Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

ΑΝΗΣΥΧΕΙ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ

Με το σχηματισμό της μεταβατικής κυβέρνησης Παπαδήμου, ο ΛΑ.Ο.Σ από αντιπολιτευτικό κόμμα μετατράπηκε σε ένα βράδυ σε κυβερνητικό εταίρο. Η συμμετοχή του ΛΑ.Ο.Σ στην κυβέρνηση έφερε για ακόμη μια φορά στην επιφάνεια ένα θέμα που συζητείται εδώ και καιρό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και δεν είναι άλλο από την άνοδο που έχουν σημειώσει τα τελευταία χρόνια τα κόμματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Εκτός από την Ελλάδα, με τη συμμετοχή του ΛΑ.Ο.Σ στη νεόκοπη κυβέρνηση, σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η εκλογική άνοδος αυτών των κομμάτων είναι εντυπωσιακή: Στις ευρωεκλογές του 2009, το Λαϊκό Κόμμα της Δανίας ανέβασε αισθητά το εκλογικό του ποσοστό (14,8% από 6,8%). Ακόμα, στις εκλογές του Απριλίου στην Φινλανδία, το ακροδεξιό κόμμα «Αληθινοί Φιλανδοί» κέρδισε το 19,1 % των ψήφων και έγινε το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα στην φιλανδική βουλή. Η πολιτική παρουσία όμως των ακροδεξιών κομμάτων είναι αισθητή σε ολόκληρη την Σκανδιναβία. Στη Νορβηγία το ακροδεξιό κόμμα «Πρόοδος» είχε καταφέρει να αποσπάσει το 22,9 % των ψήφων το 2009 με μια επιθετική καμπάνια εναντίον των μεταναστών. Εκτός της σκανδιναβικής χερσονήσου, τα ακροδεξιά κόμματα κερδίζουν όλο και περισσότερη πολιτική επιρροή. Στην Ολλανδία το ακροδεξιό κόμμα της Ελευθερίας κατέχει 24 έδρες στην Βουλή, ενώ στην Αυστρία η ακροδεξιά, που βρισκόταν σε πτώση ύστερα από το εντυπωσιακό 24% του 1999, φαίνεται να επανέρχεται και να ασκεί όλο και μεγαλύτερη επιρροή ιδιαίτερα στους νέους ψηφοφόρους, μιας και στις ευρωεκλογές του ’09 απέσπασε ποσοστό 12,7%.
Τα παραδείγματα των ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων και των κομμάτων του ακροδεξιού χώρου που κατέγραψαν σημαντικά ποσοστά στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν εξαντλούνται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις. Θα μπορούσαμε ενδεικτικά να προσθέταμε την περίπτωση του υπερεθνικιστικού και αντισημιτικού κόμματος της ‘Μεγάλης Ρουμανίας’ (8,6%), το οποίο, μετά από απουσία ορισμένων ετών από την εθνική πολιτική σκηνή επανήλθε, μέσω Ευρώπης, στο πολιτικό προσκήνιο, όπως και εκείνη του ξενοφοβικού Βρετανικού Εθνικού Κόμματος που αύξησε τις δυνάμεις του σε σχέση με το εκλογικό ποσοστό του το 2004 (6,2% από 4,9%). Η ακροδεξιά στην Ευρώπη κερδίζει συνεχώς έδαφος συνδυάζοντας τη λαϊκίστικη ρητορεία με λόγια μίσους εναντίον κάθε μορφής διαφορετικότητας. Πλέον η ιδεολογία του μίσους δεν παρουσιάζει το αληθινό πρόσωπο της αλλά κρύβεται επιδέξια πίσω από δηλώσεις περί προστασίας της κοινωνίας και διατήρηση των παραδοσιακών αξιών. Η ιδεολογία αυτών των κομμάτων καλύπτεται συχνά με «ριζοσπαστικές» ιδέες και προτάσεις ενώ συχνά παρουσιάζονται ως υπερασπιστές των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων και των μη προνομιούχων. Μετά το 1989 όταν τα κομμουνιστικά καθεστώτα κατέρρευσαν και ο νεοφιλελευθερισμός αναδήθηκε ως η μόνη εναλλακτική, η άκρα δεξιά εμφανίστηκε με έναν «λαϊκιστικό» πολιτικό λόγο, και μπροστά στην ιδέα της παγκοσμιοποίησης επικεντρώθηκε στην υπεράσπιση του εθνικού κράτους και των εκάστοτε εθνικών συνόρων. Η ακροδεξιά διεκδίκησε και σε αρκετές περιπτώσεις πέτυχε, να γίνει προστάτης των φτωχών, στρέφοντας συγχρόνως τα βέλη της κατά των μεταναστών και της πολιτισμικότητας των κοινωνιών του μεταδιπολικού κόσμου.
