Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

ΤΕΛΟΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΛΙΤ

Όλα τα πρόσφατα πολιτικά δεδομένα, οι συνεχιζόμενες δημοσκοπήσεις αλλά και η απελπισία μαζί με την οργή που νιώθουν οι πολίτες, παγιώνουν ένα γεγονός που ψηθυρίζεται καιρό τώρα: η Μεταπολίτευση όπως όλοι την εννοούμε και την ξέρουμε , έχει τελειώσει. Ενδεικτικό του παραπάνω συμπεράσματος είναι ότι για πρώτη φορά διαγράφεται στις σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης η ιλλιγγιώδης πτώση του ΠΑΣΟΚ. Πτώση η οποία λειτουργεί ως ντόμινο και φαίνεται έτοιμη να κατεδαφίσει ένα σημαίνον γνώρισμα της Μεταπολίτευσης, τον δικομματισμό. Η ραγδαία πτώση του ΠΑΣΟΚ αφήνει τη ΝΔ μόνη της ως «ισχυρό πόλο» του κομματικού συστήματος, προς το παρόν τουλάχιστον. Η τελευταία όμως σε επίπεδο εκλογικής επιρροής, φαίνεται να είναι αδύναμη, καθώς παρόλο που η κυβέρνηση Παπανδρέου έπεσε και οι εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ έπονται, εκείνη πεισματικά αρνείται να υπερβεί το όριο του 33% των προηγούμενων –καταστροφικών γι’ αυτή– εκλογών. Δεν μπορεί η ΝΔ να πείσει τους πολίτες και να τους δώσει όραμα, όμως βάσει δημοσκοπικών εκτιμήσεων σε πρώτη φάση, προσπαθεί μόνη της να σώσει ''το γόητρο του δικομματισμού''. Ένα ακόμα στοιχείο που συνηγορεί στο παραπάνω συμπέρασμα είναι ότι κανείς μέχρι πρότεινος δεν μπορούσε να σκεφτεί το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας ΠΑΣΟΚ – ΝΔ, πόσο μάλλον τη συμμετοχή ενός κόμματος της άκρας δεξιάς ως κυβερνητικού εταίρου. Αυτό πλέον είναι γεγονός και μάλιστα με Πρωθυπουργό 'διορισμένο' και όχι εκλογμένο από τους Έλληνες ψηφοφόρους. Γεγονός αδιανόητο για τα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Και όμως εδώ και κάποιους μήνες είναι πραγματικότητα και ακόμα δεν γνωρίζουμε πότε θα γίνουν οι εκλογές για να εκφραστεί ο κυρίαρχος λαός.

Επιπροσθέτως, η πολιτική κυνικότητα πλέον έχει παγιωθεί και δηλώσεις υπουργών όπως του κ. Χρυσοχοϊδη ότι δεν είχε διαβάσει καν το Μνημόνιο προτού το υπερψηφίσει, φαίνονται ως ένα φυσιολογικό επακόλουθο. Αυτό αν μη τι άλλο δείχνει ότι μαζί με την επικείμενη πτώχευση της χώρας, έχει ήδη πτωχεύσει η πολιτική τάξη. Η Ελλάδα διανύει μια ιστορική φάση δυσχέρειας και πόνου, από την οποία είναι άγνωστο πότε, πώς και εαν θα βγει. Τα αίτια της πτώσης βρίσκονται στον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας, στην πολιτική ατομία που κυριάρχησε, στον άκρατο λαϊκισμό, ενώ βεβαίως δεν θα πρέπει να μην αναφέρουμε τις ευρωπαϊκές παθογένειες και τη διεθνή συγκυρία που έδειξε η οικονομική κρίση. Η πτωχευμένη πολιτική τάξη της χώρας αντί να μοχθήσει και να προσπαθήσει να ανατρέψει την κατάσταση παρακολουθεί αμέτοχη τις εξελίξεις και αναμένει ένα θεόσταλτο θαύμα. Δεν διαπραγματεύεται καθόλου και ρίχνει όλα τα κατηγορώ στη Μέρκελ και στην Ευρώπη. Όχι πως δεν έχουν σημαντικό μέρος των ευθυνών οι τελευταίοι, αλλά αυτό δεν μπορεί εσαεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την εσωτερική αναποτελεσματικότητα και ανικανότητα. Η εγχώρια πολιτική ελίτ φαίνεται ανίκανη να υπερασπιστεί ζωτικά εθνικά συμφέροντα, δεν είναι ικανή να θέσει στοιχειωδώς κόκκινες