Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Ο ΑΡΑΒΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΕΛΝΕΙ ΜΗΝΥΜΑΤΑ

Πρόσφατα είχαμε επισημάνει το ντόμινο εξελίξεων που ήταν πιθανό να πραγματοποιηθεί στη Μ. Ανατολή και ευρύτερα στον αραβικό κόσμο. Μετά την Τυνησία και την Αίγυπτο, η Λιβύη ακολούθησε κατά πόδας ενώ το Μπαχρέιν και η Υεμένη φλέγονται επίσης. Οι εστίες της αραβικής εξέγερσης φέρονται να έχουν εξαπλωθεί στη Λιβύη, απειλώντας το μακροβιότερο καθεστώς της ευρύτερης περιοχής, αυτό του συνταγματάρχη Μουαμάρ Καντάφι. Το νέο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι η αραβική επανάσταση αγγίζει πλέον και τις πλούσιες χώρες. Οι εξεγέρσεις στη Λιβύη, στην Υεμένη και στο Μπαχρέιν δείχνουν ότι ένα ντόμινο χωρίς προηγούμενο, καθιστά ολόκληρο τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο πρωταγωνιστή σε μια νέα ιστορική περίοδο. Τα αίτια για αυτή την πανσπερμία εξεγέρσεων προκλήθηκαν από την τεράστια οικονομική ανισότητα των πολιτών των χωρών αυτών, καθώς και από τη διατήρηση ξεπερασμένων απολυταρχικών καθεστώτων στην εξουσία.
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, οι εξεγέρσεις πλέον λαμβάνουν χώρα και στις πλούσιες περιοχές του αραβικού κόσμου. Και μάλλον άργησαν κιόλας αν σκεφτεί κανείς ότι ο Μουαμάρ Καντάφι βρίσκεται εδώ και σαράντα χρόνια στην εξουσία, έχοντας βεβαίως επιβάλλει την εσαεί παραμονή του σε αυτή με την κατάργηση κομμάτων και ελεύθερων εκλογών. Η Λιβύη είναι μια πλούσια χώρα, κυρίως χάρη στη δυναμική που της προσφέρει ο μαύρος χρυσός. Σε σύγκριση με τις άλλες χώρες του αραβικού κόσμου, οι Λιβανέζοι είναι αρκετά μορφωμένος λαός και οι Λιβανέζες έχουν περίοπτη θέση στην τοπική κοινωνία. Αυτό έχουν καταφέρει να το κερδίσουν νομικά αλλά και στην πράξη. Με λίγα λόγια μιλούμε για μια χώρα πλούσια, μορφωμένη και είναι απορίας άξιο πως άντεξε σαράντα χρόνια κάτω από την αυταρχική σκέπη του Καντάφι. Ο αραβικός κόσμος μετά από χρόνια απέκτησε συνείδηση ότι δεν είναι υποχρεωμένος στο όνομα της κοινωνικής ειρήνης που δίνει ο πλούτος του πετρελαίου, να υπομένει τα αρχαϊκά και ολοκληρωτικά καθεστώτα με ηγέτες που ανήκουν στην εποχή της απο-αποικιοκρατικοποίησης. Ο συνταγματάρχης Καντάφι ανέλαβε την εξουσία έπειτα από ένα αναίμακτο πραξικόπημα το 1969. Ο ίδιος δεν κατέχει κάποιο επίσημο αξίωμα και έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι αρκείται στον τίτλο του «επικεφαλής της επανάστασης». Η εξουσία του στηρίζεται στη λατρεία της προσωπικότητάς του, στο αχανές δίκτυο διασυνδέσεων με τις τοπικές φυλές και φυσικά από τα κέρδη που αποφέρει η εκμετάλλευση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων της χώρας. Περισσότερο και από τον κατά κεφαλή πλούτο, οι Λιβανέζοι με την εξέγερσή τους δείχνουν ότι για αυτούς ύψιστη ανάγκη αποτελεί η πρόσβαση όλων στη δημοκρατία. Και αυτή η ανάγκη γίνεται επιτακτική όταν μιλάμε για μια κοινωνία μορφωμένη και συνειδητοποιημένη.
Το αιγυπτιακό και το τυνησιακό καθεστώς στράφηκαν σχετικά ήπια εναντίον των διαδηλωτών. Στη Λιβύη όμως έχει επιστρατευτεί σύσσωμη η κρατική μηχανή για να αντιμετωπίσει τους εξεγερμένους διαδηλωτές. Δεν βγαίνει μόνο η αστυνομία στους δρόμους, αλλά και πληρωμένοι από το καθεστώς που χτυπούν τους διαδηλωτές. Παράλληλα το καθεστώς έχει μάθει να χρησιμοποιεί, και αυτό, το ιντερνέτ σαν όπλο και στέλνει ειδήσεις, ώστε να μην κατεβαίνει ο κόσμος στο δρόμο γιατί η αστυνομία θα χτυπήσει με πραγματικά πυρά. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο Καντάφι θεωρεί τους διαδηλωτές τρομοκράτες και εχθρούς για την πατρίδα και σε πρόσφατη ομιλία του προς τους υποστηρικτές του στην Πράσινη πλατεία τους είπε ότι πρέπει να είναι έτοιμοι να πολεμήσουν για τη χώρα τους. Τους διαβεβαίωσε πως αν χρειαστεί θα ανοίξουν οι κρατικές αποθήκες των όπλων και θα προμηθευτούν όλοι με όπλα ώστε να αντιμετωπίσουν των «εξωτερικό εχθρό». Η Λιβύη λοιπόν βρίσκεται ένα βήμα από την εμφύλια σύρραξη με τους νεκρούς να είναι ήδη χιλιάδες. Οι καθεστωτικοί είναι διατεθειμένοι να τραβήξουν την κατάσταση στα άκρα απέναντι στους εξεγερμένους Λιβανέζους. Η κατάσταση είναι έκρυθμη στον αραβικό κόσμο και το μήνυμα που στέλνουν οι διαδηλωτές είναι ότι παλεύουν, με κόστος ακόμα και την ίδια τους τη ζωή, για δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη και για απαλλαγή από τον αυταρχισμό. Ένα μήνυμα που αν μη τι άλλο πρέπει να σκεφτούν και οι ευρωπαίοι πολίτες, οι οποίοι υπομένουν όλα τα δεινά που προκαλεί η οικονομική ύφεση και ουσιαστικά παρακολουθούν την αύξηση της ανεργίας, την κατακόρυφη αύξηση των οικονομικών και κοινωνικών αντιθέσεων εντελώς αμέτοχοι.