Με τη γενικότερη κρίση που μαστίζει την Ευρώπη, αλλά και την απουσία ισχυρής ευρωπαϊκής θέλησης από τις κυβερνητικές ελίτ, πολλοί πολίτες έχουν χάσει την πίστη τους στα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα και η ακροδεξιά βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να εκφράσει την ιδεολογία και των ευρωσκεπτικισμό της. Όπως προκύπτει από πολλές μελέτες, ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός εργατών και νεαρών, στρέφεται και εν πολλοίς ασπάζεται τις ακροδεξιές ιδέες. Σε αυτή την στροφή που πραγματοποιείται συντελεί καθοριστικά η άνοδος του ισλαμισμού, και σε δεύτερη φάση η ραγδαία επιρροή των παγκόσμιων αγορών, οι οποίες εκλαμβάνονται ως απειλή και «ενώνουν» όλο και πιο πολλούς ψηφοφόρους. Οι νέοι σε όλη την Ευρώπη έχουν χάσει την πίστη τους στην κυβέρνησή τους, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το δικαστικό σύστημα. Οι νέοι αισθάνονται εγκαταλειμμένοι από τα παραδοσιακά κόμματα και τους εκπροσώπους τους και βλέπουν με συμπάθεια τους λαϊκιστικούς σχηματισμούς. Αν μη τι άλλο, η άνοδος της ακροδεξιάς ανησυχεί διότι οι ξενοφοβικές και ακραίες θέσεις της βρίσκουν όλο και πιο πρόσφορο έδαφος και είναι πιθανό να οξύνουν το ήδη τεταμένο κλίμα και να καλλιεργήσουν τη μισαλλοδοξία, σε μια Ευρώπη που παρακολουθεί αμέτοχη τις εξελίξεις.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ

Μετά την ψήφο εμπιστοσύνης που έλαβε η μεταβατική κυβέρνηση Παπαδήμου, ουσιαστικά εντός κοινοβουλίου η μόνη αντιπολίτευση είναι τα κόμματα της Αριστεράς. Αν συνυπολογιστεί το αντιπολιτευτικό σφυροκόπημα που δέχθηκε ο νέος Πρωθυπουργός τις πρώτες μέρες στη Βουλή, αλλά και η απαισιοδοξία που νιώθουν οι πολίτες με την οικονομική κατάσταση της χώρας , μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτό ότι τα κόμματα της Αριστεράς έχουν την ευκαιρία να αυξήσουν σημαντικά την επιρροή τους στο εκλογικό σώμα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα κόμματα της Αριστεράς ήταν για χρόνια στην κατάψυξη. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, η ιδεολογική υποχώρηση της αριστεράς ήταν συντριπτική. Κάθε αναφορά στον σοσιαλισμό "ποινικοποιήθηκε" ηθικά, ιδεολογικά και πολιτικά, και ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός εκλήφθηκε ως το μόνο ρεαλιστικό κοινωνικοπολιτικό σύστημα, στο οποίο μόνο επιμέρους αλλαγές είναι δυνατές. Τα αριστερά κόμματα, και κυρίως τα κομμουνιστικά, πέρασαν μια πρωτοφανή ιδεολογική, οργανική και εκλογική κρίση, και πλέον έπρεπε να δράσουν σε έναν μονοπολικό κόσμο, στον οποίο κανένας πλέον δεν μιλούσε για την κατάργηση του καπιταλισμού, τη ρύθμιση των δυσλειτουργιών ή τον περιορισμό των υπερβολών του, ή ακόμα και την απλή περιστολή των πιο κατάφορα καταστροφικών κοινωνικών αποτελεσμάτων του.
Ένα γεγονός που αποτέλεσε για χρόνια αιτία προστριβής ανάμεσα στα κόμματα της αριστεράς ήταν, και συνεχίζει να είναι, η Ευρώπη με την ευρεία οικονομική, πολιτική και γεωπολιτική έννοια. Στη φάση που έχει φτάσει η Ευρώπη, στο αποκορύφωμα της κρίσης, με ισχυρές οικονομίες όπως η Ιταλική και η Γαλλική να βρίσκονται υπό άμεση απειλή, οι νεοφιλελεύθερες συνταγές που χρόνια ακολουθούσαν οι ευρωπαϊκές ελίτ, δείχνουν να βρίσκονται στα όριά τους. Τα κόμματα της αριστεράς έχουν υιοθετήσει μια αιχμηρή κριτική του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς και μια απόρριψη του νεοφιλελευθερισμού. Καταδικάζουν τις πολιτικές λιτότητας και επιθυμούν μια άλλη Ευρώπη, κοινωνική, δημοκρατική με βάση της την αλληλεγγύη και τη συνεργασία. Απέναντι στο μονόδρομο της λιτότητας, το παράδοξο είναι ότι τα κόμματα της Αριστεράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο δείχνουν αμήχανα. Δεν έχουν προβεί σε συνολικές και ρεαλιστικές προτάσεις για την έξοδο από την κρίση. Και είναι παράδοξο, καθώς με την ευρωπαϊκή ενοποίηση δόθηκε στα αριστερά κόμματα η ευκαιρία κοινής συλλογικής δράσης μέσα από δίκτυα, η συνεργασία και η αλληλεπίδραση με τα νέα κοινωνικά κινήματα. Αντ’ αυτού, πέρα από κάποιες σπασμωδικές εξαιρέσεις, το ευρωπαϊκό μέτωπο της αριστεράς δεν φαίνεται να είναι συμπαγές.