γραμμές για ιστορικά διακυβεύματα. Η κόκκινη γράμμη μπαίνει μόνο κόντρα στη χρεοκοπία της χώρας αλλά ουδεμία κόκκινη γραμμή έχει μπει για τους πολίτες που πτωχεύουν και χρεοκοπούν καθημερινά από τις ασκούμενες πολιτικές.. Από τη χρεοκοπημένη πολιτική ελίτ λείπουν σε μεγάλο βαθμό η ικανότητα, η βούληση και η διορατικότητα. Το μόνο που φαίνεται να την ενδιαφέρει είναι η εξουσία, ακόμα και αν θα μιλάμε για μια χρεοκοπημένη Ελλάδα της δραχμής. Τρανταχτό παράδειγμα ο κ. Σαμαράς ο οποίος περιμένει την πρωθυπουργία και δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για το ποια Ελλάδα θα αναλάβει και πως θα καταφέρει να τη σώσει οικονομικά. Τα μέλη της χρεοκοπημένης πολιτικής τάξης, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό δεν πρέπει από εδώ και στο εξής να έχουν θέση στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται. Πρέπει να δοθεί ο απαραίτητος χώρος σε νέες δυνάμεις, ακόμα και εντός των υφιστάμενων κομμάτων εξουσίας. Ακόμα και ο πιο αισιόδοξος άνθρωπος δεν μπορεί να πιστεύει ότι η πτωχευμένη πολιτική ελίτι που μας οδήγησε σ' αυτό το σημείο μπορεί ως δια μαγείας να σώσει τη χώρα και να επαναφέρει το χαμόγελο στα χείλη εκατομμυρίων συνανθρώπων μας. Μακάρι να μπορούσε να γίνει αυτό αλλά τα γεγονότα και η πραγματικότητα είναι αδιάψευστοι μάρτυρες και καθόλου ελπιδοφόροι για τη συνέχεια.

Όποτε και αν πραγματοποιηθούν οι εκλογές, οι ανατροπές αναμένονται πολύ μεγάλες. Σημασία πλέον για τους πολίτες δεν έχει ποιο κόμμα θα κυβερνήσει αλλά πως θα δουν να βελτιώνεται σταδιακά η καθημερινότητά και η ζωή τους. Το τέλος της Μεταπολίτευσης όπως την ξέραμε είναι γεγονός και αυτό αναπόφευκτα θα φέρει εκατέρωθεν πολλές απώλειες. Μέσα στην αβεβαιότητα που διαγράφεται, το πολιτικό σύστημα αν θέλει να έχει μέλλον θα πρέπει απαλλαγμένο από τα χρεοκοπημένα στελέχη του να βγει ξανά στην κοινωνία, να πει αλήθειες, να σταματήσει τον άκρατο λαϊκισμό, να χαράξει πολιτική και να δώσει ξανά όραμα και ελπίδα σε έναν λαό που το αξίζει και το έχει ανάγκη.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

ΕΜΠΡΗΣΜΟΙ, ΑΟΖ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι σχετικά πρόσφατες δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού της Τουρκίας, Μεσούτ Γιλμάζ, για τουρκικό «δάκτυλο» στους εμπρησμούς ελληνικών δασών την περίοδο 1995-1997, επί πρωθυπουργίας Τανσού Τσιλέρ, έχουν ξεσηκώσει πλήθος διπλωματικών και όχι μόνο αντιδράσεων. Και επιπροσθέτως φέρνουν στην επιφάνεια τα προβλήματα που κυριαρχούν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το πολιτικό θέμα που έχει προκύψει είναι τεράστιο και πρέπει να απασχολήσει -εκτός των άλλων- και τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την οποία επιθυμεί να προσεγγίσει, ακόμη περισσότερο, η σημερινή Τουρκία. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να ζητήσει επίσημη ενημέρωση από την κυβέρνηση Ερντογάν, και αν όντως επισημοποιηθεί η εκδοχή του Γιλμάζ, πρέπει μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών, η χώρα μας να διεκδικήσει από την Τουρκία αποζημιώσεις για το κόστος αποκατάστασης και για τις ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις των εμπρησμών.
