμα οι οδηγοί να καταβάλλουν και την εργατική και την εργοδοτική εισφορά. Γι’ αυτούς, και όχι μόνο, τους λόγους, το επάγγελμα πρέπει να ανοίξει, όμως η κυβέρνηση πρέπει να σκεφτεί πολύ σοβαρά κάποια ζητήματα: να θέσει πληθυσμιακά κριτήρια ώστε να μην πλημμυρίσουν οι δρόμοι της χώρας με χιλιάδες ταξί καθώς επίσης και να ανακουφίσει τους επαγγελματίες εκείνους που έπεσαν θύματα της αισχροκέρδειας των κάθε λογής μαντράδων και συνδικαλιστών και αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν την περιουσία τους για ν’ αγοράσουν μια άδεια ταξί, η οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων είχε αξία μεγαλύτερη από πολυτελές σπίτι.
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να σταθούμε στις αρρυθμίες που δείχνει για άλλη μια φορά η κυβέρνηση. Έχει σπαταλήσει πολλές βδομάδες, και λύση δεν έχει βρει σε ένα (ακόμα) φλέγον ζήτημα. Και δεν είναι μόνο αυτό αλλά και το γεγονός ότι εμφανίστηκαν και κυβερνητικοί βουλευτές που πήραν το μέρος των αυτοκινητιστών και ζήτησαν την παραίτηση του κ. Ραγκούση. Αυτό δείχνει περίτρανα την κυβερνητική ασυνεννοησία που υπάρχει αλλά και ότι υπάρχουν στελέχη της κυβέρνησης που δεν πείθουν ούτε με το έργο τους αλλά ούτε με την προσαρμοστικότητά τους. Όπως και να χει, η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί. Και όχι γιατί θα δώσει πόντους στην κυβέρνηση, αλλά διότι θα δώσει ανάσα στην κοινωνία που απαιτεί να δει έργο και μεταρρυθμίσεις για τις θυσίες που έχει υποστεί.

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

ΘΕΤΙΚΟ ΒΗΜΑ, ΠΡΕΠΕΙ Ν’ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΝ ΑΛΜΑΤΑ

Στη Σύνοδο Κορυφής έγινε ένα πρώτο σημαντικό βήμα για τη διαχείριση του ελληνικού δημοσίου χρέους αλλά και γενικότερα για τη σωτηρία της Ευρωζώνης και των χωρών που αντιμετωπίζουν παρόμοια οικονομική κατάσταση με τη δική μας. Οι ηγέτες της Ευρωζώνης έδειξαν ότι την ύστατη στιγμή μπορούν να κοντράρουν τις ανεξέλεγκτες αγορές. Αυτό βεβαίως δεν θα συνέβαινε αν το τελευταίο διάστημα δεν ακούγονταν από παντού κραυγές αγωνίας για την πιθανότητα διάχυσης της κρίσης χρέους στο σύνολο των χωρών της ζώνης του Ευρώ. Μετά το τέλος της Συνόδου, δόθηκαν κάποιες δυνατότητες στην Ελλάδα όπως επιμήκυνση των δανείων, μείωση των επιτοκίων και εθελοντική συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Από την άλλη υπάρχει ακόμα ο κίνδυνος της επιλεκτικής χρεοκοπίας, όμως όπως τουλάχιστον ανέφεραν κυβερνητικά στελέχη, η χώρα μας έλαβε εγγυήσεις και ειδικές χρηματοδοτήσεις προκειμένου να αντιμετωπιστεί ένα τέτοιο σενάριο. Ένα από τα θετικά μηνύματα της Συνόδου είναι ότι ουσιαστικά θα μειωθεί το βάρους του χρέους και θα μπορέσει να καταστεί βιώσιμο. Από κει και πέρα όμως, είναι στο χέρι της κυβέρνησης να προχωρήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις του μεσοπρόθεσμου προγράμματος για να έχουν ουσία οι παραπάνω θετικές αποφάσεις.
