Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

ΕΡΜΗΝΙΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

Με αφορμή την επικείμενη εκλογή Προέδρου στη Νέα Δημοκρατία, άρχισε μια ενδιαφέρουσα πολιτική συζήτηση σχετικά με την έννοια του Φιλελευθερισμού, η οποία αποτελεί μια πολιτική ιδεολογία της οποίας η ερμηνεία πολλές φορές ιστορικά έχει τροποποιηθεί. Αναμφίβολα, πρόκειται για μια λέξη η οποία έχει ‘ταλαιπωρηθεί’ αρκετά από τη γέννηση της, η οποία χρονολογείται τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης. Τότε η έννοια αυτή, εξέφραζε κάτι εντελώς καινούριο, το οποίο ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα συντηρητικά αντανακλαστικά. Η έννοια της ελευθερίας του ατόμου, της δημοκρατίας, της συμμετοχής, της ελεύθερης βούλησης και του σεβασμού της ιδιοκτησίας κυριαρχούσαν στην καρδιά της ιδεολογίας του φιλελευθερισμού.

Στις αρχές όμως του 20ου αιώνα, εξαιτίας των ιδεολογικών ζυμώσεων που ακολούθησαν τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο και την ύφεση της δεκαετίας του 1930, το στρατόπεδο των φιλελευθέρων διασπάστηκε. Η κυρίαρχη τάση των φιλελευθέρων στον αγγλοσαξονικό χώρο άρχισε να διαχωρίζει τον πολιτικό από τον οικονομικό φιλελευθερισμό, δίνοντας έμφαση κυρίως στον πρώτο. Επηρεασμένοι από την οικονομική θεωρία του Keynes (ο οποίος θεωρούσε πάντα τον εαυτό του φιλελεύθερο) οι φιλελεύθεροι άρχισαν να έχουν αμφιβολίες για τη δυνατότητα της αγοράς να υλοποιεί τις επιλογές των ατόμων. Θεωρούσαν πως ο κρατικός παρεμβατισμός αποτελεί ένα αναγκαίο κακό που παρά το κόστος του (περιορισμός των επιλογών) μπορεί να εξασφαλίσει την προστασία των ατόμων και τελικά την ευημερία τους. Εφόσον οι φιλελεύθεροι ενδιαφέρονταν για το άτομο, δεν υπήρχε λόγος να παραμείνουν δογματικά προσκολλημένοι στην αγορά. Βέβαια, υπήρξε μια μικρή μερίδα διανοουμένων (κυρίως στις Η.Π.Α.) που όχι μόνο δεν ακολούθησε την κυρίαρχη τάση αλλά βαθμιαία ριζοσπαστικοποιήθηκε περισσότερο, αρνούμενη να αποδεχτεί οποιαδήποτε παρέμβαση στην οικονομική ή κοινωνική ζωή.

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια της ευημερίας και της ταχύτατης οικονομικής ανάπτυξης, ο λεγόμενος «εξισωτικός φιλελευθερισμός» (egalitarian liberalism), δηλαδή η κυρίαρχη τάση των liberals κυριάρχησε πλήρως. Οι πολιτικοί τους στόχοι ήταν δύο: η προστασία των πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων (κυρίως των μειονοτήτων και των ασθενών πληθυσμιακών ομάδων) και η δόμηση του κράτους προνοίας. Οι εξελίξεις αυτές συνοδεύτηκαν από παράλληλες εξελίξεις στην κυρίαρχη ιδεολογία στις Η.Π.Α. Η πλήρης επικράτηση της κλασσικής φιλελεύθερης οικονομικής σχολής του Σικάγου (εννέα Νόμπελ οικονομικών μέσα σε δύο δεκαετίες) στον ακαδημαϊκό χώρο, η αποτυχία του κράτους προνοίας και του κεϋνσιανού μοντέλου και στη συνέχεια η κατάρρευση των σοσιαλιστικών οικονομιών δημιούργησε ιδιαίτερα φιλικές συνθήκες για τις ιδέες των libertarians. Όμως η στροφή ήταν καταρχήν πραγματιστική και δευτερευόντως ιδεολογική.

Στις μέρες μας, δυο είναι οι κυρίαρχες ερμηνείες του Φιλελευθερισμού. Από τη μια είναι ο κοινωνικός φιλελευθερισμός, ο οποίος έχει ταυτισθεί στην Ευρώπη με την υπεράσπιση όλων των ατομικών δικαιωμάτων που δεν ανήκουν στην οικονομική σφαίρα (Χωρισμός κράτους – εκκλησίας, αποποινικοποίηση της χρήσης των τοξικοεξαρτητικών ουσιών, αναγνώριση όλων των δικαιωμάτων στα ζευγάρια του ίδιου φύλου κ.α.). Από την άλλη βρίσκεται ο οικονομικός φιλελευθερισμός ο οποίος εννοείται με μείωση του κρατισμού, περιορισμό των παρεμβάσεων του κράτους στην οικονομία και απελευθέρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας από την γραφειοκρατία και τις ασφυκτικές διοικητικές ρυθμίσεις. Συνοψίζεται συνήθως στη φράση "laissez faire - laissez passer", που θεωρείται το βασικό σύνθημα του ελεύθερου εμπορίου. Για τους υποστηρικτές του κοινωνικού φιλελευθερισμού, εχθρός είναι το παρεμβατικό κράτος, το οποίο θεωρούν την πηγή του κακού για την καταπάτηση των ατομικών δικαιωμάτων. Από την άλλη πλευρά, οι οπαδοί του αμερικανικού φιλελευθερισμού θεωρούν αναντικατάστατες τις μεγάλες κρατικές δαπάνες, διατεινόμενοι ότι παίζουν αναδιανεμητικό ρόλο υπέρ των πιο αδύναμων οικονομικά ομάδων και μειονοτήτων. Με αυτήν την έννοια ο αμερικανικός φιλελευθερισμός είναι πιο κοντά στις απόψεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, ενώ ο ευρωπαϊκός φιλελευθερισμός είναι καθαρός οπαδός της ελεύθερης αγοράς και κοινωνίας. Η διαφορά αυτή οφείλεται στις αιτίες που για κάθε ρεύμα περιορίζουν την ελευθερία του ατόμου. Για τον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό εχθρός της ελευθερίας είναι το κράτος, το οποίο περιορίζει την επιχειρηματική δραστηριότητα. Για τον αμερικανικό φιλελευθερισμό η ελευθερία του ατόμου δεν απειλείται από το κράτος, αλλά από τα μονοπώλια και την οικονομική ανισότητα. Όπως γίνεται αντιληπτό, ο Φιλελευθερισμός είναι μια ιδεολογία που καλώς ή κακώς έχει κυριαρχήσει στην πολιτική σκέψη και δεν είναι εύκολο να πει κάποιος με σαφήνεια ότι μπορεί να υπάρχει ένα κόμμα, ή πολύ περισσότερο ένας πολιτικός αρχηγός που να την εκφράζει πλήρως και αποκλειστικά.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- ΚΡΑΤΟΥΣ