Με αφορμή τις δηλώσεις Γιλμάζ, προκύπτει ένα σημαντικό στοιχείο: ενώ τόσα χρόνια η χώρα μας, στο όνομα της καλής γειτνίασης, προσεγγίζει την Τουρκία και στηρίζει την ενταξιακή της προοπτική στην Ε.Ε., οι τουρκικές κυβερνήσεις στοχεύουν στην πόλωση, στη δημιουργία θερμών επεισοδίων και στην πρόκληση διαφόρων προβλημάτων. Σχετικά με τα θερμά επεισόδια κυρίως στον εναέριο χώρο, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αποτελεί καθημερινό φαινόμενο. Ειδικά στη Ρω και στο Καστελόριζο η κατάσταση έχει ξεφύγει, με τα τούρκικα μαχητικά αεροσκάφη να μπαίνουν καθημερινά στον ελληνικό εναέριο χώρο, ενώ σε ότι έχει να κάνει με τη νήσο Ρω, πρώτη φορά τουρκικό ελικόπτερο προχώρησε σε πρόκληση με απογείωση από την ξηρά και όχι με απονήωση από πολεμικό πλοίο. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τις κυπριακές γεωτρήσεις, η στάση της Τουρκίας έχει σκληρύνει. Και δεν πρέπει να λησμονούμαι ότι υπάρχει η ελληνική ΑΟΖ στο Καστελόριζο την οποία η Τουρκία αρνείται και το Ισραήλ την αναγνωρίζει. Στην περίπτωση του Καστελόριζου, η τουρκική διπλωματία έχει ήδη αρχίσει να δηλώνει πως δεν είναι δυνατόν ένα τόσο μικρό νησί μπροστά από τις τουρκικές ακτές, να έχει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι υφαλοκρηπίδος ή ΑΟΖ και υποστηρίζει πως το σύμπλεγμα των 14 νησίδων-βραχονησίδων της Μεγίστης διέπεται από ειδικό καθεστώς, των αποκομμένων νησίδων που επικάθονται επί της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.
Ένα σημείο - κλειδί στις κινήσεις της τούρκικης πλευράς, είναι το παιχνίδι ισχύος και εξουσίας μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας, το οποίο όχι μόνο συνεχίζεται με αμείωτη ένταση, αλλά φαίνεται να γίνεται περισσότερο πολύπλοκο. Ιστορική εξέλιξη για την Τουρκία χαρακτηρίζεται το γεγονός ότι για πρώτη φορά προφυλακίστηκε ένας πρώην αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, αφού ανακρίθηκε επί επτά ώρες προηγουμένως από πολιτικό εισαγγελέα. Πρόκειται για τον στρατηγό ε.α. Ιλκέρ Μπάσμπουγ, ο οποίος προφυλακίστηκε με την κατηγορία της απόπειρας πραξικοπήματος και της ιδιότητας ως υψηλά ιστάμενου μέλους τρομοκρατικής οργάνωσης. Εκτός του εν λόγω Στρατηγού, συνολικά 165 μέλη των ενόπλων Δυνάμεων της Τουρκίας έχουν φυλακιστεί με τις κατηγορίες συμμετοχής στο σχέδιο συνωμοσίας ‘Βαριοπούλα’ και για τη συμμετοχή τους στην παραστρατιωτική οργάνωση ‘Εργκενεκόν’. Στο διπλωματικό πεδίο, η Τουρκία επιχειρεί εδώ και καιρό να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο και να διεισδύσει πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά οφέλη στις χώρες όπου έλαβε χώρα η «Αραβική Άνοιξη», γεγονός το οποίο δεν περνά απαρατήρητο από το Ισραήλ. Σ’ αυτό το γεωπολιτικό παιχνίδι που έχει αρχίσει στη Μεσόγειο, η Ελλάδα, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, εμπλέκεται στις εξελίξεις. Οι σχέσεις Ελλάδας – Ισραήλ, όχι μόνο είναι αναβαθμισμένες, αλλά έχουν προσλάβει στρατηγικό χαρακτήρα.