Από τα αποτελέσματα της Συνόδου φαίνεται πως οι ευρωπαίοι ηγέτες δίνουν ξανά την πρέπουσα σημασία στο ευρωπαϊκό όραμα, το οποίο για χρόνια παρέμενε θαμμένο ανάμεσα στις πιέσεις των αγορών και στα ‘θέλω’ κάθε ισχυρού ευρωπαϊκού κράτους. Έχουμε ξαναπεί πολλές φορές ότι η κρίσιμη μάχη που πρέπει να δοθεί είναι για τη σωτηρία του Ευρώ. Η χώρα μας, κουβαλώντας τις παθογένειες χρόνων ήταν η πιο ευάλωτη στην οικονομική κρίση που ξέσπασε και όλοι έχουμε γίνει μάρτυρες της ελληνικής κρίσης του χρέους. Αλλά δεν είναι μόνο η Ελλάδα. Υποφέρουν αρκετές ακόμα χώρες και τα όσα αποφασίστηκαν στη Σύνοδο Κορυφής δίνουν ανάσα και στις υπόλοιπες χώρες του Νότου. Από τα πρώτα θετικά βήματα που έγιναν, πρέπει οι ευρωπαίοι ηγέτες να προχωρήσουν σύντομα στα άλματα. Και τα άλματα αυτά δεν μπορούν να είναι διαφορετικά από τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, Ευρωπαϊκού Οίκου Αξιολόγησης και την έκδοση ευρωομολόγων ώστε να τονωθούν οι δημόσιες επενδύσεις. Με λίγα λόγια, είναι καιρός μετά από τα πρώτα ενθαρρυντικά μηνύματα να ανοίξει η συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αναγκαιότητα άσκησης κοινής οικονομικής πολιτικής ώστε να καταφέρει η πολιτική να επιβληθεί και να τιθασεύσει τις αγορές.
Πέραν του ενθουσιασμού για τις αποφάσεις τις Συνόδου, που αποτυπώθηκε από την πρώτη στιγμή με την αλματώδη άνοδο στα Χρηματιστήρια αλλά και την πτώση των spreads, πρέπει να κυριαρχήσει η εγκράτεια και η σκληρή δουλεία. Δεν χρειάζονται πανηγυρισμοί από τα κυβερνητικά στελέχη. Πρέπει να αδράξουν την ευκαιρία και να προχωρήσουν τις αλλαγές στην ελληνική κοινωνία. Το σίγουρο είναι ότι πέραν της εμπιστοσύνης, προσφέρεται στη χώρα μας και το απαραίτητο χρονικό περιθώριο για ν’ αλλάξουν πολλά κακώς κείμενα. Η χώρα μας μπορεί πλέον βάσιμα να ελπίζει ότι ξεπερνά την εξωτερική απειλή μιας άτακτης και απόλυτα επαχθούς χρεοκοπίας. Από εδώ και στο εξής είναι ευθύνη της κυβέρνησης να ασχοληθεί συστηματικά και οργανωμένα με την επανεκκίνηση και ανασυγκρότηση της οικονομίας. Και ευθύνη της αξιωματικής αντιπολίτευσης να συμβάλλει τα μέγιστα προς αυτή την κατεύθυνση και να απαλλαγεί από τον μανδύα του λαϊκισμού. Η κυβέρνηση και το λοιπό πολιτικό προσωπικό της χώρας θα είναι εγκληματικό αν επαναπαυθούν μετά την θετική απόφαση της Ε.Ε. Πρέπει να καταλάβουν ότι δεν πρέπει να χαθεί καθόλου χρόνος και επιβάλλεται να προχωρήσουν άμεσα η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η μείωση της κρατικής σπατάλης και οι διαρθρωτικές αλλαγές.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Ο ΣΥΡΙΖΑ ΔΙΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Το τελευταίο διάστημα έχει ξεσπάσει έντονη διαμάχη μεταξύ της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ με αφορμή επεισόδια και προπηλακισμούς που δέχονται βουλευτές και στελέχη του ΠΑΣΟΚ σε δημόσιες ομιλίες τους. Η κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ ενδεχομένως στο πρόσωπο στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ να προσδοκούν να κερδίσουν τις εντυπώσεις και να φανούν ως οι υπεύθυνες δυνάμεις απέναντι στους ‘μπαχαλάκηδες’ της Αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση ψάχνει για δράκους και τα στελέχη του τονίζουν ότι είναι η πολιτική αυτή καθεαυτή της κυβέρνησης που έχει οδηγήσει τους ψηφοφόρους να