Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

50 ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΑΚΟΜΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΝΟΣΤΑΛΓΟΙ



Από την 21η Απρίλη του 1967 πέρασε κιόλας μισός αιώνας. Πενήντα χρόνια και η λογική λέει ότι οι νοσταλγοί αυτής της μαύρης περιόδου θα λιγόστευαν. Αντ΄αυτού, ακόμα υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι αναπολούν τη χούντα των συνταγματαρχών και τη συγκρίνουν με την τωρινή κατάσταση της χώρας. Οι φράσεις ‘μια χούντα χρειαζόμαστε’ ή ‘στη χούντα περνάγαμε καλύτερα’ ακούγονται από αρκετά χείλη, ακόμα και από δημοκρατικούς ανθρώπους, οι οποίοι τότε έδωσαν τον δικό τους αγώνα. ‘Με τη χούντα κοιμόμασταν με τις πόρτες ανοιχτές’ λένε οι πάσης φύσεως νοσταλγοί. Με τις πόρτες ανοιχτές και με τα στόματα ερμητικά κλειστά και φιμωμένα… 'Στη χούντα αν δεν μιλούσες και κοιτούσες τη δουλειά σου, περνούσες καλά και δεν σε πείραζε κανένας'. Σωστά, η χούντα ήθελε παντελώς άβουλους ανθρώπους, ατομιστές ώστε να μην δημιουργηθούν συλλογικότητες και κυριαρχήσει η αλληλεγγύη. Λογάριαζαν όμως χωρίς τον ξενοδόχο…  Η δημοκρατία δεν είναι το τέλειο πολίτευμα, δεν υπάρχει εξάλλου πουθενά στη ζωή η τελειότητα. Η χούντα φρόντισε με τις πράξεις της να μας διδάξει ότι δεν φταίει για όλα η δημοκρατία. Οι συνταγματάρχες υποτίθεται ότι ήρθαν για να θεραπεύσουν τις πολιτικές παθογένειες της εποχής και  με τη δύναμη των όπλων έθεσαν εκτός πλαισίου τον κομματικό ανταγωνισμό. Παρόλα αυτά, τα προβλήματα όχι μόνο δε λύθηκαν αλλά οξύνθηκαν.   

Πόσοι είναι άραγε αυτοί που αναπολούν ακόμα τα έργα της ΜΟΜΑ; Πάρα πολλοί. Αυτοί οι ίδιοι όμως αρνούνται να πιστέψουν ότι τα περισσότερα από αυτά τα έργα έγιναν για να μπορεί η χούντα να έχει αυτιά και μάτια ακόμα και στο πιο απομακρυσμένο χωριό.  
Επίσης, κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσει ο μύθος ότι η χούντα δεν άφησε χρέος. Το δημόσιο χρέος από 32 δισ. δραχμές που ήταν το 1966 εκτινάχτηκε στα 87,5 δισεκατομμύρια δραχμές τον Ιανουάριο του 1973 ενώ το 1974 απογειώθηκε στα 114 δισ. δραχμές. Σε έξι χρόνια οι χουντικοί ανέβασαν το χρέος 1,5 φορά απ’ όσο είχε αυξηθεί σε περίοδο 145 χρόνων… Η χούντα φρόντιζε να δίνει πάσης φύσεως προνόμια στα ντόπια και τα ξένα συμφέροντα και από  την άλλη ξετίναξε όλους τους  οικονομικούς δείκτες, αποσάθρωσε την εγχώρια παραγωγή, και η πλασματική «ανάπτυξη» που έφερε βασίστηκε σε αθρόες εισαγωγές, επιμήκυνση πιστώσεων και τεχνητή κυκλοφορία χρήματος, που προέκυπτε από αναγκαστικό δανεισμό κι άλλες τέτοιες υψηλού επιπέδου δημοσιονομικές αλχημείες.