Η Τουρκία, από την πλευρά της θέλει να πιστεύει ότι η τραγική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας θα έχει αντανάκλαση και σε διπλωματικό πεδίο. Η Ελλάδα αντιθέτως, θα πρέπει να αναπτύξει δυναμική και επιθετική εξωτερική πολιτική: θα έπρεπε σε πρώτη φάση να είχε ήδη καθορίσει την δική της Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη με την Κύπρο, συμπεριλαμβάνοντας και το Καστελόριζο. Με αυτόν τον τρόπο θα είχε δημιουργηθεί ένα ενιαίο θαλάσσιο μέτωπο από το Ισραήλ μέχρι και το Αιγαίο πέλαγος. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαν να προσκληθούν από την ελληνική πλευρά μεγάλες ξένες ενεργειακές εταιρείες για την διεξαγωγή ερευνών και για την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου. Τα κολοσσιαία ενεργειακά συμφέροντα προκειμένου να διασφαλίσουν τις επενδύσεις και την κερδοφορία τους, θα διασφάλιζαν ταυτόχρονα και τα ελληνικά συμφέροντα στο Αιγαίο, ενώ οι επενδύσεις τους θα έδιναν πνοή στην ελληνική οικονομία. Ταυτόχρονα η Ελλάδα με σύμμαχο, το Ισραήλ, το οποίο βρίσκεται σε υψηλότερη, από την Τουρκία, θέση στη συμμαχική κλίμακα των ΗΠΑ, θα είχε ήδη αναβαθμίσει την γεωπολιτικής της θέση. Αυτή θα πρέπει να είναι η ελληνική θέση, να υποστηριχθεί σθεναρά από τα κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση Παπαδήμου και η εξωτερική πολιτική να λειτουργήσει ως εθνικός στρατηγικός στόχος κόντρα στις συνεχιζόμενες τουρκικές απειλές.

‘ΚΑΤΑΛΑΒΑΤΕ ΤΗΝ ΓΟΥΟΛ ΣΤΡΙΤ’

Μπορεί η χώρα μας και όλοι εμείς να ασχολούμαστε αποκλειστικά με τη σωτηρία και την αποφυγή της άτακτης χρεοκοπίας, όμως οφείλουμε να σταθούμε σε ένα σημαντικό θέμα το οποίο ακόμα δεν έχει τύχει μεγάλης δημοσιότητας , τουλάχιστον όχι τόσης όση είναι το μέγεθος και η σημαντικότητά του. Το κίνημα Occupy Wall Street («Καταλάβατε την Γουόλ Στριτ») συνεχίζει να μεγαλώνει στις Ηνωμένες Πολιτείες και πολλοί αναρωτιούνται τι είναι τελικά και κατά πόσο μπορεί να επηρεάσει και την διαμορφωθείσα κατάσταση στην Ευρώπη. Το όνομα του κινήματος διαμαρτυρίας προέρχεται από τη Wall Street, η οποία είναι το δίχως άλλο η Μέκκα του χρήματος. Η αρχική διαμαρτυρία αφορούσε τη δυσαρέσκεια για τα τεράστια μπόνους και τους μισθούς των «χρυσών παιδιών» της Wall Street, την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα και την επιρροή των εταιρειών στις πολιτικές αποφάσεις. Από αυτή την αυθόρμητη διαμαρτυρία κάτι μεγαλύτερο γεννήθηκε και εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Τα μέλη του κινήματος δεν ζητούν την ολική ανατροπή του συστήματος, αλλά την αναπροσαρμογή του, ώστε να λαμβάνει υπόψη τον παράγοντα άνθρωπο και το περιβάλλον. Πλέον, διαδηλώσεις "κατά της Γουόλ Στριτ" πραγματοποιούνται σε πολλές αμερικανικές Πολιτείες σε ένδειξη αλληλεγγύης και ενότητας με τους ακτιβιστές του κινήματος που καταγγέλλουν τις ακρότητες που επιβάλλει το χρηματοπιστωτικό κατεστημένο και τις ολοένα μεγαλύτερες ανισότητες.