προπηλακίζουν κυβερνητικούς αξιωματούχους. Η πραγματικότητα βρίσκεται κάπου στη μέση. Η κυβέρνηση επιθυμεί την πόλωση με τον ΣΥΡΙΖΑ καθώς βλέπει ότι πολλοί ‘πράσινοι’ ψηφοφόροι απογοητευμένοι από την ασκούμενη οικονομική πολιτική φλερτάρουν με την Αριστερά. Η δε ηγεσία του Συνασπισμού δεν καταδικάζει ευθέως τα επεισόδια και τους προπηλακισμούς και αφήνει πολλά αιωρούμενα ερωτήματα. Αντί να δηλώσουν οι ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ ότι καταδικάζουν τα έκτροπα αυτά, όπως έκανε προς τιμήν της η Δημοκρατική Αριστερά του Φώτη Κουβέλη, κλείνουν το μάτι σε αυτούς που επενδύουν στον πολιτικό χουλιγκανισμό και σε αυτούς που φωνάζουν ότι « η χούντα δεν έπεσε το 1973». Τέτοιες φασίζουσες συμπεριφορές δεν είναι δυνατόν να μην καταδικάζονται από τα κοινοβουλευτικά κόμματα, όσο σκληρά και αν είναι τα μέτρα και δίκαιη τα αιτήματα του ελληνικού λαού. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η Αριστερά δίνει αφορμές για να καλλιεργείται αυτή η διαμάχη. Αφορμές πολιτικές, καθώς ο καθαρός πολιτικός διάλογος και οι προτάσεις απουσιάζουν, και το μόνο που συμβαίνει είναι η σκληρή αντιπολίτευση στην κυβέρνηση.
Η ανανεωτική Αριστερά διαχρονικά έχει δώσει πολλούς αγώνες και με τις συμπεριφορές της ηγεσίας της κινδυνεύει να τους απολέσει. Στο όνομα της πλουραλιστικής εκλογικής δύναμης, η οποία βεβαίως δεν έχει αποτυπωθεί ούτε στις κάλπες ούτε στις δημοσκοπήσεις, έχει συντελεστεί η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και η ιδεολογική οπισθοδρόμηση των στελεχών του. Η Αριστερά λοιπόν καταδικάζει το Μνημόνιο και την ασκούμενη οικονομική πολιτική, χαρακτηρίζει την πολιτική της κυβέρνησης ως πολιτική τύπου Πινοσέτ όμως δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει στο εκλογικό σώμα το λόγο για τον οποίο υπογράφηκε το Μνημόνιο, το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα και τέλος για ποιο λόγο η χώρα μας έφτασε στο σημερινό αξιολύπητο σημείο. Δεν υποστηρίζουμε ότι η Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ έχει ίδιο μερίδιο ευθύνης με τα κόμματα εξουσίας για τη σημερινή κατάσταση, όμως τόσα χρόνια ως ‘φωνή της προόδου’ έπρεπε να προβεί σε προτάσεις και σε αγώνες πραγματικά ριζοσπαστικούς και όχι σε αγώνες λάιτ αριστερής απόχρωσης. Η Ριζοσπαστική Αριστερά μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, έδειχνε φοβισμένη και προσπαθούσε να απολογηθεί για τις αγριότητες του καθεστώτος στη Σοβιετική Ένωση. Με την ταυτόχρονη ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού χάθηκε για την Αριστερά πολύτιμος χρόνος και αξιοσημείωτο εκλογικό δυναμικό. Από τότε όμως κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και πλέον οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Συνεχίζει βεβαίως να κυριαρχεί ο νεοφιλελευθερισμός, όμως με αφορμή την κρίση διαφαίνονται και τα όρια του που είχαν προ πολλού ξεπεραστεί από τους θιασώτες της παντοκρατορίας των αγορών και του διαρκώς συσσωρευόμενου κέρδους. Με άλλα λόγια, η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα ειδικότερα, ευνοεί την Αριστερά, καθώς θα μπορούσε να ορθώσει ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο. Αντ’ αυτού εκτοξεύει εύκολους λαϊκισμούς, ακολουθεί στείρο καταγγελτικό λόγο και οποιαδήποτε πρόταση για το σήμερα και το αύριο της χώρας απουσιάζει.