Η χούντα πίστευε ότι με την πολιτική της θα μπορούσε να διχάσει τους Έλληνες ώστε να μακροημερεύσει. Τελικά αυτό που πέτυχε είναι να τους φέρει πιο κοντά και να τους δώσει δύναμη ώστε να ενωθούν για την ανατροπή της. Πολλοί θα πουν ότι οι κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης ήταν αυτές που πρόδωσαν τον ελληνικό λαό και όχι η χούντα. Η γενικότερη αποτυχία των κυβερνήσεων αυτών έχει ‘αναγκάσει’ πολλούς να μνημονεύουν και να αναπολούν τη χούντα. Παρόλα αυτά, όταν τα πράγματα πήγαιναν καλά, όταν υπήρχε ανάπτυξη, εργασία, υψηλές αποδοχές και ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο, κανείς δε μιλούσε. Ο κόσμος άλλωστε πάντα πιστεύει ότι αξίζει τα πάντα. Προσπαθεί δεν προσπαθεί, αξίζει πάντα τα καλύτερα γιατί…έτσι. Όταν τα παιδιά των νοσταλγών της χούντας διορίζονταν από τις ‘προδοτικές’ κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, τότε ήταν όλα καλά. Όταν οι ίδιοι κέρδιζαν στο χρηματιστήριο ήταν όλα ανθηρά. Όταν μετά από χρόνια φούσκας, σπατάλης και δανεικών μας ήρθε ο λογαριασμός, τότε είναι που αναπολούμε τη χούντα και κατακεραυνώνουμε τη δημοκρατία. Ανάληψη ευθύνης καμία και πάντα φταίνε οι άλλοι… Πολύ βολικό…

Η μνήμη των ανθρώπων είναι τις περισσότερες φορές αρκετά κοντή και κυρίως επιλεκτική.  Όλοι αυτοί που αναπολούν τη χούντα ξεχνούν τις κραυγές των ανθρώπων από τα βασανιστήρια της ΕΑΤ – ΕΣΑ, λησμονούν την προδοσία της Κύπρου και την τρομοκρατία που επέδειξε η χούντα για να καταλάβει την εξουσία. Η ουσία είναι ότι όσο και να ‘ξεχάσουν’ αυτοί και εμείς, όσο και αν προσπαθούν κάποιοι να μας κάνουν πλύση εγκεφάλου και να ξεπλύνουν τα γεγονότα της χούντας, η ιστορία έχει γράψει με κατάμαυρες σελίδες εκείνη την επταετία και ευθύνη όλων μας είναι να μην υπάρξει ποτέ ξανά.

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

ΚΑΘΗΛΩΜΕΝΗ ΕΥΡΩΠΗ


Εξήντα ολόκληρα χρόνια γιορτάζει η Ευρωπαϊκή Ένωση και αν μη τι άλλο βρίσκεται στο κρισιμότερο σταυροδρόμι της. Έχοντας διανύσει μια πορεία έξι δεκαετιών, δεν θα μπορούσε να φανταστεί μεγαλύτερο ‘δώρο’ – δοκιμασία από το διαζύγιο με το Ηνωμένο Βασίλειο.  Βεβαίως το διαζύγιο αυτό δεν προέκυψε από το πουθενά. Σίγουρα ευθύνεται ο λαϊκισμός αρκετών πολιτικών, οι οποίοι έπαιξαν αρκετά προσωπικά παιχνίδια στις πλάτες του βρετανικού λαού. Όμως, όπως σε όλα τα διαζύγια, έτσι και στο συγκεκριμένο, φταίνε πάντα και οι δυο. Το ευρωπαϊκό σχέδιο και ιδεώδες ενδεχομένως να είναι πιο ξένο από ποτέ στους πολίτες της γηραιάς ηπείρου. Εξάλλου από τη Συνθήκη της Ρώμης το 1957 έχουν αλλάξει άρδην τα πράγματα και από τον οραματιστή Μονέ φτάσαμε στην Ευρώπη του Σόιμπλε και του Ντάισεμπλουμ…
 
Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση περνά μια κρίση που δεν έχει προηγούμενο και την απειλεί άμεσα με διάλυση. Μετά την ευφορία της δεκαετίας του ’80 , καθώς και της δεκαετίας του ’90, με την επιτυχή κατάληξη της πορείας προς την νομισματική ένωση, το ευρωπαϊκό εγχείρημα έχει χάσει το δυναμισμό και τον προσανατολισμό του. Με την αναγκαία  διεύρυνση, διευρύνθηκαν και τα ελλείμματα πάσης μορφής: Έλλειμμα δημοκρατικής λειτουργίας και νομιμοποίησης, έλλειμμα διαφάνειας, έλλειμμα κοινωνικής πολιτικής, έλλειμμα συνοχής, έλλειμμα κοινής στρατηγικής απέναντι στις προκλήσεις του σημερινού κόσμου. Με άλλα λόγια, μπροστά στη διεύρυνση και το κοινό νόμισμα, η Ευρώπη ξέχασε την αλληλεγγύη και ποτέ δεν έδρασε ως ενιαίος φορέας για την προάσπιση των συμφερόντων των ευρωπαίων πολιτών. Αν εξαρχής είχε θεσπιστεί κοινός ευρωπαϊκός προϋπολογισμός, κοινό σύστημα φορολόγησης και αμοιβών, στιβαρή ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική και προάσπιση της εργασίας, τότε τα πράγματα δεν θα είχαν πάρει αυτή την εφιαλτική τροπή. Βεβαίως αυτό θα συνεπαγόταν εκχώρηση μεγάλου μέρος των εθνικών αρμοδιοτήτων σε έναν πανίσχυρο υπερεθνικό θεσμό. Όμως, σήμερα, η εκχώρηση που έχει γίνει δεν είναι μεγαλύτερη;

Η σημερινή οικονομική και κυρίως πολιτική κρίση που εκδηλώνεται στους κόλπους της Ε.Ε. είναι μια νέα φάση, μέσα από την οποία πολλά μπορούν να συμβούν. Η Ευρώπη που θέλουν οι πολίτες δεν μπορεί παρά να είναι μια βαθιά δημοκρατική συλλογική οντότητα εθνών, λαών και κρατών. Σε κάθε διαφορετική περίπτωση δεν πρόκειται να έχει μακρινή ιστορική διαδρομή. Μια Ευρώπη του κεφαλαίου και του τραπεζικού συστήματος, μια Ευρώπη διχασμένη σε Νότο και Βορρά, όχι μόνο δεν έχει προοπτική, αλλά μπορεί να επιφέρει και ιστορική ζημιά, μεγαλύτερη από όση έχει ήδη προκληθεί.  Η κ. Μέρκελ και τα κράτη που την υποστηρίζουν, θέλουν μια Γερμανική Ευρώπη με μοναδικό πεδίο ολοκλήρωσης εκείνο της οικονομίας χωρίς κοινωνική συνοχή και πολιτική νομιμοποίηση. Τέτοια Ευρώπη πρέπει οπωσδήποτε να αποτραπεί. Μήπως όμως είναι ήδη αργά για δάκρυα και το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω; Ουδείς μπορεί να απαντήσει με σιγουριά, όμως η προσπάθεια σύγκλισης είναι μονόδρομος. 

Είναι αναγκαία μια Ευρώπη με αξιακά προστάγματα εκείνα της ειρήνης, της αλληλεγγύης, της άμβλυνσης των ανισοτήτων και της κοινωνικής προόδου. Για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες ανεξαιρέτως. Η κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, έχει δημιουργήσει σε πάρα πολλούς συμπολίτες μας αρνητικά αισθήματα για την Ευρώπη. Όμως η αλήθεια είναι ότι χρειαζόμαστε περισσότερη, και όχι λιγότερη, Ευρώπη. Απέναντι στην πρωτοκαθεδρία των αγορών εις βάρος κοινωνίας και πολιτικής, οι ευρωπαίοι πολίτες πρέπει να αγωνιστούν για περισσότερο εκδημοκρατισμό, για ίσες ευκαιρίες και για καλυτέρευση του βιοτικού τους επιπέδου. Να αγωνιστεί ο καθένας από το δικό του μετερίζι, μακριά από τις σειρήνες του λαϊκισμού, του ρατσισμού και της Άκρας Δεξιάς. Οι ευρωπαίοι ηγέτες οφείλουν να ξεπεράσουν τις συμπλεγματικές τους απόψεις, να απαγκιστρωθούν από τη μονοδιάσταση προάσπιση των συμφερόντων των κρατών τους και να δράσουν από κοινού για θεσμική εμβάθυνση, ουσιαστική ενοποίηση και κοινή πολιτική απέναντι στις ολοένα και πιο περίπλοκες παγκόσμιες προκλήσεις. 