Το κίνημα αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό και σηματοδοτεί την αφύπνιση ενός μέρους του αμερικανικού λαού. Προτού κάποιος βιαστεί να χαρακτηρίσει ως μη αξιοσημείωτο το συγκεκριμένο κίνημα, οφείλει να σκεφτεί ότι στις ΗΠΑ σπάνια ακούγαμε να γίνεται κάποια διαμαρτυρία, μια μαζική αντίδραση σε οικονομικά ή κοινωνικά μέτρα. Είχε δημιουργηθεί η εντύπωση, ότι η πλειοψηφία των πολιτών είναι παθητικοί δέκτες πολιτικών και υπάκουοι ακόλουθοί τους. Είναι σημαντική η κινητοποίηση που γίνεται μιας και δεν έχει χρώμα και ενδεχομένως να σηματοδοτεί την παγκόσμια ανάγκη αφύπνισης και αντιμετώπισης της κρίσης που διανύουμε και ξεκίνησε από την Αμερική τρία χρόνια πριν. Η απαρχή της κρίσης χρονολογείται στο 2007, καθώς τότε στα μέσα εκείνου του έτους, και ενώ στα περισσότερα κράτη εμφανίζονται σταθερές οικονομίες, οι Η.Π.Α. αντιμετωπίζουν την πρώτη κρίση. Η χαλαρή νομισματική πολιτική της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας (FED), καθώς και τα χαμηλά επιτόκια και οι χαμηλές αποδόσεις των επενδύσεων οδήγησαν την αγορά ακινήτων σε «φούσκα». Οι τιμές στα ακίνητα έπεφταν, μέχρι που το κλίμα αντιστράφηκε και η αγοραστική δύναμη έδωσε τη θέση της στην υπερχρέωση. Επιπλέον, οι εταιρίες αξιολόγησης πιστοληπτικού κινδύνου είχαν δώσει υψηλή βαθμολογία (ΑΑΑ) σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα, τα οποία όμως στηρίζονταν στη «φούσκα» της αγοράς ακινήτων. Η αδυναμία των ελεγκτικών θεσμών των Η.Π.Α. να προβλέψουν τις δυσμενείς συνέπειες ήταν καταλυτική και όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε τη συνέχεια της κρίσης που σκέπασε εν συνεχεία και την Ευρώπη.
Οι Αμερικανοί πολίτες άρχισαν σταδιακά να καταλαβαίνουν πως λειτουργεί η αγορά του χρήματος και ξετυλίχθηκε μπροστά στα μάτια τους το κουβάρι των ευθυνών της Γουόλ Στριτ για την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε. Τα μέλη του κινήματος υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει το 99% των ανθρώπων να ενταφιάζεται για να συνεχίσει να ζει πλουσιοπάροχα το 1%. Το κίνημα είναι σημαντικό γιατί βάζει στην αμερικάνικη, και όχι μόνο, ατζέντα το θέμα της κοινωνικής αναγέννησης κόντρα στις αξιώσεις της οικονομίας και της κυριαρχίας των χρηματαγορών. Η απαίτηση για βαθιά αλλαγή – όχι προσωρινές ''διορθώσεις'' και μονοδιάστατες μεταρρυθμίσεις – είναι η κινητήριος δύναμη του κινήματος. Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό του κινήματος είναι ότι συνδυάζει το τοπικό με το παγκόσμιο, καθώς άνθρωποι από διαφορετικές πόλεις στον κόσμο φτιάχνουν τις δικές τους κινήσεις ανάλογα με τις δικές τους ανάγκες. Αυτό που μοιράζονται όμως από κοινού είναι η ταύτισή τους με το 99%, δημιουργώντας ένα υπέρογκο κύμα αλληλεγγύης και υποστήριξης. Το κίνημα έχει καταφέρει να εκφράσει τα συνολικά προβλήματα των λαών της Δύσης και να στοχεύσει κατάλληλα: περιβάλλον και άνθρωπος θα πρέπει να πάψουν πια να είναι τα θύματα της άπληστης αισχροκέρδειας των μεγάλων εταιρειών. Το μέλλον του κινήματος σίγουρα θα κριθεί σύντομα όμως αναμφίβολα, οι πρώτες εντυπώσεις είναι με το μέρος του.