Ιστορικά, το θέμα του διαχωρισμού εκκλησίας-κράτους έχει διχάσει τον πολιτικό-και όχι μόνο- κόσμο. Η πρόσφατη εκκλησιαστική κρίση, απότοκος των αποκαλύψεων για την υπόθεση Γιοσάκη, την εμπλοκή ιεραρχών σε παράνομες πράξεις, και κυρίως το Βατοπέδι, προκάλεσε σχετική και αναμενόμενη ψυχρότητα στις σχέσεις εκκλησίας και πολιτών. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το 65% των πολιτών επιθυμεί τον άμεσο διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους. Αυτό πιθανόν να φανερώνει ότι η εκκλησία ασχολείται με ποικίλα άλλα πράγματα εκτός του πνευματικού της έργου. Αντί να αναζητήσει τους λόγους που οδηγούν σε τέτοιου είδους προτάσεις, αρνείται οποιαδήποτε συζήτηση και προκαλεί φοβίες για δήθεν καταδίωξή της, βλέποντας παντού φαντάσματα και εχθρούς της ορθοδοξίας.

Χωρισμός δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση αφανισμός της εκκλησίας. Αντιθέτως, η εκκλησία θα ελευθερωθεί από τα κρατικά δεκανίκια και θα είναι πράγματι ζώσα πνευματική δύναμη. Κανένας δεν αμφιβάλλει ότι η εκκλησία σε πολύ δύσκολες στιγμές για το ελληνικό κράτος το βοήθησε ώστε να βγει από το αδιέξοδο και εξύψωσε τον ελληνισμό. Το καλύτερο όμως θα ήταν να λειτουργήσει αυτόνομα, βασιζόμενη στις οδηγίες των ιερών βιβλίων και στις αποφάσεις των συγκλήτων. Θα πρέπει να πάψει ο κλήρος να απαρτίζεται από δημόσιους υπάλληλους, οι οποίοι αμείβονται από το υστέρημα του Έλληνα φορολογούμενου πολίτη. Καιρός είναι να αναλάβει η ίδια η εκκλησία την πληρωμή του κλήρου, αναλογιζόμενη την τεράστια περιουσία που διαθέτει. Η στέρηση οικονομικών πόρων θα έχει εύλογα αποτελέσματα μιας και θα μείνουν στο χώρο της εκκλησίας αληθινοί χριστιανοί που διψούν για πραγματικό πνευματικό έργο. Η φορολόγηση της εκκλησιαστικής παρουσίας είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία.

Το μάθημα των θρησκευτικών θα πρέπει να αλλάξει περιεχόμενο και να διδάσκει στους μαθητές την ιστορία των θρησκειών, ταυτόχρονα με την χριστιανική θρησκεία. Τα παιδιά δεν πρέπει να φανατίζονται έναντι άλλων θρησκειών. Πολλοί είναι οι συνάνθρωποι μας που υποστηρίζουν ότι έχουν το δικαίωμα ως Έλληνες και Ευρωπαίοι πολίτες να αποφασίζουν σχετικά με τη θρησκευτική αγωγή που πρέπει να λαμβάνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Η θρησκευτική ελευθερία, γεγονός αυτονόητο για κάθε κράτος που θέλει να θεωρείται δημοκρατικό, διασφαλίζει το κατάλληλο πλαίσιο για την εκτέλεση του πνευματικού έργου της εκκλησίας. Ίσως το πρόβλημα να εστιάζεται στο γεγονός ότι η εκκλησιαστική διοίκηση δεν έχει αποδεσμευτεί από αντιλήψεις που κυριαρχούσαν πριν και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ενώ η ελληνική κοινωνία τις ξεπέρασε.

Άλλα σημαντικά ζητήματα που αφορούν τον διαχωρισμό είναι και το ζήτημα του πολιτικού όρκου στα δικαστήρια, της καύσης των νεκρών, ο υποχρεωτικός πολιτικός γάμος και άλλα των οποίων όμως η ανάλυση και η συζήτηση χρειάζεται ανάπτυξη πολλών σελίδων.

Το Σύνταγμα του 1975, που ισχύει αναθεωρημένο ως σήμερα, θεμελίωσε το πολίτευμα στη λαϊκή κυριαρχία, πράγμα που σημαίνει ότι διαχώρισε την πολιτική από τη θρησκεία και κατοχύρωσε συνταγματικά τη θρησκευτική ελευθερία με μη αναθεωρήσιμο άρθρο. Σε μια κοινωνία πολιτιστικά και θρησκευτικά πλουραλιστική, όπως είναι η ελληνική, καμία ομάδα δεν πρέπει να περιθωριοποιείται και αντίστοιχα καμία ομάδα δεν μπορεί να επιβάλλει τις απόψεις της στους άλλους. Το κράτος οφείλει να διασφαλίζει την ατομική ελευθερία των πολιτών και όσο πιο γρήγορα κατανοήσει η εκκλησιαστική διοίκηση αυτή την πραγματικότητα, τόσο καλύτερα θα είναι για την εκκλησία αλλά και για την ελληνική κοινωνία. Έτσι η εκκλησία θα απαλλαχθεί από πρόσθετα προβλήματα και μικροπολιτικά παιχνίδια και τότε πια απρόσκοπτη και αυτόνομη θα παράγει το πνευματικό της έργο.

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

Ιστορικά, το δίπολο που ταλανίζει το ελληνικό κράτος από τη γέννησή του, είναι η παλινωδία ανάμεσα στο συγκεντρωτισμό και την αποκέντρωση. Το κράτος σήμερα είναι περισσότερο από ποτέ συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό, πελατειακό και αντιαναπτυξιακό. Είναι ένα κράτος το οποίο δεν είναι δίπλα στον πολίτη. Ο συγκεντρωτισμός σημαίνει έλλειψη διαφάνειας και δημοκρατικού ελέγχου. Ο πολίτης είναι αδύνατον να παρακολουθήσει τις συντελούμενες αλλαγές, τις λειτουργίες σε μια υπηρεσία. Είναι αδύνατον να συμμετάσχει πραγματικά στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Και όταν καλείται να συμμετάσχει, κρίνει ότι η συμμετοχή του είναι μάταια και άσκοπη, διότι όλες οι αποφάσεις βρίσκονται πολύ μακριά του. Ο συγκεντρωτισμός είναι αντιαναπτυξιακός διότι οι παραγωγικές δυνάμεις στραγγαλίζονται, ατομικές και συλλογικές πρωτοβουλίες βουλιάζουν στη γραφειοκρατία και σπαταλιέται ανθρώπινο δυναμικό σε χρονοβόρες και ανούσιες διαδικασίες. Όλα τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα να κατακερματίζεται η έννοια της κοινότητας, της γειτονιάς, της τοπικής ταυτότητας και των αποκεντρωμένων θεσμών.