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ ΚΑΙ ΑΝΙΚΑΝΟΙ


Τελειώνει και ο Φλεβάρης και ακόμα να τελεσφορήσει  η αξιολόγηση, η οποία ήταν να κλείσει πριν από ένα χρόνο. Ουδείς γνωρίζει πότε θα κλείσει και πόσο χρόνο θα πάρει και ως φαίνεται δεν πολύ-ασχολούνται οι εταίροι καθώς θεωρούν το ελληνικό πρόβλημα χαμένη υπόθεση. Τα πιο σοβαρά θέματα παραμένουν ανοιχτά και μετά από καιρό επανήλθε στο τραπέζι το Grexit. Ο κ. Ντάισεμπλουμ, δήλωσε ορθά κοφτά ότι αν δεν συνεχίσει να συμμετέχει  το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, η πτώχευση της Ελλάδας είναι δεδομένη. Η κυβέρνηση παραμένει εξαιρετικά αναποτελεσματική και προσκολλημένη στις ιδεολογικές της αγκυλώσεις: Από τη μια κάνει ό,τι μπορεί για να μονιμοποιήσει συμβασιούχους, και από την άλλη κάνει επίσης ό,τι μπορεί για να τρενάρει τις επενδύσεις. Τρανταχτό παράδειγμα το Ελληνικό. Ο ΣΥΡΙΖΑ σκεπτόμενος μικροπολιτικά, θέλει να κλείσει το μάτι σε ένα εκλογικό σώμα το οποίο θα χρειαστεί στις ερχόμενες εκλογές, μποϊκοτάροντας ταυτόχρονα την ανάπτυξη. Οι  πολιτικές επιλογές του περιορίζονται μόνο στο πως θα διεκδικήσει ξανά την εξουσία (ως λάφυρο) και όχι στο πως θα βγει η χώρα από το αδιέξοδο.


 Μπορεί ακόμα να υπάρχουν συμπολίτες μας που υποστηρίζουν ότι «δεν φταίνε αυτοί, δυο χρόνια είναι στην εξουσία, οι άλλοι φταίνε που ήταν σαράντα», όμως η πικρή αλήθεια είναι ότι η παρούσα συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει κάνει πάρα πολύ μεγάλο κακό σε εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα. Η εποχή του Γιάνη, της μαγκιάς και του ψευτο-εκβιασμού κόστισε στη χώρα 85 δις ευρώ και εκτός αυτού στα μάτια Ευρωπαίων και μη η κυβέρνηση έδωσε τη χειρότερη εικόνα. Τα capital controls διέλυσαν την οικονομία και η κυβέρνηση χωρίς το παραμικρό σχέδιο, με συνεχιζόμενες ανακολουθίες, αντιφάσεις και διγλωσσία κατάφερε να χάσει πολύτιμο χρόνο, πολλά εκατομύρια και οδηγηθήκαμε εύκολα σε νέο μνημόνιο. Και οσονούπω θα οδηγηθούμε σε ένα ακόμα και μαζί με αυτό θα έρθουν και άλλοι φόροι, και άλλα λουκέτα, κι άλλες χαμένες θέσεις εργασίας. Η άμεση και έμμεση φορολογία από τις αρχές του χρόνου έχει πάρει τον ανήφορο, όμως η κυβέρνηση δεν φαίνεται να προβληματίζεται ιδιαιτέρως, καθώς όπως δήλωσε πρόσφατα ο κ. Κουρουμπλής, η κυβέρνηση μπορεί να βάλει και άλλους φόρους προκειμένου να γλιτώσει την περικοπή συντάξεων. Προτιμότεροι λοιπόν οι φόροι, να διαλύσουμε τους ελεύθερους επαγγελματίες -μιας και δεν φαίνεται ότι θα μας ξαναψηφίσουν-, και κλείνουμε το μάτι στους συνταξιούχους, οι οποίοι βεβαίως έχουν γονατίσει τόσα χρόνια, έχουν χάσει κάθε ελπίδα και αξιοπρέπεια και άθελά τους παίρνουν μέρος στο μικροπολιτικό παιγνίδι του ΣΥΡΙΖΑ. 