Όμως επειδή οι στιγμές που ζει η χώρα είναι οι πιο κρίσιμες στη σύγχρονη και όχι μόνο ιστορία της, όλοι πρέπει να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Συγκεκριμένα η Ριζοσπαστική Αριστερά καλείται να απαντήσει σε κάποια απλά αλλά αρκούντως σημαντικά ερωτήματα: Θα προτείνει μια συγκροτημένη, εναλλακτική και εφαρμόσιμη οικονομική πολιτική ή θα συνεχίζει απλώς να κατακρίνει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και τις οικονομικές προτάσεις άλλων κομμάτων; Θα επιμένει να δρα τοπικά εμποτισμένη με κινηματικές λογικές ή θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την παρούσα οικονομική κατάσταση ώστε μακροπρόθεσμα, με γνώμονα την ευρωπαϊκή συνεργασία να προσπαθήσει να ηγεμονεύσει ιδεολογικά, πολιτικά και εκλογικά; Θα συνεχίσει να κλείνει τα μάτια σε προπηλακισμούς και επεισόδια τα οποία στρέφονται κατά της δημοκρατίας ή θα συμπεριφερθεί ως η υπεύθυνη φωνή της Αριστεράς; Τα παραπάνω κρίσιμα ερωτήματα οφείλουν να απασχολήσουν σοβαρά την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αν θέλει το κόμμα να έχει ανοδικό πολιτικό μέλλον και να αποτελέσει έναν πραγματικά εναλλακτικό πόλο. Αν είχαν προ πολλού απαντηθεί τα παραπάνω, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε μια στιβαρή ριζοσπαστική πρόταση και δεν θα άφηνε κανένα περιθώριο στην κυβέρνηση να τον κατηγορεί για κάλυψη και υποκίνηση επεισοδίων.

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΠΑΙΤΕΙ ΡΗΞΕΙΣ

Όσο συνεχίζεται η κρίση στη χώρα μας, στην Ιρλανδία, την Πορτογαλία και δευτερευόντως στην Ισπανία, γίνεται κατανοητό ότι η κρίση δεν είναι αυστηρά εθνική οικονομική υπόθεση, αλλά κυρίως είναι δομική κρίση συνολικά της Ευρώπης. Για πρώτη φορά τη βδομάδα που μας πέρασε άρχισαν κάποιοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι να κατακρίνουν τους οίκους αξιολόγησης για την αναίτια διπλή υποβάθμιση της Πορτογαλίας. Ο Όλι Ρεν ανέφερε ότι η συζητείται η δημιουργία ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης. Με λίγα λόγια οι υψηλά ιστάμενοι δείχνουν πως πλέον αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν οι αγορές να συνεχίσουν να δρουν ανεξέλεγκτα. Εκτός των παραπάνω, έξι πρώην πρωθυπουργοί ζήτησαν ένα ευρωπαϊκό Νew Deal και έκδοση ευρωομολόγων, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η οικονομική ανάπτυξη και να μην αναγκάζονται οι εκάστοτε κυβερνήσεις να επιβάλλουν συνεχώς μέτρα λιτότητας. Τα παραπάνω είναι όλα ζητήματα που δείχνουν ξεκάθαρα τις ανισότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα, τις αδικίες της ευρωζώνης. Οι χώρες του Βορρά βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση, ενώ στις χώρες του Νότου κυριαρχεί η οικονομική επισφάλεια, ο φόβος και έπονται οι αναταραχές. Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι για όλη αυτή την προβληματική κατάσταση στις χώρες του Νότου, ευθύνη έχουν τα Μνημόνια. Η αλήθεια είναι όμως ότι τα Μνημόνια ήταν απλώς η αφορμή, μιας και η ανάπτυξη στις ευρωπαϊκές χώρες δεν ήταν ποτέ ισομερής και οι χώρες της ζώνης του Ευρώ δεν ξεκίνησαν ποτέ από την ίδια αφετηρία.