Στην παρούσα φάση, κατά την οποία η οικονομική κρίση δείχνει τις αντιφάσεις και τα όρια του νεοφιλελευθερισμού και του άκρατου καπιταλισμού, όπου φαίνεται η αδυναμία της Ε.Ε να σταματήσει τους κερδοσκόπους, τους οποίους τα κράτη – μέλη έθρεψαν και γιγάντωσαν, τα κόμματα της αριστεράς μοιάζουν να βρίσκονται σε μια πολιτική αφασία: Ενώ η περίοδος αυτή είναι ευνοϊκά για εκείνα, αντί να σημειώσουν ενίσχυση των δυνάμεων τους και να φαντάζουν ως ένας εναλλακτικός πόλος εξουσίας, εκείνα πολιτικά αμήχανα παρακολουθούν τις εξελίξεις. Σε μια ενοποιημένη Ευρώπη, για όσο αυτή παραμείνει, τα κόμματα της αριστεράς πρέπει να ενοποιηθούν πολιτικά και οργανωτικά και να αποτελέσουν αντίβαρο απέναντι στην ιδεολογία της ευρωπαϊκής ελίτ. Τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Ελλάδα, τα κόμματα της αριστεράς έχουν την ευκαιρία να αρθρώσουν έναν υλοποιήσιμο ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο, που θα δίνει διέξοδο απέναντι στις πολιτικές λιτότητας που δείχνουν να απλώνονται πάνω από όλα τα μέλη της ευρωζώνης. Αν η Αριστερά συνεχίσει τις ατέρμονες ιδεολογικές αναζητήσεις και τις εσωκομματικές προστριβές, τότε θα έχει χάσει μια ιστορική ευκαιρία.

Η ΚΡΙΣΗ ΔΙΑΧΕΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΥΡΗΝΑ

Όπως έχει αναφερθεί και παλαιότερα σ’ αυτή εδώ τη στήλη, το παγκόσμιο σύστημα έχει εξελιχθεί σε κοσμοσύστημα και η οικονομία που κυριαρχεί στον κόσμο είναι η καπιταλιστική κοσμοοικονομία. Όταν μιλούμε για κοσμοσύστημα εννοούμε έναν κόσμο συνδεδεμένο μέσω πολύπλοκων δικτύων οικονομικών σχέσεων ανταλλαγής (παγκόσμια οικονομία ) στον οποίο κυριαρχεί η διχοτόμηση κεφαλαίου- εργασίας, η ατέρμονη συσσώρευση κεφαλαίου μεταξύ ανταγωνιστικών δρώντων και εν τέλει δημιουργείται μιας συνεχής διαμάχη και τριβή μεταξύ αυτών των δρώντων. Η καπιταλιστική κοσμοοικονομία χρειάζεται τα κράτη, χρειάζεται το διακρατικό σύστημα και την περιοδική ανάδυση και εναλλαγή ηγεμονικών δυνάμεων. Προτεραιότητα της κοσμοοικονομίας δεν είναι η διατήρηση της ηγεμονίας, αλλά η αέναη συσσώρευση κεφαλαίου, η οποία μπορεί να επιτευχθεί όταν υπάρχει ένα διαρκώς εναλλασσόμενο σύνολο πολιτικών και πολιτισμικών κατισχύσεων, μες στο οποίο μπορούν να ελίσσονται οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις, εξασφαλίζοντας μεν την υποστήριξη των κρατών, αλλά και προσπαθώντας πάντοτε να ξεφύγουν από την επιβολή τους.