Ενώ η κυβέρνηση συνεχίζει να μην κάνει το παραμικρό και αναλώνεται στο πως θα γεμίσει το κράτος με ημετέρους ώστε να μπορεί να ελέγχει και να δυσκολεύει το έργο της επόμενης κυβέρνησης, η αγορά έχει στεγνώσει εντελώς και οι καταθέσεις συνεχίζουν να κάνουν φτερά κατά εκατομμύρια από τις τράπεζες. Μπορεί η διαπραγμάτευση να παραμένει μετέωρη, όμως ο κ. Τσακαλώτος αδιαφορεί για τις υποχρεώσεις του και βρίσκει το χρόνο να βρεθεί στη σουίτα του κ. Σαββίδη ψάχνοντας για στήριξη της κυβέρνησης και ευελπιστώντας στη ρωσική βοήθεια. Οι κυβερνητικοί χειρισμοί δείχνουν για πολλοστή φορά την ανικανότητα σε όλο της το μεγαλείο. Και μιας και δεν γίνονται επενδύσεις στη χώρα και δεν έρχεται με κανέναν τρόπο η ανάπτυξη, πάντα βρίσκεται ένας «χρήσιμος» βουλευτής ή στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ που πετάει στον ανεμιστήρα γενικότητες για επιστροφή στη δραχμή, και για πολλοστή φορά η κοινή γνώμη αποπροσανατολίζεται και δημιουργείται περαιτέρω διχασμός στους πολίτες. Εξάλλου είναι γνωστή η τακτική και το παιγνίδι των κυβερνόντων: πετάμε την μπάλα στην εξέδρα και τις ευθύνες από την πλάτη μας και περιμένουμε τις εκλογές με την κρυφή ελπίδα ότι θα χάσουμε και θα γυρίσουμε στην εύκολη αντιπολίτευση. Εκεί όπου όλα επιτρέπονται και ο λαϊκισμός είναι δωρεάν.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

ΧΑΡΑ ΜΑΣ Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ



Η οικονομική κατάσταση της χώρας δεν γίνεται αντιληπτή μόνο στις μειώσεις μισθών και συντάξεων. Όσοι έχουν αίσθηση της αγοράς την βλέπουν καθημερινά από τις δεκάδες επιχειρήσεις που ενώ προσπάθησαν με νύχια και με δόντια να επιβιώσουν, βαράνε κανόνι η μια μετά την άλλη. Το κανόνι μάλιστα είναι αναπόφευκτο όταν η επιχείρηση δανειζόταν περισσότερο από όσο μπορούσε και περιστατικά κακοδιαχείρισης κυριαρχούσαν. Εξαίρεση στον κανόνα δεν μπορεί να μην είναι και ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη. Παρά τη δραματική μείωση του προσωπικού και την επί μήνες εθελοντική εργασία των παραμεινάντων υπαλλήλων, ο οργανισμός  βρίσκεται στο χείλος της πτώχευσης, γεγονός το οποίο θα οδηγήσει στην ανεργία πολλούς συνανθρώπους μας, θα επιφέρει μεγάλο πλήγμα στην ενημέρωση και θα δημιουργήσει μια μεγάλη τρύπα στον επιχειρηματικό καμβά. 
 