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΛΑΘΟΣ ΓΑΠ ΚΑΙ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Ο Γιώργος Παπανδρέου στους μήνες που θήτευσε στον πρωθυπουργικό θώκο, κατηγορήθηκε από πολλούς για διάφορες αστοχίες, ολιγωρίες και λάθη. Πλέον η δημοφιλία του είναι σε πολύ χαμηλό επίπεδο και σύμφωνα με πρόσφατη δήλωσή του θα αποχωρήσει από την προεδρία του ΠΑΣΟΚ. Προτού κάποιος αποφασίσει να κρίνει τον κ. Παπανδρέου και κατ’ επέκταση την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να λάβει υπόψη ένα σημαντικότατο γεγονός: όταν το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε την εξουσία το 2009 είχε ήδη ξεκινήσει η παγκόσμια οικονομική κρίση και η Ελλάδα ως χώρα με προβληματική οικονομία ήταν δύσκολο έως απίθανο να μείνει ανεπηρέαστη από τις εξελίξεις. Το οικονομικό πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους ήταν πρόβλημα ευρωπαϊκό όπως έδειξε και η πορεία και όχι αμιγώς ελληνικό. Μετά την Ελλάδα ακολούθησαν χώρες με πολύ ισχυρές οικονομίες όπως η Ισπανία και η Ιταλία.
Εκτός όμως από τις εξελίξεις οι οποίες δεν ήταν καθόλου με το μέρος της χώρας μας, η κυβέρνηση και ο κ. Παπανδρέου προσωπικά έκαναν ένα σοβαρό λάθος και μάλιστα πολύ νωρίς: Άργησαν υπερβολικά να αναγνωρίσουν το μέγεθος του προβλήματος και να πάρουν τα αναγκαία μέτρα για να σωθεί έστω στο ‘και πέντε’ η παρτίδα. Η κυβέρνηση από την πρώτη μέρα θα έπρεπε να διαπιστώσει την έκταση του προβλήματος και να λάβει αποφασιστικά και γρήγορα μέτρα. Αντί να συμβεί αυτό, το ΠΑΣΟΚ πιστό στις προεκλογικές του δεσμεύσεις, άργησε πολύ να αντιληφθεί την κατάσταση. Και δεν είναι μόνο αυτή η ολιγωρία που έδειξε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Ο πρώην υπουργός Οικονομίας κ. Παπακωνσταντίνου, προτού καν η χώρα αναγκαστεί να ζητήσει την προσφυγή της στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αρνήθηκε να αντλήσει χρήματα από τις διεθνείς αγορές. Τον Ιανουάριο του 2010 βγήκε ο υπουργός να δανειστεί από τις αγορές 5 δισ. ευρώ και ενώ οι αγορές του πρόσφεραν 25 δισ. ευρώ, εκείνος πήρε μόνο οκτώ. Τότε το επιτόκιο δανεισμού ήταν στις 250 μονάδες... Αυτή του η επιλογή κόστισε στη χώρα πάρα πολλά και από τότε το κόστος δανεισμού αντί να μειωθεί, όπως υποστήριζε ο υπουργός, έφτασε στις 400, 800, 1.200 και τελικά πλησίασε τις 1.500 μονάδες. Ένα ακόμα σοβαρό λάθος του κ. Παπακωνσταντίνου ήταν οι διάφορες δηλώσεις του που έσπερναν τον φόβο και την ανησυχία στην αγορά, στους μεγάλους αλλά και στους μικρούς καταθέτες, με αποτέλεσμα να υπάρχει -σε κύματα μετά τις δηλώσεις του- απόσυρση των καταθέσεων από τις τράπεζες. Αρχικά απέσυραν τα χρήματά τους οι μεγαλοκαταθέτες που τα έστειλαν στο εξωτερικό και μετά οι μικρότεροι που τα φύλαγαν σε θυρίδες ή στο σπίτι. Συνολικά, σε ενάμιση χρόνο οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά 50 δισ. Ευρώ (από τα 250 στα 200), προκαλώντας τεράστιο πρόβλημα στις τράπεζες και στη χρηματοδότηση της οικονομίας.