Η αποκέντρωση πρέπει να είναι ο μεγάλος στόχος της κεντρικής εξουσίας. Η αφαίρεση δηλαδή εξουσιών από την κεντρική εξουσία και η μεταφορά τους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Μεταφορά η οποία όμως θα εγγυάται την μεταφορά των ανάλογων οικονομικών πόρων. Για να είναι εγγυημένη η οικονομική μεταφορά, επιβάλλεται να γίνεται απ’ ευθείας μέσω του ετήσιου προϋπολογισμού. Επίσης, αποκέντρωση σημαίνει θέσπιση κανόνων αξιοπιστίας και διαφάνειας, έλεγχος της αυθαίρετης εξουσίας. Το κράτος πρέπει να είναι περισσότερο ευέλικτο, αποτελεσματικό, επιτελικό αλλά ταυτοχρόνως και πιο μικρό και περιορισμένο.

Για να επιτευχθεί η αποκέντρωση, επιβάλλεται η παρουσία ενός ισχυρού Δήμου. Ο Δήμος αποτελεί αδιαμφισβήτητα κύτταρο της δημοκρατίας και θεμέλιο της τοπικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής. Ο Δήμος πρέπει να σχεδιάζει και να υλοποιεί την τοπική ανάπτυξη, σε συνεργασία με τις τοπικές παραγωγικές δυνάμεις, με τα κατά τόπους Δημοτικά Διαμερίσματα (όπου αυτά υπάρχουν βάση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων) και να εγγυάται τη συμμετοχή των πολιτών. Για να γίνει πράξη το παραπάνω, προϋπόθεση αποτελεί η διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, που συνοδεύεται από το αντίστοιχο πολιτικό κύρος.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι και πρέπει να παραμείνει η φωνή των πολιτών. Η Αυτοδιοίκηση πρέπει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που αφορούν την απασχόληση, το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής, την κοινωνική πολιτική, την παιδεία, τον πολιτισμό, τις μεταφορές, τη νέα γενιά, τον αθλητισμό, τις νέες τεχνολογίες και την ενσωμάτων των μεταναστών. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η νέα κατανομή αρμοδιοτήτων πρέπει να συνοδεύεται από την καθιέρωση αυτοτελών πόρων για την άσκηση των αρμοδιοτήτων κάθε επιπέδου. Ακόμα, η Αυτοδιοίκηση πρέπει να είναι συμμετοχική. Πρέπει να καταστήσει τον πολίτη πρωταγωνιστή των αποφάσεων και αυτό θα μπορούσε να γίνει με την ισχυροποίηση του θεσμού των δημοτικών διαμερισμάτων και με την εγκαθίδρυση του θεσμού των τοπικών δημοψηφισμάτων για θέματα υψηλής σημασίας για τον Δήμο. Τα τοπικά δημοψηφίσματα θα διεξάγονται από τη δημοτική αρχή για σοβαρά θέματα που ανήκουν στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων των Ο.Τ.Α. Δεν θα μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο του τοπικού δημοψηφίσματος θέματα εθνικής πολιτικής καθώς και εκείνα που θα συνδέονται με τις αρμοδιότητες των περιφερειακών και νομαρχιακών αρχών. Οι ΟΤΑ πρέπει να έχουν την υποχρέωση να δίνουν την ευρύτερη δυνατή δημοσιότητα στο επιχειρησιακό πρόγραμμα, στο Τεχνικό Πρόγραμμα και στην Κατάρτιση του ετήσιου προϋπολογισμού. Προηγουμένως, θα πρέπει βεβαίως να έχει υπάρξει συμμετοχική διαβούλευση για την κατάρτιση των παραπάνω.

Η αναβάθμιση των αιρετών οργάνων και η εσωτερική αποκέντρωση είναι αναγκαίες για να δώσουν ένα νέο πρόσωπο στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Οι Δήμοι, προκειμένου να μπορούν να ανταποκριθούν στις διευρυμένες αρμοδιότητες , σε τομείς όπως η παιδεία, η υγεία, η απασχόληση, το περιβάλλον, οι συγκοινωνίες, είναι αναγκαίο να είναι λιγότεροι και ισχυρότεροι. Επιπλέον, πρέπει να θεσπιστεί αιρετή περιφερειακή αυτοδιοίκηση, η οποία θα έχει στόχο την διατήρηση της εδαφικής συνοχής και η συμμετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι των Περιφερειών της χώρας, ως ισότιμων κοινωνικών εταίρων.

Θεμιτή είναι για την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη η εγκαθίδρυση μητροπολιτικού συστήματος διακυβέρνησης με βασικούς στόχους: Την αποτελεσματική διαχείριση των ενιαίων βασικών λειτουργιών του πολεοδομικού συγκροτήματος που συνδέονται με την καθημερινότητα, τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και της ποιότητας ζωής των πολιτών , καθώς και την κοινωνική συνοχή στις δύο μεγαλουπόλεις, την ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των δύο μητροπολιτικών περιοχών, την αποσυμφόρηση της κεντρικής διοίκησης και την ενίσχυση του επιτελικού της ρόλου για το σύνολο της χώρας.

Προϋπόθεση όλων των παραπάνω, αποτελεί η ενεργός συμμετοχή των πολιτών, ως δύναμης ιδεών, προτάσεων, πρωτοβουλιών, στήριξης και ελέγχου. Μόνο έτσι θα διασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή, η κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών, θα αντιμετωπιστεί η ανεργία και ο κοινωνικός αποκλεισμός. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει να ενισχυθεί ώστε να υπάρξει πραγματική και σε μεγάλη έκταση των ευπαθών κοινωνικά ομάδων: ατόμων με αναπηρία, ατόμων ειδικών ικανοτήτων, ατόμων με πολιτιστικές και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες, γεωγραφικά αποκλεισμένων, μονογονεϊκών οικογενειών, απεξαρτημένων.

Οι μεγάλοι στόχοι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρέπει να είναι οι εξής:

Τοπική Δημοκρατία: Η τοπική δημοκρατία θα επιτευχθεί με τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για σημαντικά θέματα τοπικού ή υπερτοπικού ενδιαφέροντος, με τη θεσμοθέτηση, με απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου, Οργάνου Διαβούλευσης με τους κοινωνικούς φορείς της πόλης. Ένα ακόμα στοιχείο θα μπορούσε να είναι η δημοσιοποίηση της λογοδοσίας της Δημοτικής Αρχής με συναντήσεις με τους κατοίκους κατά συνοικία, δημοτικό διαμέρισμα, έντυπα ή μέσω διαδικτύου. Μεγάλο ζήτημα είναι η διασφάλιση της διαφάνειας στη λειτουργία του Δήμου με τη δημοσίευση των βασικών αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου και της Δημαρχιακής Επιτροπής στην ιστοσελίδα του Δήμου στο διαδίκτυο. Επίσης, σημαντική πρέπει να είναι η στήριξη και η συνεργασία με τα τοπικά μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία δεν θα αναπαράγουν απλώς τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα αλλά θα συνδέονται με την τοπική ζωή.