Το κοσμοσύστημα αποτελείται από τις χώρες του Πυρήνα, της Ημιπεριφέρειας, της Περιφέρειας ενώ υπάρχουν και οι εξωτερικές χώρες. Οι κατηγορίες περιγράφουν τη θέση κάθε περιοχής στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς και ορισμένα εσωτερικά πολιτικά και οικονομικά χαρακτηριστικά. Τα κράτη του Πυρήνα, έχουν τα μεγαλύτερα κεφάλαια παραγωγής, είναι στρατιωτικά ισχυρά, και διατηρούν ένα μεγάλο μέρος του πλεονάσματος του συνόλου της παγκόσμιας οικονομίας. Από την άλλη, οι περιοχές της περιφέρειας επικεντρώνονται σε σκληρή εργασία και εντατική παραγωγή και εξαγωγή των πρώτων υλών. Μεταξύ των δύο άκρων (πυρήνα-περιφέρειας), βρίσκονται οι ημιπεριφέρειες. Οι περιοχές αυτές αντιπροσωπεύουν είτε κεντρικές περιφέρειες που βρίσκονται σε παρακμή ή περιφέρειες οι οποίες επιχειρούν να βελτιώσουν τη θέση τους στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Από οικονομική άποψη, οι περιοχές αυτές διατηρήθηκαν περιορισμένες, αλλά μειώθηκε η πρόσβασή τους σε διεθνείς τράπεζες και στην παραγωγή υψηλού κόστους υψηλής ποιότητας μεταποιημένων προϊόντων. Σε αντίθεση με τις περιοχές του πυρήνα, όμως, απέτυχαν να κυριαρχήσουν στο διεθνές εμπόριο και, επομένως, δεν ωφελήθηκαν στον ίδιο βαθμό με τις περιοχές του πυρήνα. Οι περιοχές της Ημι-περιφέρειας εξαρτώνται λιγότερο από τα κράτη του Πυρήνα, σε σχέση με τις περιοχές της Περιφέρειας. Έχουν περισσότερο διαφοροποιημένη οικονομία και ισχυρότερη κράτη. Οι εξωτερικές περιοχές, διατηρούν κατά κάποιο τρόπο το δικό τους οικονομικό σύστημα και οι περισσότερες παραμένουν εκτός της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας.
Εδώ και πολλούς μήνες, η άποψη των ευρωπαίων εταίρων, ήταν ότι οι φτωχές και ‘προβληματικές’ χώρες του Νότου, δηλαδή οι χώρες της περιφέρειας, κινδυνεύουν να τινάξουν στον αέρα το Ευρώ λόγω του μεγάλου δημοσίου χρέους τους. Οι χώρες αυτές κατηγορήθηκαν ότι λόγω της αδυναμίας τους για δημοσιονομική πειθαρχία, βάζουν σε κίνδυνο το κοινό νόμισμα και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ήθελαν να πετάξουν τις χώρες αυτές από το Ευρώ. Η χώρα μας και η Πορτογαλία αποτελούν τα καλύτερα παραδείγματα. Τώρα όμως η κρίση από την περιφέρεια διαχέεται στις χώρες του πυρήνα. Η Ιταλία με ένα ΑΕΠ της τάξης των 1,5 τρις ευρώ και ούσα η 8η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, βρίσκεται ένα βήμα από την οικονομική καταστροφή και την προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης. Όταν όμως το δημόσιο χρέος της αγγίζει τα 1,9 τρις ευρώ, φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο να μπορέσει ο ευρωπαϊκός μηχανισμός να ‘σηκώσει’ το ιταλικό πρόβλημα. Με την κατάσταση στην Ιταλία, αλλά και με το υποβόσκον πρόβλημα σε Γαλλία, Αυστρία, Βέλγιο και Γερμανία, συμπεραίνεται αυτό το οποίο φαινόταν εδώ και πολύ καιρό αλλά κάποιοι δεν ήθελαν και συνεχίζουν να μη θέλουν να το κοιτάξουν κατάματα: το οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές χώρες είναι κατά βάση ευρωπαϊκό και όχι τόσο τοπικό. Το πρόβλημα χρέους απειλεί να καλύψει το σύνολο των μελών της ευρωζώνης και ακόμα και την ώρα αυτή λύσεις ριζοσπαστικές και αποφασιστικές δεν δίνονται από τις ηγεσίες. Αν συνεχιστεί η ηγεμονία των αγορών και η πολιτική ακινησία, σε λίγο καιρό το ερώτημα που μας έθεσαν οι εταίροι μας για παραμονή στο Ευρώ ή επιστροφή στη δραχμή θα γίνει ευρωπαϊκό ζήτημα μιας και το μέλλον του ευρώ θα απειλείται σοβαρά και θα κινδυνεύσουν τα μέλη της ευρωζώνης με υποχρεωτική επιστροφή τους στα παλαιά εθνικά τους νομίσματα ή σε ένα νέο ευρώ δυο και παραπάνω ταχυτήτων.