Η οικονομική ανισότητα των χωρών της ευρωζώνης καθώς και η μη πολιτική ένωση της Ευρώπης θέτουν σε κίνδυνο ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό οικοδόμημα της Ευρώπης. Πολλά χρόνια μετά τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα που σκέπασε την Ευρώπη, οι σημερινοί ηγέτες συνεχίζουν να διατηρούν ένα μοντέλο που θέτει τις αγορές σε απόλυτο κυρίαρχο του παιχνιδιού. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι ευρωπαίοι ηγέτες να διστάζουν να υιοθετήσουν μια γενναία πολιτική διευθέτησης των χρεών και ρύθμισης των αγορών και αυτό φέρνει την πολιτική υποταγή τους σε κερδοσκόπους, μάνατζερ και μεγαλοτραπεζίτες. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχει τρανταχτό έλλειμμα ηγεσίας. Μπορεί η κ. Μέρκελ να φαντάζει πανίσχυρη, όμως η όποια δυναμική διαθέτει εξαντλείται στην προστασία της Γερμανίας και μόνο. Δεν υπάρχει κανένα ευρωπαϊκό όραμα, λίγοι είναι οι ηγέτες που θεωρούνται ευρωπαϊστές και αυτό μακροπρόθεσμα το μόνο που μπορεί να επαναφέρει είναι την κυριαρχία των ανεξάρτητων εθνικών – κρατών και την απώλεια της ευρωπαϊκής ιδέας. Με αφορμή τα Μνημόνια που έχουν υπογραφεί αλλά και τα Μνημόνια που έρχονται, αλλά και λόγω της σχεδόν βέβαιης πολυετούς οικονομικής λιτότητας για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι ευρωπαίοι ηγέτες οφείλουν να σταθούν στα δομικά προβλήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να δώσουν λύσεις. Πρέπει να ζητήσουν και να κυνηγήσουν αναπροσανατολισμό των κατευθύνσεων της οικονομικής πολιτικής σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, με έμφαση στους στόχους της ανάπτυξης και της ενίσχυσης της απασχόλησης. Ο στόχος της πλήρους απασχόλησης πρέπει να είναι τουλάχιστον ισότιμος με το στόχο της δημοσιονομικής και νομισματικής σταθερότητας. Οφείλουν να πετύχουν την έκδοση και κυκλοφορία ευρωπαϊκών ομολόγων για την χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών διαδικασιών και των νέων πηγών απασχόλησης καθώς επίσης και να πετύχουν την επιβολή φόρου 1% στις νομισματικές συναλλαγές. Η νομισματική πολιτική πρέπει να βρίσκεται κάτω από τον πολιτικό έλεγχο των οργάνων και θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης γεγονός το οποίο θα επιτευχθεί μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τον έλεγχο και τη διαφάνεια λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η δημοκρατική θεσμική ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ολοκλήρωση της ενοποίησης με πολιτικά και όχι μόνο οικονομικά κριτήρια, θα δημιουργήσει το πλαίσιο για την Ευρώπη των λαών και των πολιτών και θα βάλει φρένο στην Ευρώπη των κερδοσκόπων και των κεφαλαίων. Για να καταφέρουν οι δοκιμαζόμενες χώρες να επιβιώσουν οικονομικά, δεν αρκεί μόνο να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό τους και δεν είναι δίκαιο να αναγκάζουν τους πολίτες τους να ζουν συνεχώς υπό αυστηρή λιτότητα. Οι κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές, οι ριζοσπαστικές αποφάσεις, η αναγέννηση του ευρωπαϊκού οράματος και κυρίως η ομοσπονδιακή προοπτική της Ε.Ε. μπορούν να διορθώσουν τις δομικές αδυναμίες της Ε.Ε. και να εγγυηθούν τη σωτηρία κάθε ευρωπαϊκής χώρας που είναι σε κρίση.