Όλα τα παραπάνω μας γεμίζουν θλίψη και συμπάσχουμε με τους εργαζομένους. Ή μήπως όχι; Εννοείται πως όχι, όταν μιλάμε για την μνημονιακή Ελλάδα στην οποία περισσότερο από ποτέ στη σύγχρονη ιστορία της γιγαντώθηκε ο λαϊκισμός, η διαίρεση, το μίσος και ο διχασμός. Είναι αμέτρητοι εκείνοι οι οποίοι βιάστηκαν να μοιραστούν τη χαρά τους στα κοινωνικά δίκτυα για το επικείμενο κλείσιμο του ΔΟΛ. Με λόγια μίσους και ανακούφισης πανηγύριζαν για την απώλεια εκατοντάδων θέσεων εργασίας. Οι περισσότεροι δεν ήξεραν καν τον λόγο για τον οποίο πανηγύριζαν. Έτσι τους είπαν, έτσι έπραξαν. Σαν πιστοί αυλικοί, πρόθυμοι υπηρέτες συμφερόντων τρίτων.  

Ο ρόλος του ΔΟΛ, οι σχέσεις του με την εξουσία και η διαχρονική του πορεία στην ελληνική πραγματικότητα θα κριθούν από την ιστορία. Ο καθένας μπορεί να έχει την άποψή του για τα παραπάνω όμως το σημαντικότερο στην προκειμένη είναι η χαρά του κόσμου με τη δυστυχία του άλλου. Τα χρόνια της κρίσης, πολλοί συμπολίτες μας μπολιάστηκαν με μίσος και αντί να ασχοληθούν με τα δικά τους προβλήματα έβρισκαν νόημα ύπαρξης να μοιράζουν ‘ψόφους’ και κατάρες. Αν ο γείτονας είχε άλλες απόψεις από τις δικές μας ήταν προδότης και γερμανοτσολιάς. Αν ο γνωστός μας ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, στα μάτια μας φάνταζε απατεώνας και λαμόγιο. Ο φίλος μας ο δημόσιος υπάλληλος ήταν αυτομάτως τεμπέλης και λουφαδόρος. Το γενικότερο τσουβάλιασμα του κόσμου και οι ταμπέλες που βάζαμε ως άλλοι θεϊκοί κριτές, ήταν και είναι αγαπημένο χόμπι του κόσμου. 

Και αυτός ο κόσμος δεν πρόκειται να ησυχάσει μέχρι ο γνωστός μας ο επιχειρηματίας να βάλει λουκέτο στην επιχείρησή του και ο φίλος μας ο δημόσιος υπάλληλος να απολυθεί. Έχουμε βρει το αληθινό νόημα της χαράς μας στο πως θα καταφέρουμε να οδηγηθεί ο διπλανός μας στο ίδιο (προς τα κάτω) επίπεδο με εμάς. Έχουμε αλλεργία στην επιτυχία των άλλων και ο φθόνος επικρατεί κατά κράτος της αληθινής χαράς. Άλλωστε στη χώρα μας διαχρονικά φθονούσαμε την κατσίκα του γείτονα και θέλαμε να ψοφήσει. Πλέον έχουμε φτάσει στο αρρωστημένο σημείο που θέλουμε να ψοφήσει και ο ίδιος ο γείτονας.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

ΑΝΑΞΙΟΙ ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΚΡΙΣΙΜΗ ΣΤΙΓΜΗ





Η επίσκεψη του απερχόμενου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Μπαράκ Ομπάμα στη χώρα μας θα δείξει μακροπρόσθεσμα αν απέφερε καρπούς στο θέμα του χρέους, των ελληνοτουρκικών, του Κυπριακού ή αν στη βαλίτσα του είχε κάποιες συμφέρουσες επενδύσεις. Παρόλα αυτά, ο άμεσος αντίκτυπος του σύντομου ταξιδιού του ήταν κάτι παραπάνω από θετικός: Απλός, προσηνής, χαμογελαστός και επικοινωνιακά άριστος, έκανε την καλύτερη διαφήμιση στη χώρα μας, η οποία μετά από καιρό βρέθηκε στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος για κάτι που δεν ήταν αρνητικό. Η επίσκεψη του Μπαράκ Ομπάμα φρόντισε να βγάλει στην επιφάνεια για ακόμη μια φορά μια από τις μεγαλύτερες κυβερνητικές αδυναμίες. Ή μάλλον τη μεγαλύτερη: Έδειξε με τον πλέον τρανταχτό τρόπο ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκπροσωπήσει διεθνώς τη χώρα μας. Η εικόνα του Αλέξη Τσίπρα ήταν τουλάχιστον αποκρουστική.  Σε καμία στιγμή της συνύπαρξής του με τον Αμερικανό Πρόεδρο δεν έδειξε να ανταποκρίνεται στο ρόλο του. Έδειξε να μην έχει καμία επίγνωση της ιστορικότητας της στιγμής και φάνταζε σαν έναν άνθρωπο που συμπεριφερόταν λες και είχε απέναντί του τον Καρανίκα και τους λοιπούς συντρόφους του από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ.  Το όλο πρόβλημα δεν είναι μόνο αισθητικό. Είναι βαθιά πολιτικό και δείχνει περίτρανα ότι η χώρα μας στην πιο κρίσιμη στιγμή της μεταπολιτευτικής περιόδου υπο – εκπροσωπείται.  