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΑΙ Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ

Φέτος , 38 χρόνια μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, η ιστορική μνήμη και το μήνυμά του αποκτούν ξεχωριστή σημασία. Απέναντι στους εξαιρετικά δύσκολους καιρούς που βιώνουμε, το σύνθημα «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» φαντάζει πιο επίκαιρο από ποτέ, στις χαλεπές ημέρες της κυριαρχίας των αγορών και της διαρκούς λιτότητας. Το 1973 ο εχθρός ήταν μια δικτατορία Συνταγματαρχών. Το 2011 ο εχθρός είναι η δικτατορία των αγορών, των κερδοσκόπων και όλων εκείνων που οδηγούν τους λαούς στην εξαθλίωση. Εκτός από την ανέχεια που έχει πλήξει την ελληνική κοινωνία, η ‘ξένη’ επιρροή – επιβολή στη χώρα μας όλο και μεγαλώνει ενώ 38 χρόνια μετά από την πτώση της χούντας φτάσαμε στο σημείο να ακούγονται σενάρια περί σχεδίου για επιβολή μιας νέας δικτατορίας. Για αυτούς και για πολλούς άλλους λόγους το μήνυμα του Πολυτεχνείου είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Η χρονιά που διανύουμε είναι επίσης σημαντική και ταυτίζεται με το Πολυτεχνείο, καθώς τους μήνες που πέρασαν η γενιά του Πολυτεχνείου βάλλεται πανταχόθεν ως υπαίτιο της κακοδαιμονίας και των δεινών της χώρας. Ως ένα σημείο, ο παραπάνω ισχυρισμός είναι υπερβολικός, αλλά από την άλλη οφείλουμε να πούμε ότι η γενιά του Πολυτεχνείου έχει σοβαρές ευθύνες για την σημερινή κατάσταση της χώρας.
Οι άνθρωποι αυτής της γενιάς, ενώ δεν έζησαν τις τραγωδίες των γονιών τους, πέρασαν δύσκολα πρώτα χρόνια, ενώ μετά την πτώση της χούντας η μεγάλη πλειονότητα πέρασε στο στάδιο απόλαυσης των καρπών των θυσιών της. Η γενιά του Πολυτεχνείου έζησε όμορφα χρόνια καθώς ευτύχησε να έχει σύμμαχό της μια ανεπτυγμένη ευρωπαϊκή και δημοκρατική Ελλάδα. Σε πολλές περιπτώσεις τα μέλη αυτής της γενιάς κατασπατάλησαν πολλά επειδή θεωρούσαν ότι αποτελούσε τη δίκαιη αμοιβή για όσα έκαναν. Οι πιο αυθεντικοί από τους αγωνιστές του Πολυτεχνείου είναι εκείνοι που στα πρώιμα χρόνια της Μεταπολίτευσης επέλεξαν να ζήσουν αποστασιοποιημένοι από το πολιτικό προσκήνιο. Ένα μέρος των υπολοίπων εξαργύρωσαν τον αγώνα με βουλευτικά έδρανα, κοινωνική καταξίωση και διάφορες άλλες παροχές. Κανείς δεν μπορεί να τους κατηγορήσει γι’ αυτό, αλλά η γενιά του Πολυτεχνείου είχε την ευκαιρία να ανεβάσει την Ελλάδα επίπεδο όσον αφορά το πολιτικό σύστημα, την οικονομία και την κοινωνία όμως δυστυχώς δεν το κατάφερε. Η γενιά αυτή έχασε την ευκαιρία διότι δεν κοίταξε τα μακροπρόθεσμα οφέλη αλλά τα ευκαιριακά κέρδη. Αντί να ισχυροποιήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς, μετέτρεψε το Σύνταγμα και τους νόμους σε εργαλεία άσκησης λαϊκίστικης πολιτικής. Έπρεπε να σπάσει από την αρχή της επώασης εκείνους τους δεσμούς που κρατούσαν και συνεχίζουν να κρατούν άρρηκτο τον κοινωνικό ιστό, μετατρέποντάς τον σε δίκτυο εξυπηρέτησης μικροπολιτικών και συντεχνιακών συμφερόντων. Έτσι, μοιραία, η διαδρομή αυτής της γενιάς τελείωσε την εποχή των μνημονίων, του ΔΝΤ, της οικονομικής ανέχειας και της καταστροφής του πελατειακού κράτους.