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ

Εκτός από την σκληρή πραγματικότητα του Μνημονίου, του ΔΝΤ και του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος, πρέπει αυτές τις κρίσιμες στιγμές να σταθούμε και σε μια διαχρονική πραγματικότητα που αργά αλλά σταθερά έφερε τη χώρα μας σ’ αυτή την τραγική κατάσταση. Αν επιχειρήσουμε να αρχίσουμε την αναφορά μας από τους πολιτικούς, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι από την Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα οι περισσότεροι από αυτούς αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων και κύριο μέλημά τους ήταν (και συνεχίζει να είναι) η διάσωση του πολιτικού τους μέλλοντος και η πελατειακή λογική παρά η σωτηρία της χώρας. Οι πελατειακές σχέσεις υπερίσχυσαν του εθνικού συμφέροντος και η ευκαιριακή πολιτική μαζί με την εικονική οικονομική ευμάρεια εκτόπισαν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και σταθερότητα. Όπως έχουν πει αρκετές φορές, οι πολιτικοί αυτοί δεν φύτρωσαν, απεναντίας ο κυρίαρχος λαός με τις ψήφους του τους έστειλε στα έδρανα του κοινοβουλίου. Όποτε πρέπει να αναζητήσουμε και τις ευθύνες τις δικές μας, ατομικά και συλλογικά.
Ο Έλληνας πολίτης – ψηφοφόρος έμαθε, ειδικά μετά τη Μεταπολίτευση, σε ένα τρόπο ζωής σχετικά εύκολο. Οι κακουχίες χρόνων (πόλεμοι, εμφύλιος, δικτατορία), έπρεπε ορθώς να αποτελέσουν παρελθόν και οι πολιτικοί μας συνεπαρμένοι από αυτή τη διαπίστωση προχώρησαν σε πολλά διαχρονικά σφάλματα, των οποίων τις συνέπειες πληρώνουμε σήμερα. Τότε πολλά χρήματα δόθηκαν στο λαό (αύξηση μισθών και συντάξεων)στο όνομα της δίκαιης αναδιανομής του πλούτου. Τα χρήματα αυτά καλώς δόθηκαν όμως θα έπρεπε από τότε να υπάρξει και μια αναπτυξιακή λογική που μπορεί να μην είχε άμεσα αποτελέσματα, όμως σίγουρα θα βοηθούσε σε βάθος ετών. Εκτός αυτού, ακολούθησαν οι τρελές εποχές των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων. Τότε μπορούσε κάλλιστα ο Έλληνας αγρότης να είχε για παράδειγμα εκατό ελιές και να έπαιρνε χρήματα για διακόσιες. Με τα χρήματα αυτά θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή του και να καινοτομήσει, όμως η κυριαρχούσα τότε αντίληψη πρόσταζε νεοπλουτίστικο τρόπο ζωής και το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων το απορροφούσαν ακριβά αυτοκίνητα και ακίνητα. Τα αποτελέσματα αυτής της νοοτροπίας τα βλέπουμε σήμερα που έχουμε φτάσει σε σημείο τα περισσότερα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα να είναι εισαγωγής και ο ελληνικός κάμπος να έχει μαραζώσει για τα καλά. Και δεν είναι μόνο αυτό. Μετά από χρόνια ήρθε η φανταχτερή εποχή του Χρηματιστηρίου και της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Εκείνη