Το κακό είναι ότι μάρτυρες αυτής της εικόνας δεν ήμασταν μόνο εμείς. Όλος ο πλανήτης είχε την τιμή να δει και να καταλάβει ότι η εικόνα του Πρωθυπουργού είναι ταυτόσημη με την εικόνα της ελληνικής κυβέρνησης. Μιας κυβέρνησης που εσωτερικά δημιουργεί συνεχώς εντάσεις και διχάζει το λαό, συνεχίζοντας ταυτόχρονα την εφαρμογή μιας ατέρμονης πολιτικής που οδηγεί στον πλήρη αφανισμό της μεσαίας τάξης. Στο εξωτερικό παραμένει απομονωμένη στη γωνία, αναζητεί χωρίς επιτυχία συμμάχους και δυστυχώς ανταποκρίνεται πλήρως στο ρόλο του φτωχού συγγενή. Είναι συνεχώς σε αμυντική θέση και αυτό το οσμίζονται εύκολα οι γείτονες οι οποίοι έχουν μπροστά τους μια τεράστια για αυτούς ευκαιρία να θίξουν πιο επιθετικά από κάθε άλλη φορά τις εθνικές τους επιδιώξεις. 

Όλοι γίναμε μάρτυρες, πλην του κυβερνητικού εκπροσώπου, των δηλώσεων του Ταγίπ Ερντογάν ο οποίος μέσα σε όλα δεν δίστασε να θέσει θέμα αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάνης. Τις δηλώσεις Ερντογάν ακολούθησαν εκείνες του Πρωθυπουργού της Αλβανίας Έντι Ράμα. Δηλώσεις οι οποίες αυξάνουν την εθνικιστική ρητορική και δεν θέλουν και πολύ ώστε να ανάψουν το φιτίλι. Μέσα σε όλα αυτά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι Σκοπιανοί παραμένουν πάντα σε ετοιμότητα και περιμένουν και αυτοί τη σειρά τους όταν τους δοθεί η ευκαιρία. Επιπροσθέτως, δεν έχουν περάσει παρά λίγες βδομάδες από όταν οι συνεργάτες του νέου Προέδρου των ΗΠΑ δήλωναν ότι ο κυριότερος σύμμαχος της Αμερικής στην περιοχή είναι η Τουρκία.

 Όλα αυτά συνθέτουν ένα άκρως επικίνδυνο μωσαϊκό το οποίο σε συνδυασμό με την οικονομική αδυναμία και την πολιτική υπο – εκπροσώπηση της χώρας μας μπορεί ανά πάσα στιγμή να δημιουργήσει μη αναστρέψιμες καταστάσεις. Σε αυτό το κρίσιμο σημείο, η κυβέρνηση υποχρεούται να σοβαρευτεί και να καταλάβει ότι τα εθνικά θέματα απαιτούν σοβαρότητα, κατάρτιση και υπευθυνότητα. Εάν δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες απαιτήσεις των καιρών μπορεί να αποχωρήσει. Αυτό θα ήταν πολύ πιο τίμιο από την τραγική εικόνα που συντηρεί με τις πράξεις και την απραξία της.