Τοπική Κοινωνική Πολιτική: Χρήσιμη θα ήταν η συγκρότηση μόνιμης επιτροπής των Εθελοντικών οργανώσεων κοινωνικής αλληλεγγύης καθώς και η θεσμοθέτηση τοπικού συμβουλίου μεταναστών με συμβουλευτικό χαρακτήρα. Ακόμα, επιτακτική κρίνεται η εφαρμογή προγραμμάτων κοινωνικής αλληλεγγύης και στήριξης των ατόμων με αναπηρία, με ειδικές ικανότητες και γενικά των κοινωνικά αποκλεισμένων.

Εξυπηρέτηση του πολίτη: Πρέπει να δοθούν άμεσα αρμοδιότητες στα κατά τόπους Δημοτικά Διαμερίσματα, να υπάρξει εκ βάθρων λειτουργικός εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών του Δήμου (ψηφιοποίηση των δεδομένων, εκ νέου κατάρτιση και δια βίου επιμόρφωση του προσωπικού, πάταξη της υπερ-γραφειοκρατίας). Θα μπορούσε επίσης να υπάρξει διεύρυνση του ΚΕΠ με τις παρεχόμενες από το Δήμο υπηρεσίες.

Μια από τις εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης είναι η συνέχιση της διοικητικής μεταρρύθμισης. Στο πλαίσιο του δημοσίου διαλόγου, είναι σημαντικό να ανοίξει άμεσα διάλογος με όλους τους φορείς και τα συμπεράσματα να κατατεθούν στα αρμόδια κεντρικά όργανα (Υπουργείο Εσωτερικών, ΚΕΔΚΕ, ΕΝΑΕ).

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ STAGE

Χθες, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη της Διυπουργικής Επιτροπής με θέμα συζήτησης την ενδεχόμενη κατάργηση των προγραμμάτων Stage στο δημόσιο τομέα. Κατά την τρίωρη σύσκεψη υπό τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Θ. Πάγκαλο με τη συμμετοχή των υπουργών Επικρατείας Χ. Παμπούκη, Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, Εργασίας Α. Λοβέρδο και Εσωτερικών Γ. Ραγκούση, αποφασίστηκε εν τέλει η τήρηση μιας προεκλογικής δέσμευσης του ΠΑΣΟΚ: η κατάργηση δηλαδή όλων των προγραμμάτων stage στο Δημόσιο, τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στον ιδιωτικό τομέα τα προγράμματα stage ενδέχεται να συνεχιστούν αλλά σε μια διαφορετική μορφή. Σκοπός της κυβέρνησης είναι να λειτουργούν ως μαθητεία, εφόσον όμως θα ισχύουν οι απαραίτητες εγγυήσεις και θα χρηματοδοτούνται από κοινοτικά κονδύλια. Η μια πλευρά των εγγυήσεων, υποχρεώνει τις ιδιωτικές επιχειρήσεις να μην προβούν σε απολύσεις μόνιμου προσωπικού προκειμένου να προσλάβουν εργαζόμενους των προγραμμάτων stage. Επίσης, σε ότι έχει να κάνει με τα ασφαλιστικά δικαιώματα, θα ισχύσουν οι κανόνες κοινωνικής ασφάλισης, που ισχύουν για όλους, δηλαδή η τριμερής ασφάλιση με συμμετοχή εργοδοτών, κράτους και εργαζομένων. Σχετικά με τις προσλήψεις stage για τον Δημόσιο τομέα οι οποίες ενεργοποιήθηκαν μετά την ημερομηνία προκήρυξης των έκτακτων εθνικών εκλογών, θεωρούνται παράνομες και δεν θα ισχύσουν και οι εργαζόμενοι δεν θα δικαιούνται αποζημίωση. Επίσης οι συμμετέχοντες στα stage δεν θα έχουν καμία επιπλέον μοριοδότηση. Στο σημείο αυτό πάντως πρέπει να τονιστεί ότι οι εργαζόμενοι αυτοί απλώς ήθελαν να εργαστούν, ασχέτως αν γνώριζαν και οι ίδιοι ότι είναι μετέωροι και τελούν υπό καθεστώς ομηρίας, και είναι άδικο να μην αποζημιωθούν για τη διάρκεια της απασχόλησής τους.

Η αλήθεια είναι τα προγράμματα stage, αλλιώς ξεκίνησαν πριν κάποια χρόνια και τελικώς εξελίχθησαν εντελώς διαφορετικά. Στόχος των stage, τα οποία ήταν ευρωπαϊκά προγράμματα, ήταν να αποτελέσουν μια μαθητεία, μια πρακτική για τον εργαζόμενο. Αντιθέτως, χρησιμοποιήθηκαν από την κεντρική εξουσία για εξυπηρετήσεις κομματικών υποχρεώσεων, για βολέματα συγγενών και φίλων. Οι εργαζόμενοι ήξεραν ότι είναι ‘αιχμάλωτοι’ και απλώς ήθελαν να κερδίσουν 400-600 ευρώ το μήνα. Από την άλλη πλευρά, οι εργαζόμενοι στα stage, πάρα πολλές φορές, εργάζονταν και για τους μόνιμους υπαλλήλους, καθότι οι τελευταίοι (όχι βεβαίως η πλειονότητα) φρόντιζαν να δικαιώνουν την άποψη που έχει δημιουργηθεί για τη νοοτροπία των δημοσίων υπαλλήλων. Πρόσφατη επίσκεψη τηλεοπτικού σταθμού στον ΟΑΕΔ Καλλιθέας, έδειξε ότι εργάζονταν μόνο αυτοί με stage, μιας και όλοι οι μόνιμοι υπάλληλοι είχαν δηλώσει ασθένεια..

Η κυβέρνηση, και προσωπικά ο Πρωθυπουργός, έχουν δεσμευτεί για την πρόσληψη μονίμου προσωπικού, το οποίο θα καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Σύμφωνα με δηλώσεις του Υπουργού Εργασίας κ. Λοβέρδου, ο αριθμός των απασχολουμένων με Stage, μετά βεβαιότητας είναι 23.000, ενώ αγνοείται ο αριθμός των όσων προσελήφθησαν με αυτά μετά την προκήρυξη των εκλογών. Όπως γίνεται αντιληπτό, τα κενά που θα προκύψουν πρέπει να καλυφθούν άμεσα γιατί ενδεχόμενη καθυστέρηση πλήρωσης των θέσεων αυτών μπορεί να επιφέρει διαλυτικές επιπτώσεις στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα. Πέραν αυτών πρέπει να προχωρήσει και η κάλυψη άμεσων και πραγματικών αναγκών στο δημόσιο, σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα και στους ΟΤΑ, όπως αυτές αντικειμενικά θα προσδιοριστούν, στην προκήρυξη θέσεων για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η διαδικασία της πρόσληψης πρέπει να πραγματοποιηθεί με την πλήρη ευθύνη και τον έλεγχο του ΑΣΕΠ και να διασφαλίσει αξιοκρατία και ισονομία για όλους τους Έλληνες, ανεξαιρέτως κομματικών αποχρώσεων. Η Δημόσια Διοίκηση στο σύνολό της έχει υποφέρει τα μέγιστα από τις πελατειακές σχέσεις χρόνων. Και αυτή η κομματική αντίληψη του κράτους έχει στοιχίσει πολλές χαμένες δεκαετίες προόδου για την Ελλάδα.