Η ευημερία που απολαύσαμε τα περασμένα χρόνια, όπως έχουμε ξαναπεί στηρίχθηκε κατά βάση στα δανεικά, η πρόοδος ήταν πρόσκαιρη και ευκαιριακή, και γι’ αυτά φέρει μεγάλες ευθύνες η γενιά του Πολυτεχνείου. Και για να είμαστε ακριβής, όταν λέμε γενιά εννοούμε εκείνους που άθελά τους ή, το χειρότερο, ηθελημένα, καπηλεύτηκαν τον αγώνα χιλιάδων Ελλήνων για την προσωπική τους ανέλιξη και καταξίωση στο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό στερέωμα. Η γενιά του Πολυτεχνείου αντέστρεψε την πορεία της χώρας προς τα εμπρός και έχει μέρος της ευθύνης για το ζοφερό μέλλον που διαγράφεται. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι σημερινοί άνεργοι 25άρηδες και 30άρηδες να αποτελούν μια χαμένη γενιά. Αν και έχουν πολλάκις κατηγορηθεί από τους μεγαλύτερους ότι δεν έχουν παλέψει για τίποτα και υπομένουν μοιρολατρικά τη μοίρα τους, το σίγουρο είναι ότι πληρώνουν σήμερα πολλές από τις επιλογές της γενιάς του Πολυτεχνείου.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

ΤΙ ΦΕΡΝΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ

Μετά από αρκετές μέρες αβεβαιότητας και έντονης αίσθησης φαρσοκωμωδίας, ο σχηματισμός της νέας μεταβατικής κυβέρνησης εκτάκτου ανάγκης είναι γεγονός. Ο κ. Παπαδήμος επελέγη για τη θέση του μεταβατικού Πρωθυπουργού. Ας ξεκινήσουμε όμως από την αναφορά και ανάλυση κάποιων γεγονότων και προοπτικών που είναι ιδιαιτέρως σημαντικά. Η πτώση της κυβέρνησης του κ. Παπανδρέου είναι ως πολιτικό γεγονός πολύ σημαντικό, καθώς για δεύτερη μόλις φορά από τη Μεταπολίτευση ‘πέφτει’ κυβέρνηση. Η πρώτη ήταν εκείνη του κ. Μητσοτάκη. Η απερχόμενη κυβέρνηση στην ουσία προκάλεσε μόνη της την τύχη της: με την εξαγγελία του δημοψηφίσματος, η ευρωπαϊκή πίεση προς τη χώρα μας έγινε αφόρητη και το τέλος της κυβέρνησης άρχισε να προδιαγράφεται. Εκτός από το δημοψήφισμα, οι σφοδρές αντιδράσεις της κοινής γνώμης απέναντι στην ασκούμενη οικονομική πολιτική έφερε το υπάρχον πολιτικό σύστημα προ τετελεσμένων γεγονότων. Ουσιαστικά η κοινή γνώμη λειτούργησε ως μοχλός πίεσης για την επίτευξη συνεννόησης ανάμεσα στα δυο κόμματα εξουσίας. Επίσης, η κοινή γνώμη έχει διαμορφώσει ένα ηγεμονικό αίσθημα απόρριψης της μνημονιακής πολιτικής και της συνεχιζόμενης υπογραφής νέων μνημονίων και αυτό το αίσθημα μιας και είναι δύσκολο να ανατραπεί στο άμεσο μέλλον, κινδυνεύει να ‘κάψει’ πολλές κυβερνήσεις και αρκετές πολιτικές ηγεσίες. Απ’ ότι φάνηκε, η αρχή έγινε με την κυβέρνηση Παπανδρέου.
Ένα σημαντικό γεγονός είναι η συμμετοχή του ΛΑ.Ο.Σ στη νέα κυβέρνηση. Για πρώτη φορά η άκρα δεξιά συμμετέχει στη διακυβέρνηση της χώρας. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να δώσει την ευκαιρία στο κόμμα να αποκτήσει ερείσματα στον κρατικό μηχανισμό, εξέλιξη η οποία είναι πιθανό να του δώσει καλύτερα εκλογικά αποτελέσματα στις επόμενες εκλογές. Αν συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι αποδεδειγμένα σε συνθήκες φτώχιας και αβεβαιότητας ο πολιτικός λόγος της ακροδεξιάς απορροφάται πιο εύκολα από το εκλογικό σώμα, μπορούμε εύλογα να καταλάβουμε ότι πρόκειται για μια σοβαρή εξέλιξη με απρόβλεπτες διαστάσεις. Απούσα από τη μεταβατική κυβέρνηση είναι, όπως αναμενόταν, η Αριστερά. Η Δημοκρατική Αριστερά του κ. Κουβέλη εν τέλει δεν δέχθηκε να συμμετάσχει στο νέο σχήμα και άγνωστο παραμένει αν θα στηρίξει πραγματικά το έργο της νέας κυβέρνησης. Αν μη τι άλλο, η Αριστερά έχασε μια μεγάλη ευκαιρία. Θα μπορούσε να συμμετάσχει στο νέο μεταβατικό σχήμα και να καταστεί στα μάτια του εκλογικού σώματος ως μια υπεύθυνη δύναμη που αναλαμβάνει ένα μέρος της ευθύνης για λύση στο πολιτικό αδιέξοδο που περιήλθε η χώρα. Αντ’ αυτού επέτρεψε με την απουσία της τη συμμετοχή του ΛΑ.Ο.Σ.