Ένα ακόμα μεγάλο λάθος της κυβέρνησης, ήταν η απογραφή που έκανε μόλις ανέλαβε την εξουσία. Αυτό ήταν τεράστιο λάθος, αντάξιο εκείνου που είχε κάνει ο κ. Αλογοσκούφης και η ΝΔ, διότι αφενός αύξησε το έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ και αφετέρου καταρράκωσε την αξιοπιστία της Ελλάδας στην Ευρώπη. Με την κίνηση της απογραφής ενδεχομένως να πίστευε η κυβέρνηση ότι οι Ευρωπαίοι θα την εμπιστευόντουσαν και θα την στήριζαν, όμως η αντίδραση των τελευταίων ήταν ακριβώς η αντίθετη διότι ένιωθαν να εμπαίζονται συνεχώς από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Μέσα σε γενικές γραμμές, τα παραπάνω συνθέτουν το πάζλ των σοβαρότερων λαθών του κ. Παπανδρέου και του κ. Παπακωνσταντίνου. Ουδείς είναι σε θέση να γνωρίζει πως θα είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα αν τα παραπάνω λάθη είχαν αποφευχθεί. Ενδεχομένως να μην ήταν αναγκαίες οι συνεχιζόμενες θυσίες του ελληνικού λαού και η προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, αν δεν είχε αποτραπεί, να γινόταν με καλύτερους όρους για τη χώρα μας. Και για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ τα πράγματα ίσως ήταν καλύτερα αλλά κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα παραπάνω ήταν κάποια σοβαρά λάθη που έγιναν αρκετά νωρίς και τα αποτελέσματα αυτών των επιλογών θα μπορούν να τα κρίνουν καλύτερα και πιο σφαιρικά οι ιστορικοί του μέλλοντος.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ

Περίπου δυο μήνες μετά την ορκωμοσία της, η κυβέρνηση Παπαδήμου φαίνεται πως αποτυγχάνει, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έχει καταφέρει στο ελάχιστο να υλοποιήσει τις προγραμματικές εξαγγελίες της και τους σκοπούς για τους οποίους στηρίχθηκε από ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑ.Ο.Σ. Στο μοναδικό σημείο στο οποίο δείχνει να πετυχαίνει είναι στον κατευνασμό της λαϊκής οργής καθώς στο διάστημα αυτό ούτε μεγάλες διαδηλώσεις έχουν γίνει κατά της κυβέρνησης ούτε κυνηγάει κανείς τους υπουργούς και τους βουλευτές, όπως στο πρόσφατο παρελθόν. Η αποτυχία του Παπαδήμου περισσότερο οφείλεται στα μεσσιανικά χαρακτηριστικά που του είχαν προσδώσει τα ΜΜΕ και εξέχουσα μέλη της πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Στα μάτια του Παπαδήμου έβλεπαν τον κατάλληλο τεχνοκράτη στην κατάλληλη θέση και λόγω του επαγγελματικού παρελθόντος του είχαν καλλιεργηθεί μεγάλες ελπίδες για τη σωτηρία της χώρας. Αντ’ αυτού, δεν έχει καταφέρει ο μεταβατικός Πρωθυπουργός να πείσει τους ευρωπαίους εταίρους, ενώ το PSI, δηλαδή το εθελοντικό πρόγραμμα ανταλλαγής ελληνικών ομολόγων με «κούρεμα» 50%, έχει κολλήσει και δεν είναι και τόσο αισιόδοξα τα μηνύματα που φτάνουν από την Ευρώπη και τους ιδιώτες.