Παράλληλα, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και οι επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης συνεχίζουν να αυξάνουν τα βάρη και τις συνέπειες στην καθημερινότητα των εργαζομένων και της κοινωνίας γενικότερα και πρέπει άμεσα να παρθούν γενναία πολιτικά μέτρα ανατροπής αυτής της κατάστασης με ένα νέο μείγμα οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής που θα ενισχύει τους εργαζόμενους και θα δημιουργεί νέες και σταθερές θέσεις εργασίας. Να μην ξεχνάμε ότι το δικαίωμα στην εργασία είναι αναφαίρετο και κανείς δεν πρέπει να ταπεινώνεται και να χάνει την αξιοπρέπεια του έξω από βουλευτικά, υπουργικά και κάθε είδους γραφεία εξουσίας.

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

ΝΕΟΣ ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

Ένα από τα άμεσα μέτρα τα οποία καλείται να λάβει η νέα κυβέρνηση είναι η αλλαγή του εκλογικού νόμου. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, το νέο εκλογικό σύστημα θα έχει πολλά στοιχεία από το γερμανικό εκλογικό μοντέλο. Σύμφωνα με πληροφορίες, από τους 300 βουλευτές, 150-200 θα εκλέγονται σε μονοεδρικές περιφέρειες. Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρξει κατάτμηση περιοχών, ώστε να αντιστοιχούν σε 50-70.000 ψηφοφόρους. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα μικροί δήμοι να αναδεικνύουν αντιπρόσωπο με ενσωμάτωση σε διπλανούς δήμους, κάποιοι άλλοι δήμοι να εκλέγουν το δικό τους βουλευτή και μεγάλοι δήμοι όπως η Καλλιθέα να μπορούν να εκλέγουν ακόμα και τρεις εκπροσώπους τους στο Κοινοβούλιο. Οι υπόλοιπες έδρες θα πληρούνται βάσει κομματικής λίστας σε ευρείες εκλογικές περιφέρειες, οι οποίες θα είναι λιγότερες από τις σημερινές δεκατρείς. Οι βουλευτές από τις λίστες θα εκλέγονται αναλογικά από τα κόμματα με βάση το πανελλαδικό τους ποσοστό.

Το νέο εκλογικό σύστημα το οποίο φαίνεται πως θα προταθεί, ονομάζεται μεικτό σύστημα των δύο ψήφων, διαφορετικά, σύστημα προσωποποιημένης αναλογικής εκπροσώπησης, συνδυαστικό σύστημα ή σύστημα των επιπρόσθετων εδρών. Η μικτή φύση αυτού του συστήματος εξισορροπεί την ανάγκη εκπροσώπησης των εκλογικών περιφερειών με την ανάγκη εκλογικής δικαιοσύνης. Δηλαδή, η εκλογή μέσω της κομματικής λίστας εξασφαλίζει ότι το Κοινοβούλιο θα είναι αναλογικά αντιπροσωπευτικό. Το σύστημα αυτό είναι αρκετά αναλογικό. Στη δική μας περίπτωση η αρχική σκέψη είναι το ποσοστό αναλογικότητας να διατηρηθεί στο 87%. Αυτό σημαίνει ότι το μπόνους εδρών για το πρώτο κόμμα θα είναι 40 έδρες από τις κομματικές λίστες. Αυτό βέβαια ενδεχομένως να αλλάξει και να είναι περισσότερες οι μπόνους έδρες, δεδομένου ότι σχεδόν όλοι αναγνωρίζουν την ανάγκη για αναλογικότητα, αλλά και για ισχυρή κυβέρνηση. Σχετικά με το όριο εισόδου ενός κόμματος στη Βουλή, πιθανότατα να διατηρηθεί στο 3%, αν και το γερμανικό σύστημα προβλέπει το 5% ως προϋπόθεση κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.

Στα ψηφοδέλτια των κομμάτων θα υπάρχουν δύο κατάλογοι βουλευτών: Οι υποψήφιοι για τις μονοεδρικές περιφέρειες, όπου οι ψηφοφόροι θα βάζουν σταυρό προτίμησης και οι υποψήφιοι της λίστας για την ευρύτερη περιφέρεια όπου δεν θα χρειάζεται σταυρός. Αυτό θα επιτρέπει στους ψηφοφόρους να επιλέξουν αντιπρόσωπο για την εκλογική τους περιφέρεια για παράδειγμα από το ΠΑΣΟΚ, και παρ’ όλα αυτά να ψηφίσουν ΝΔ για την κυβέρνηση. Οι εκλογείς το πιθανότερο είναι πως θα έχουν να επιλέξουν μεταξύ 2-3 υποψηφίων από κάθε κόμμα στις μονοεδρικές περιφέρειες. Επίσης, ο θεσμός των βουλευτών Επικρατείας με τη μορφή που έχει σήμερα, δεν θα έχει πλέον νόημα με βάση το νέο εκλογικό σύστημα. Οι σκέψεις είναι να διατηρηθεί με νέα μορφή και να εκλέγονται από εκεί οι εκπρόσωποι του απόδημου ελληνισμού (περίπου 6 βουλευτές συνολικά από Ευρώπη, Αμερική, Αφρική και Αυστραλία).

Ένα επιπλέον συν αυτού του εκλογικού νόμου είναι ότι θα σπάσει τις σχέσεις εξάρτησης που ενδεχομένως να έχουν κάποιοι βουλευτές με τηλεοπτικά, εκδοτικά ή επιχειρηματικά συμφέροντα. Από την άλλη, το σύστημα δημιουργεί δύο είδη βουλευτών: εκείνους που ταλαιπωρούνται από ανασφάλεια και επωμίζονται τα βάρη των υποχρεώσεων μιας σκληρής προεκλογικής εκστρατείας και εκείνους που δεν κυνηγούν σταυρό και με αυξημένο κύρος προσβλέπουν σε υπουργικά αξιώματα. Ένα μειονέκτημα αυτού του συστήματος είναι ότι τα κόμματα γίνονται πιο συγκεντρωτικά, διότι αποφασίζουν όχι μόνο ποιος θα έχει το προνόμιο να είναι στη λίστα και ποιος θα πρέπει να παλέψει στον εκλογικό στίβο, αλλά και σε ποια θέση της λίστας θα τοποθετηθούν οι διάφοροι υποψήφιοι. Έτσι, κάποια στιγμή είναι βέβαιο ότι θα διατυπωθεί το αίτημα συμμετοχής και των μελών των κομμάτων σε αυτές τις αποφάσεις και στο σημείο αυτό είναι που θα κριθούν πολλά σχετικά με τον περαιτέρω εκδημοκρατισμό της εσωτερικής λειτουργίας των κομμάτων , την εμβάθυνση της δημοκρατίας και τη νέου τύπου κομματική λειτουργία.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Σοσιαλισμός VS Σοσιαλδημοκρατία