Μια σημαντική προοπτική που αναδεικνύεται από την παρούσα κατάσταση είναι οι μελλοντικές συμμετοχικές κυβερνήσεις. Το πολιτικό σύστημα μέχρι σήμερα, εκμεταλλευόμενο την κομματική πόλωση αλλά και τους ευνοϊκούς προς τις μονοκομματικές κυβερνήσεις εκλογικούς νόμους, δεν προσπάθησε ποτέ να πετύχει την εθνική συνεννόηση. Απ’ ότι φαίνεται όμως, η κυβέρνηση Παπαδήμου δίνει το έναυσμα για τις συμμετοχικές κυβερνήσεις και το σταδιακό τέλος των μονοκομματικών. Αφενός η αλλαγή του εκλογικού σώματος και αφετέρου η δυσπιστία απέναντι στο υπάρχον κομματικό σύστημα πιθανότατα ν’ ανοίξει ένα νέο κύκλο που θα βασίζεται στη συνεργασία των κομμάτων. Και αυτό μπορεί κανείς να το συμπεράνει σχετικά εύκολα, καθώς φαντάζει πολύ δύσκολο έως απίθανο στις ερχόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές διεξαχθούν, να κατορθώσει το πρώτο κόμμα να λάβει ποσοστό 38-40%. Η κυβέρνηση Παπαδήμου έχει να επιλύσει μια σειρά σημαντικότατων ζητημάτων: την ‘απελευθέρωση’ της έκτης δόσης, την υπογραφή και εφαρμογή της απόφασης για το κούρεμα του ελληνικού χρέους και την ομαλή διεξαγωγή εκλογών. Τα κόμματα που υποστηρίζουν τη μεταβατική κυβέρνηση θα δείξουν στην πράξη πόσο διατεθειμένα είναι να τη στηρίξουν. Αν αναλωθούν από την αρχή σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, αυτομάτως θα υποβαθμίσουν την εθνική συνεννόηση που αρχικά επέδειξαν. Όπως και να έχει, αυτή η μεταβατική κυβέρνηση μπορεί να μην ήρθε για να μείνει, όμως φαίνεται πως είναι ικανή ν’ αλλάξει τα μέχρι σήμερα δεδομένα του πολιτικού μας συστήματος.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

ΑΠΟΤΡΕΨΤΕ ΤΗΝ ΚΑΘΟΔΟ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Πριν από περίπου ένα μήνα, σ’ αυτή τη στήλη είχε αναφερθεί ότι με όλο όσα έχουν συμβεί, και με το πολιτικό σύστημα να παραμένει κατώτερο των περιστάσεων, η χρεοκοπία δεν είναι πλέον ένα απίθανο σενάριο. Μετά από τις τελευταίες εξελίξεις, τα πράγματα έχουν γίνει ακόμα δυσκολότερα, καθώς τόσο η 6η δόση όσο και η υπογραφή της συμφωνίας που θα προβλέπει ‘κούρεμα’ του ελληνικού χρέους, είναι στον αέρα. Η αιφνίδια απόφαση του Πρωθυπουργού για διενέργεια δημοψηφίσματος άφησε άφωνη την Ευρώπη και την ελληνική κοινωνία, καθώς από μια πολιτική ντρίπλα και κίνηση υψηλού ρίσκου κατέληξε να διακυβεύεται η συμμετοχή της χώρας μας στην ευρωζώνη και η ευρωπαϊκή προοπτική της. Στόχος του κ. Παπανδρέου με το δημοψήφισμα μπορεί να ήταν η άσκηση πίεσης προς τη ΝΔ για την ψήφιση της νέας δανειακής σύμβασης, γεγονός που επετεύχθη, όμως ταυτόχρονα η χώρα μπήκε σε μεγάλο κίνδυνο και χλευάστηκε για ακόμη μια φορά διεθνώς. Όμως αυτή η ταπείνωση της χώρας στις Κάννες θα γιγαντωθεί και κινδυνεύει να γίνει στη συνέχεια ιδιαίτερα οδυνηρή , αν το πολιτικό σύστημα δεν αντιληφθεί την ύστατη στιγμή το μέγεθος του προβλήματος. Στο σημείο που έχουμε φτάσει, το μόνο που μπορεί να γίνει είναι ο σχηματισμός μιας προσωρινής κυβέρνησης ευρείας συνεργασίας, η οποία πρέπει να απαρτίζεται από πολιτικά πρόσωπα και όχι αμιγώς από τεχνοκράτες όπως προτείνει η ΝΔ.