Εκτός από την αναποτελεσματικότητα, η μεταβατική κυβέρνηση πολιορκείται από συγκρούσεις και αρρυθμίες μεταξύ των συμμετεχόντων σε αυτή. Στο ΠΑΣΟΚ έχει ανοίξει η συζήτηση για την επόμενη μέρα και οι κάθε λογής ‘δελφίνοι’ ακονίζουν τα μαχαίρια τους, στη ΝΔ βλέπουν ότι χάνουν σε ποσοστό πρόθεσης ψήφου από τη στιγμή που αποφάσισαν να στηρίξουν τη νέα κυβέρνηση. Ακόμη και ο Γιώργος Καρατζαφέρης, ο οποίος πέτυχε απολύτως το στόχο του να πάρει το ΛΑΟΣ από το ακροδεξιό περιθώριο και να το κάνει «αξιοπρεπή συγκυβερνήτη» μαζί τόσο με το ΠΑΣΟΚ όσο και με τη ΝΔ, προσπαθεί τώρα να απαλλαγεί από το πολιτικό και εκλογικό βάρος της συγκυβέρνησης, την οποία απορρίπτει μεγάλο μέρος της βάσης του και η οποία μειώνει ήδη αισθητά την επιρροή του κόμματός του. Με λίγα λόγια η έστω υποτυπώδης αρχική συμφωνία των τριών κομμάτων τορπιλίζεται από τα εκατέρωθεν εσωκομματικά και εκλογικά προβλήματα. Ένα ακόμα σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η μεταβατική κυβέρνηση, είναι ότι η απαισιοδοξία που νιώθουν οι πολίτες για το αύριο όχι μόνο δεν έχει μετριαστεί αλλά αυξάνεται. Η απαισιοδοξία των πολιτών για το αύριο είναι κάτι παραπάνω από δικαιολογημένη μιας και καθημερινά γίνονται μάρτυρες της όλο και αυξανόμενης ανεργίας, βλέπουν δεκάδες επιχειρήσεις να κατεβάζουν ρολά ενώ ταυτόχρονα περιμένουν με τρόμο τη νέα φοροεπιδρομή. Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση κάθε φορά που βλέπει διαφαινόμενα ελλείμματα στον προϋπολογισμό ετοιμάζει νέους φόρους. Η παντελώς λάθος εκτίμηση των τροϊκανών για το ελληνικό δημόσιο χρέος φέρνουν κάθε φορά νέους φόρους και μειώσεις μισθών και συντάξεων. Όμως ο κόσμος δεν μπορεί για κάθε κυβερνητική αποτυχία και ευρωπαϊκή ολιγωρία να πληρώνει συνέχεια το μάρμαρο.
Αν συνεχιστεί η κυβερνητική αποτυχία και η ευρωπαϊκή ολιγωρία, τότε δεν θα αργήσει η επιστροφή στη δραχμή. Το έχουμε επισημάνει εδώ και καιρό ότι ο κίνδυνος όχι μόνο δεν έχει φύγει αλλά όλο και πλησιάζει. Η παραμονή στο Ευρώ απαιτεί θυσίες αλλά πρέπει αυτές να κατανεμηθούν ισομερώς. Οφείλει η κυβέρνηση να προστατεύσει τα αδύναμα στρώματα και να τους κάνει με τις πολιτικές της να βρουν τη χαμένη αισιοδοξία τους. Το ερώτημα που ευλόγως προκύπτει είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη κυβέρνηση μπορεί να το πετύχει αυτό. Οι πρώτες ενδείξεις είναι αρνητικές. Όσο συνεχίζεται η ασυνεννοησία ανάμεσα στα συμμετέχοντα κόμματα, όσο οι φόροι πολλαπλασιάζονται και τέλος όσο παραμένουν οι πολίτες απαισιόδοξοι τίποτα θετικό δεν πρόκειται να συμβεί. Και βεβαίως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο λαός στις περασμένες εκλογές δεν ψήφισε ούτε τον κ. Παπαδήμο για Πρωθυπουργό, ούτε πρόκρινε με την ψήφο του μια κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας. Μιας και οι συνθήκες απαιτούν από όλους ωριμότητα, όλα τα κόμματα πρέπει ξεκάθαρα από τώρα να μιλήσουν για το σήμερα και το αύριο της χώρας και ακολούθως πρέπει ο κυρίαρχος λαός να εκφραστεί το συντομότερο δυνατόν στις κάλπες. Όσο παρατείνεται η τωρινή στασιμότητα, τόσο περισσότερο θα βαλτώνει η οποιαδήποτε ελπίδα της χώρας για φυγή προς τα εμπρός.