Ο Σοσιαλισμός αναπτύχθηκε σαν αντίδραση στην ανάδυση του βιομηχανικού καπιταλισμού. Αρχικά, εξέφρασε τα συμφέροντα των τεχνικών και των βιοτεχνών, που απειλούνταν από την εξάπλωση της εργοστασιακής παραγωγής, αλλά γρήγορα συνδέθηκε με την αυξανόμενη βιομηχανική εργατική τάξη. Στις πρώτες του μορφές ο Σοσιαλισμός έλαβε συχνά φονταμενταλιστικό, ουτοπικό ή επαναστατικό χαρακτήρα. Στόχος του ήταν η κατάργηση της καπιταλιστικής οικονομίας που βασιζόταν στις συναλλαγές της αγοράς, και η αντικατάστασή της με μια ποιοτικά διαφορετική σοσιαλιστική κοινωνία, θεμελιωμένη στις αρχές της κοινοκτημοσύνης. Τα στοιχεία του σοσιαλισμού είναι τα εξής:

α) ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ: Ο πυρήνας του σοσιαλισμού είναι η θεώρηση των ανθρώπων ως κοινωνικών όντων, μελών μιας κοινής ανθρωπότητας. Η ατομική συμπεριφορά εξηγείται με όρους κοινωνικών παραγόντων παρά έμφυτων ιδιοτήτων.

β) ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ: Τα ανθρώπινα όντα συνδέονται με ένα αίσθημα συντροφικότητας/ αδελφότητας. Οι σοσιαλιστές, προτιμούν τη συνεργασία από τον ανταγωνισμό και προκρίνουν τον κολεκτιβισμό έναντι του ατομικισμού. Σύμφωνα με τη σοσιαλιστική άποψη, η συνεργασία δίνει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να συνδυάσουν τη συλλογική ενεργητικότητα και ισχυροποιεί του δεσμούς της κοινότητας. Αντιθέτως, ο ανταγωνισμός φέρνει τα άτομα σε αντιπαράθεση, καλλιεργώντας τη δυσφορία, τη σύγκρουση και την εχθρότητα.

γ) ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΣΟΤΗΤΑ: Η ισότητα είναι η βασική αξία του σοσιαλισμού. Τονίζεται η σημασία της κοινωνικής ισότητας.

δ) ΑΝΑΓΚΗ: Τα υλικά αγαθά πρέπει να διανέμονται βάση της ανάγκης και όχι απλώς βάση της ικανότητας ή της εργασίας. Η κλασική διατύπωση αυτής της αρχής βρίσκεται στην κομμουνιστική διακήρυξη του Μαρξ: ‘Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του’.

ε) ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΤΑΞΗ: Ο σοσιαλισμός συχνά συνδέεται με μια μορφή ταξικής πολιτικής. Οι σοσιαλιστές αναλύουν κατά κανόνα την κοινωνία με όρους διανομής του εισοδήματος ή του πλούτου και επομένως θεωρούν την κοινωνική τάξη έναν σημαντικό κοινωνικό διαχωρισμό. Ο σοσιαλισμός παραδοσιακά συνδέθηκε με τα συμφέροντα μιας καταπιεσμένης και υπό εκμετάλλευση εργατικής τάξης, και επίσης παραδοσιακά θεωρούσε αυτή την εργατική τάξη παράγοντα κοινωνικής αλλαγής ή ακόμα και κοινωνικής επανάστασης. Ο σοσιαλιστικός στόχος είναι η εξάλειψη των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.

στ) ΚΟΙΝΟΚΤΗΜΟΣΥΝΗ: Κάποιοι θεωρούν την κοινοκτημοσύνη τον ίδιο τον σκοπό του σοσιαλισμού, ενώ κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι είναι απλά το μέσο για την επίτευξη μεγαλύτερης ισότητας. Το σοσιαλιστικό επιχείρημα υπέρ της κοινοκτημοσύνης (υπό τη μορφή είτε ενός σοβιετικού τύπου κρατικού κολεκτιβισμού είτε μερικών εθνικοποιήσεων-μεικτής οικονομίας) τη θέλει μέσο για τη διάθεση των υλικών πόρων στην υπηρεσία του κοινού καλού ενώ η ατομική ιδιοκτησία στον αντίποδα, θεωρείται ότι προάγει την ιδιοτέλεια, την κτητικότητα και την κοινωνική διαίρεση. Ο σύγχρονος σοσιαλισμός ωστόσο έχει απομακρυνθεί από αυτή τη στενή μέριμνα για την ιδιοκτησιακή πολιτική.

Η Σοσιαλδημοκρατία υποστηρίζει μια ισορροπία μεταξύ αγοράς και κράτους, μεταξύ του ατόμου και της κοινότητας. Στην καρδιά της σοσιαλδημοκρατίας βρίσκεται ένας συμβιβασμός μεταξύ από τη μία, της αποδοχής του καπιταλισμού ως του μόνου αξιόπιστου μηχανισμού παραγωγής πλούτου και , από την άλλη, της επιθυμίας για διανομή του πλούτου σύμφωνα με τις ηθικές αρχές και όχι τις αρχές της αγοράς. Το κύριο χαρακτηριστικό της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής σκέψης είναι το ενδιαφέρον για τους μη προνομιούχους , τους αδύναμους και τους ευάλωτους της κοινωνίας. Διακρίνεται από μια mix ιδεολογία: αντλεί από το σοσιαλισμό την πίστη στη συμπόνια και την κοινή ανθρωπότητα, από το φιλελευθερισμό τη δέσμευση στη θετική ελευθερία και στις ίσες ευκαιρίες και από τη συντηρητική θεωρία το αίσθημα του πατριωτικού καθήκοντος και της φροντίδας. Η σοσιαλδημοκρατία συνήθως στηρίζεται σε αρχές όπως η πρόνοια, η αναδιανομή και η κοινωνική δικαιοσύνη. Τα πρώτα χρόνια μετά τον Β’ Π.Π, υπό την επίδραση του κεϋνσιανισμού, συνδέθηκε με την επιδίωξη του εξανθρωπισμού του καπιταλισμού μέσω της κρατικής παρέμβασης. Οι κεϋνσιανές οικονομικές πολιτικές θεωρούνταν ότι θα εξασφάλιζαν πλήρη απασχόληση, η μεικτή οικονομία θα βοηθούσε την κυβέρνηση να ρυθμίσει την οικονομική δραστηριότητα και οι γενναιόδωρες παροχές πρόνοιας, χρηματοδοτούμενες από την προοδευτική φορολογία, ότι θα μίκραιναν την ψαλίδα μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Ως ένα βαθμό, ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας της σοσιαλδημοκρατίας αμφισβητείται εδώ και πολλά χρόνια. Κάποιοι σοσιαλιστές χρησιμοποιούν τον όρο σοσιαλδημοκρατία ως ύβρη, εννοώντας έναν άνευ όρων συμβιβασμό με τον καπιταλισμό.