Το κομματικό – πολιτικό σύστημα και οι πολιτικές ηγεσίες του, αναζητούν τη συναίνεση προς το προφανές: τη συγκρότηση μεταβατικής κυβέρνησης που θα φροντίσει τη συναινετική επικύρωση της συμφωνίας της 27ης Οκτωβρίου, προϋπόθεση για να μην χρεοκοπήσουμε, και μετά θα διεξάγει εκλογές, γεγονός το οποίο ανέφερε ο Πρωθυπουργός και ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Είναι πλέον ηλίου φαεινότερο ότι η ελληνική κρίση έχει φτάσει στην κρισιμότερη φάση της. Κινδυνεύουμε να βγούμε έξω από το ευρώ και να επιστρέψουμε στη νέα πλήρως υποτιμημένη δραχμή. Οι ευρωπαίοι εταίροι μας το έκαναν σαφές για να το καταλάβουμε καλύτερα αν δεν το έχουμε καταλάβει ακόμα: «Η’ τα βρίσκετε και προχωράμε ή βγαίνετε από το ευρώ». Τόσο απλά. Η Ελλάδα πλέον αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο σαν μια χώρα βαριά άρρωστη από την οποία πρέπει να προστατευτεί το ευρώ, παρά σαν αναγκαίος εταίρος που πρέπει πάση θυσία να διασωθεί για να μην καταστραφεί το κοινό νόμισμα. Αν τυχόν ‘κατορθώσουμε’ να βγούμε από το ευρώ, θα πρέπει να ψάξουμε για τους ενόχους στο εσωτερικό και όχι στην Ευρώπη. Ακόμα, τη στιγμή που κάποιοι προτείνουν ελαφρά τη καρδία την επιστροφή στη δραχμή, οφείλουν να ξέρουν ότι αν συμβεί αυτό, η Ελλάδα για δεκαετίες θα είναι η χώρα των πάσης φύσεως ολιγαρχών, της πλήρως υποτιμημένης νέας δραχμής και της απότομης πτώχευσης της μεγάλης πλειονότητας της κοινωνίας.
Δεν είναι ώρα για τον καταμερισμό ευθυνών, όμως οφείλουμε να πούμε ότι ο Πρωθυπουργός πάρα τα μεγάλα λάθη του, συλλογιζόμενος την κρισιμότητα της κατάστασης αποφάσισε να θυσιάσει τη θέση του και να ‘κουρέψει’ το προσωπικό του κύρος για να σωθεί η χώρα. Επίσης δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι για ασφυκτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα δεν είναι εκείνος ο κύριος υπεύθυνος. Οι προκάτοχοί του επέλεξαν τόσα χρόνια να μην ακουμπήσουν την ‘καυτή πατάτα’ του χρέους και προτίμησαν να αφήσουν για αργότερα τη λήψη επώδυνων μέτρων για την αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή. Η ΝΔ από την πλευρά της οφείλει να φανεί αντάξια των περιστάσεων. Ο κ. Σαμαράς πρέπει να εγκαταλείψει το ‘όχι σε όλα’ και να βοηθήσει από την πλευρά του για τη δημιουργία προσωρινής μεταβατικής κυβέρνησης. Ο πρόεδρος της ΝΔ πρέπει να φέρεται αναλόγως και όχι σαν πρόεδρος της ΠΟΛ.ΑΝ. Η ΝΔ βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη θέση που από μόνη της βρέθηκε η κυβέρνηση τον Μάιο του 2010: με την άρνησή της να συνεργαστεί, κινδυνεύει να κατηγορηθεί σε λίγες ημέρες ότι προκάλεσε τη χρεοκοπία της χώρας. Η Ελλάδα εκτός από την 6η δόση και την υπογραφή της νέας δανειακής σύμβασης πρέπει να έχει ως στόχο να διαφυλάξει την ευρωπαϊκή προοπτική της, να προασπίσει τη δημοκρατική κουλτούρα με την οποία είναι πλέον διαποτισμένη η ελληνική κοινωνία, και τέλος να διαμορφώσει ένα εθνικό σχέδιο αναδιάρθρωσης που θα αφήσει μια για πάντα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας την Ελλάδα του χθες. Όποιο κομμάτι του πολιτικού προσωπικού έχει ήδη αντιληφθεί τα παραπάνω θα μπορέσει να σωθεί μαζί με την Ελλάδα. Οι υπόλοιποι πρέπει να στριμωχθούν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας μαζί με την ‘παλιά’ Ελλάδα.

ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΕΣ ΑΠΟΡΙΕΣ

Πέρασαν αισίως 40 μέρες από την αποχώρηση Αλαφούζου και από τότε δεν έχει συμβεί το παραμικρό παρήγορο. Αντιθέτως: - Κανείς δεν έμαθε (...