την περίοδο το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων ζούσε εντελώς εικονικά. Ο υπερκαταναλωτισμός έγινε τρόπος ζωής και δεν ήταν λίγα τα περιστατικά κατά τα οποία παίρναμε τραπεζικά δάνεια για να κάνουμε ακριβές διακοπές και να αγοράσουμε πολυτελέστατα αυτοκίνητα. Η βαριά μας βιομηχανία, ο τουρισμός, ήταν εμποτισμένος από τη νοοτροπία της εκμετάλλευσης των ξένων πολιτών. Πρώτιστο μέλημα των επαγγελματιών του κλάδου ήταν η αποκόμιση τεράστιου κέρδους και λιγότερο η παροχή καλών υπηρεσιών. Ενώ αρχικά τα χρήματα έρεαν δεν άργησε να έρθει η περίοδος της πτώσης του ελληνικού τουρισμού και το σαθρό οικοδόμημα του εύκολου κέρδους κατέρρευσε εύκολα. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περίοδο που ζούμε έχουν καταφέρει να επιβιώσουν εκείνοι οι επαγγελματίες που πρώτα κοιτούσαν τις καλές υπηρεσίες και μετά το κέρδος.
Εκτός από τα παραπάνω, πρέπει να σταθούμε και στην κυρίαρχη αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας σχετικά με τις υποχρεώσεις της απέναντι στο κράτος. Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, κορωνίδα αυτής της αντίληψης είναι η φοροδιαφυγή. Εδώ και χρόνια παρατηρούμε την πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών να κινείται στο αφορολόγητο όριο, βλέπουμε υγιέστατους συμπολίτες μας να παίρνουν αναπηρική σύνταξη και τέλος γινόμασταν μέχρι πρόσφατα μάρτυρες δημιουργίας μαύρου κέρδους μέσω της μη έκδοσης αποδείξεων. Τα παραπάνω, μαζί με την αδήλωτη εργασία, τις προκλητικές πρόωρες συντάξεις, τα τεράστια εφάπαξ υπαλλήλων του δημοσίου και άλλα πολλά, συνθέτουν ένα σκηνικό απείρου κάλους το οποίο οφείλει να μας προβληματίσει για το πώς φτάσαμε στην τωρινή κατάσταση. Ασφαλώς όλα τα παραπάνω τραγελαφικά ευδοκίμησαν λόγω της ανυπαρξίας των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους. Και αναμφίβολα η κρατική αποτελεσματικότητα θυσιάστηκε στο βωμό του πολιτικού κόστους. Από τις παραπάνω αναφορές προκύπτει μια σκληρή αλήθεια: Αν οι πολιτικοί μας αλλά και εμείς οι πολίτες είχαμε μια εθνική αντίληψη και όχι μια ευκαιριακή λογική, δεν θα φτάναμε στη σημερινή οικονομική εξαθλίωση. Αν είχαν γίνει τομές στην ελληνική κοινωνία τότε που έπρεπε, σήμερα δεν θα συζητούσαμε για την κρίση χρέους που απειλεί να μας καταστρέψει. Με τα ‘εάν’ δεν μπορεί να δοθεί κάποια λύση, όμως καλό θα είναι κάθε φορά που ετοιμαζόμαστε να δαιμονοποιήσουμε το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα να κάνουμε και λίγο την αυτοκριτική μας για τα τόσα χρόνια που πήγαν χαμένα.

Η ΚΑΚΗ ΜΑΣ ΤΥΧΗ ΦΤΑΙΕΙ ΓΙΑ ΟΛΑ

Σε μια κανονική χώρα, ένα (αδικαιολόγητο ως τώρα) ναυάγιο δεν θα αποτελούσε ένα τρομερό και δυσεπίλυτο πρόβλημα. Οι αρμόδιοι θ...