Αναφέροντας τα παραπάνω χαρακτηριστικά σοσιαλισμού και σοσιαλδημοκρατίας, ένα εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι τι είδους κόμμα θεωρείται το ΠΑΣΟΚ. Σοσιαλιστικό ή Σοσιαλδημοκρατικό;

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

ΚΑΛΗ Η ΑΡΧΗ, ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΘΑ ΔΕΙΞΕΙ

Οι πρώτες ενδείξεις της νέας κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ είναι κατά γενική ομολογία ενθαρρυντικές. Από τους 36 υπουργούς και υφυπουργούς, εκ των οποίων οι 9 είναι γυναίκες, οι 27 αναλαμβάνουν χαρτοφυλάκιο για πρώτη φορά. Και μόνο από αυτό το στοιχείο, μύρισε αέρας ανανέωσης και αισιοδοξίας. Επιπλέον, στην πρώτη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ο Πρωθυπουργός επέλεξε εκτός από τα χαμόγελα, τα φλας των φωτογραφικών μηχανών και τα ανθρακούχα ποτά, να υπάρξει ενημέρωση από τον Συνήγορο του Πολίτη κ. Καμίνη. Αναμφίβολα, η κίνηση αυτή ήταν μια μίνι έκπληξη και η κοινή γνώμη ελπίζει να είναι ουσιαστική και όχι ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Ελπίζει να γίνει πραγματικότητα το σύνθημα του Πρωθυπουργού, ότι πρώτα πρέπει να είναι ο πολίτης.

Ένα ακόμα θετικό στοιχείο ήταν το γεγονός ότι ο Γ. Παπανδρέου είπε στους υπουργούς να ζητήσουν αμέσως τις παραιτήσεις όλων των επιτροπών που λειτουργούν σε κάθε υπουργείο και να επανασυστήσουν μόνο αυτές που θεωρούν άκρως απαραίτητες. Είναι μία από τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει προεκλογικά για την αντιμετώπιση της σπατάλης. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές οι εντελώς αχρείαστες και πολυδάπανες επιτροπές τις οποίες είχε συστήσει η κυβέρνηση της ΝΔ, ήταν επιτροπές κομματικής φύσεως και στοίχιζαν αρκετά εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Ο Πρωθυπουργός είπε ακόμα ότι αυτές οι επιτροπές πρέπει να παραδώσουν και απολογισμό του έργου τους. Επίσης, ζήτησε από τους Υπουργούς του να αποτυπώσουν τα προβλήματα που παραλαμβάνουν και μετά να προχωρήσουν στις όποιες εξαγγελίες. Υπογράμμισε ότι «οι πρώτες 100 ημέρες είναι καθοριστικές», ωστόσο επεσήμανε ότι σε «100 ημέρες δεν αλλάζει η Ελλάδα, όμως θα της δοθεί χρόνος να ανασάνει».

Στην πρώτη του ομιλία στο Υπουργικό Συμβούλιο, ο κ. Παπανδρέου ανακοίνωσε τις 10 προτεραιότητες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ για τις πρώτες 100 μέρες. Αυτές είναι κατά σειρά: Νοικοκύρεμα στα δημόσια οικονομικά, στήριξη των ασθενέστερων, των δανειοληπτών και των μικρομεσαίων, αναθέρμανση της οικονομίας, μεταρρύθμιση για ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, ψήφιση νέου εκλογικού νόμου, αυστηρότερο Πόθεν Εσχες, γνήσια αποκέντρωση με ισχυρές περιφέρειες, διαφάνεια στις προμήθειες του Δημοσίου, αξιοκρατία στις προσλήψεις στο Δημόσιο χωρίς γαλάζιες και πράσινες συνεντεύξεις και τέλος η δημιουργία ενός σύγχρονου Εθνικού Συστήματος Υγείας. Τα παραπάνω αποτελούν παθογένειες χρόνων και η άμεση επίλυσή τους συνιστά από μόνη της ύψιστη προτεραιότητα για την κυβέρνηση. Επειδή όμως οι πολίτες, πράσινων, γαλάζιων ή άλλων αποχρώσεων, έχουν χορτάσει από μεγάλα λόγια, εξαγγελίες και δεσμεύσεις, αυτό που πρέπει να γίνει είναι να μην χάσουν οι μετέχοντες στην κυβέρνηση ούτε μια μέρα και να προχωρήσουν άμεσα στις τομές τις οποίες χρειάζεται η χώρα.

Τα νέα πρόσωπα, οι αλλαγές στις δικαιοδοσίες των υπουργείων και οι εξαγγελίες προθέσεων για μια νέα οργάνωση της ενημέρωσης, που ακολουθούν μοντέλα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, φυσούν έναν αέρα ανανέωσης και αισιοδοξίας, παρ’ ότι πολλοί θα ξεβολευτούν, κάποιοι θα δυσαρεστηθούν και μπορεί και ορισμένοι να αδικηθούν, ενώ μένει να αποδειχθεί αν όλα θα μπορέσουν να λειτουργήσουν στο τέλος αποτελεσματικά. Αυτή τη στιγμή, τουλάχιστον, φαίνεται πως υπάρχει ένα γενικευμένο αίτημα υπέρ των αλλαγών στην κατεύθυνση του εξορθολογισμού, υπέρ του να μπουν επιτέλους τα πράγματα στη θέση τους, να λειτουργήσουν σωστά και όχι α λα ελληνικά όπως τόσα και τόσα χρόνια. Η ευνοϊκή αυτή ατμόσφαιρα ανοίγει ένα μεγάλο παράθυρο ευκαιρίας όχι μόνο να εφαρμοσθούν καινοτομίες που κανένας δεν θα τολμούσε λίγο καιρό πριν, αλλά ακόμη και να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις. Περίοδος χάριτος δεν πρέπει να υπάρξει, για τον απλούστατο λόγο ότι τα δύο μεγάλα κόμματα εναλλάσσονται στην εξουσία τα τελευταία 35 χρόνια, και κατά τη γνώμη μου θα ακολουθήσουν πολλά χρόνια ακόμα, και έτσι είναι σε θέση να γνωρίζουν τα κακώς κείμενα, τις αλλαγές που χρειάζονται και τις ρήξεις που πρέπει να γίνουν. Όλα είναι θέμα πολιτικής βούλησης και ικανότητας. Η αρχή μοιάζει και είναι ελπιδοφόρα για τη νέα κυβέρνηση. Το μέλλον είναι και δύσκολο και ανηφορικό και οφείλει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να εκπληρώσει τις εξαγγελίες της διότι ο πολίτης πλέον δεν συγχωρεί. Και υποψιασμένος είναι και ενημερωμένος και δεν τον παραπλανούν τα διάφορα επικοινωνιακά τεχνάσματα και παιχνίδια. Ούτε και συγχωρεί την αθέτηση υποσχέσεων και τις προκλητικές προσωπικές συμπεριφορές. Όταν έρθει η ώρα του, καταλογίζει ευθύνες, τιμωρεί παραδειγματικά και στέλνει σπίτι τους όσους τον ενέπαιξαν και τον υποτίμησαν.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΕΙ ΧΑΜΕΝΗ

Οι εκλογές της Κυριακής αναμφίβολα αποτέλεσαν έναν εκλογικό θρίαμβο για το ΠΑΣΟΚ και προσωπικά για τον Γιώργο Παπανδρέου. Το ΠΑΣΟΚ έλαβε 43,93% ενώ η ΝΔ μόλις 33,48%, ποσοστό το οποίο αποτελεί ιστορικά το χαμηλότερο για τη συντηρητική παράταξη. Το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ κυμάνθηκε σε μη αναμενόμενο ύψος, μόλις δύο χρόνια μετά την εκλογική του ήττα. Το ΠΑΣΟΚ πέτυχε μια από τις μεγαλύτερες νίκες στην ιστορία του. Τις δύο πιο μεγάλες είχε πετύχει ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1981 και το 1993. Παρόμοια, σε ποσοστό, με τη νίκη της Κυριακής, ήταν και αυτή του 2000 επί Κώστα Σημίτη. Σε πολλούς νομούς το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ άγγιξε τα ιστορικά υψηλά του, γεγονός που διαψεύδει τις προεκλογικές εκτιμήσεις των δημοσκόπων ότι δεν υπήρχε ρεύμα. Η συντριβή αυτή ήταν που οδήγησε τον κ. Καραμανλή σε παραίτηση και σε έναν περίπου μήνα θα διεξαχθεί συνέδριο στο οποίο θα εκλεγεί ο νέος Πρόεδρος της ΝΔ. Νωπές είναι οι μνήμες από τα εσωκομματικά μαχαιρώματα που κυριάρχησαν στο ΠΑΣΟΚ όταν προ διετίας διεκδίκησαν την Προεδρία ο σημερινός Πρωθυπουργός και ο κ. Βενιζέλος. Είναι λοιπόν ορατός ο κίνδυνος η ΝΔ να εισέλθει σε φάση εσωστρέφειας , παρόμοιας με εκείνης του ΠΑΣΟΚ.

Ο κ. Παπανδρέου ξαναφέρνει το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία έπειτα από πεντέμισι χρόνια στην αντιπολίτευση, κατά τη διάρκεια των οποίων δοκιμάστηκε σκληρά η ενότητα της παράταξης. Ο Πρωθυπουργός κήρυξε από την πρώτη στιγμή ότι απαιτείται «εθνική προσπάθεια» για την ανάταση της χώρας. Κάλεσε όλους τους πολίτες να μετέχουν στην προσπάθεια αυτή και τόνισε χαρακτηριστικά ότι «δεν ζητώ την ανοχή, ζητώ τη συμμετοχή». Η δήλωση Παπανδρέου, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα στο Ζάππειο και μετά την οριστικοποίηση του εύρους της ιστορικής νίκης του ΠΑΣΟΚ, συνοδεύτηκε από προσκλητήριο στις προοδευτικές δυνάμεις για να αλλάξει πορεία η χώρα, αλλά και από τη δέσμευσή του ότι θα κυβερνήσει «χωρίς διακρίσεις, διαχωρισμούς και προκαταλήψεις». Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αποκωδικοποίησε τη νίκη του Κινήματος στις εκλογές ως λαϊκή εντολή «για αλλαγή πορείας για την Ελλάδα και τη ζωή μας» και τόνισε ότι για την κυβέρνησή του «μοναδική πυξίδα είναι ο πολίτης και μόνο ο πολίτης».

Το μεγάλο ποσοστό που έλαβε το ΠΑΣΟΚ δείχνει την ανάγκη του κόσμου να πιστέψει στην ελπίδα. Δείχνει την επιθυμία του εκλογικού σώματος για αυτοδύναμη κυβέρνηση χωρίς πειραματισμούς συνεργασιών σε μια τέτοια δύσκολη περίοδο. Ασφαλώς οι απαιτήσεις του κόσμου από το ΠΑΣΟΚ είναι τεράστιες, και δικαίως. Ο κ. Παπανδρέου πρέπει να προχωρήσει άμεσα στις τομές που χρειάζεται η ελληνική κοινωνία και η ελληνική πολιτική σκηνή. Πρέπει να ενισχυθεί η πραγματική οικονομία και τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα. Να καταπολεμηθεί ο κρατισμός και η γραφειοκρατία της δημόσιας διοίκησης. Η πράσινη ανάπτυξη ν’ αποτελέσει το εργαλείο για την οικονομική ανάκαμψη. Πρέπει να μπει μια κόκκινη γραμμή μεταξύ κόμματος και κράτους. Με λίγα λόγια, η ελληνική κοινωνία δεν θέλει με τίποτα να ζήσει το βαθύ κράτος του ΠΑΣΟΚ, μετά το βαθύ γαλάζιο κράτος. Η αξιοκρατία, η διαφάνεια και η πάταξη της διαφοράς, αν και στην πολιτική πρέπει να θεωρούνται αυτονόητα, πρέπει ν’ αποτελέσουν την πυξίδα στη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Πρέπει να υπάρξουν ευρύτατες κοινωνικές συνεργασίες και όχι αποκλεισμοί. Η κοινωνία έδωσε στο ΠΑΣΟΚ την ευκαιρία να κυβερνήσει μετά από 5,5 χρόνια. Αν όμως το ΠΑΣΟΚ δεν προβεί στις απαραίτητες πολιτικές, δεν θα έχει καμία απολύτως δικαιολογία. Για τον λόγο αυτό δεν χωράνε πανηγυρισμοί, αλαζονεία και προσπάθειες πολιτικής εξόντωσης της ΝΔ. Προσπάθειες σαν αυτές που επέδειξε η ίδια η ΝΔ, όταν μετά τη νίκη της το 2004, αντί να εκμεταλλευτεί το ρεύμα που είχε, προσπάθησε με την περιβόητη απογραφή να τελειώσει πολιτικά το ΠΑΣΟΚ. Και εν τέλει το μόνο που κατάφερε ήταν να γελοιοποιήσει την ίδια τη χώρα μας. Τέτοιες λογικές λοιπόν δεν πρέπει να έχουν θέσει στη διακυβέρνηση του κ. Παπανδρέου. Αυτά που πρέπει να γίνουν για να πάει μπροστά η Ελλάδα είναι πολλά και δεν πρέπει να πάει χαμένη ούτε μια μέρα.