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΛΕΓΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΤΡΟΪΚΑΝΩΝ

Σάλος προκλήθηκε από τις δηλώσεις που έκαναν στελέχη της Τρόικα την περασμένη βδομάδα. Η κοινή γνώμη, μαζί και η κυβέρνηση, αιφνιδιάστηκαν με τον τρόπο κυρίως που η Τρόικα μας ζήτησε να ξεπουλήσουμε τη δημόσια περιουσία μας για να πληρώσουμε ένα κομμάτι του δημόσιου χρέους μας. Ο καθηγητικός τρόπος του κ. Τόμσεν κυρίως, αφύπνισε την εθνική μας συνείδηση και οι αντιδράσεις ήταν έντονες. Εκφράσεις όπως «να κουνάτε στη Δανία το δάχτυλό σας κ. Τόμσεν», «εδώ είναι Ελλάδα», και πολλές άλλες, πλημμύρησαν τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο. Η ουσία όμως δεν βρίσκεται τόσο πολύ στον τρόπο, ο οποίος βέβαια δεν παύει να είναι τουλάχιστον απαράδεκτος. Αντιθέτως, βρίσκεται στα λεγόμενα των δανειστών μας και στην πρότασή τους για «εκμετάλλευση» της δημόσιας περιουσίας της χώρας.
Αρχικά, πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι η Τρόικα προτείνει την πώληση όλων των κρατικών μετοχών στις εισηγμένες δημόσιες υπηρεσίες (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, ΔΕΠΑ, Τράπεζες, ΟΛΠ, κ.α). Οι τελευταίες, μπορεί να είναι κερδοφόρες, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αξία τους πλέον είναι αρκετά πεσμένη. Και αυτό γίνεται λόγω της συνεχιζόμενης καθόδου του ελληνικού χρηματιστηρίου. Οι μετοχές των παραπάνω υπηρεσιών βρίσκονται σε διαρκή πτώση, κάτι που σημαίνει ότι ο επίδοξος αγοραστής θα αγοράσει τσάμπα, ενώ πριν λίγα χρόνια θα έπρεπε να βάλει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη. Με λίγα λόγια το timing που επιλέγει η Τρόικα να προχωρήσει στην πρόταση για «εκμετάλλευση» της δημόσιας περιουσίας δεν είναι καθόλου τυχαίου. Βλέπει ότι οι εθνικές μετοχές δεν έχουν πλέον χρηματιστηριακή αξία και προωθεί ένα στυγνό ξεπούλημα εθνικής περιουσίας. Από την άλλη όμως, φαίνεται και μια αντίφαση στα λεγόμενα των δανειστών μας και στην οικονομική πραγματικότητα: Τη στιγμή που οι δημόσιες επιχειρήσεις έχουν χαμηλή αξία, εκείνοι υποστηρίζουν ότι σε πέντε χρόνια μέσα μπορεί η χώρα να κερδίσει 50 δις Ευρώ από τις πωλήσεις! Νούμερο το οποίο σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα της αγοράς. Και είναι απορίας άξιο πως οι «έμπειροι» και «πετυχημένοι» τεχνοκράτες δεν το βλέπουν.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που προκύπτει από την πρόταση των δανειστών μας είναι η ομολογία της έως τώρα αποτυχίας τους στη διαχείριση του ελληνικού προβλήματος. Σε γενικές γραμμές παραδέχτηκαν ότι η οριζόντια μείωση σε μισθούς και συντάξεις μπορεί να μείωσε το έλλειμμα, όμως το δημόσιο χρέος όλο και μεγαλώνει και αυτό είναι που οδηγεί τη χώρα κοντά στο χείλος της χρεοκοπίας. Και αφού κατάλαβαν ότι από μόνη της η οριζόντια μείωση μισθών και συντάξεων δεν μπορεί να λειτουργήσει, πρότειναν την εκποίηση της ελληνικής περιουσίας. Και το ερώτημα που γεννάται είναι, αν υποθετικά ακολουθήσει η κυβέρνηση το δρόμο της εκποίησης, και το χρέος παραμείνει υψηλό- που θα παραμείνει- μετά τη θα προτείνει η Τρόικα; Πώληση νησιών και ιστορικών μνημείων; Μεταξύ σοβαρού και αστείου ο κ. Τόμσεν είπε ότι δεν συμπεριλαμβάνουν στην «προς πώληση» δημόσια περιουσία τα μνημεία. Αλλά ποιος είναι σίγουρος ότι αυτή η προοπτική δεν στροβιλίζει στο μυαλό των δανειστών μας; Δεν είμαι λάτρης των συνωμοτικών σεναρίων, όμως ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε ένα «οικόπεδο – φιλέτο».
Μέσα σε όλα αυτά δεν πρέπει να αφήσουμε ασχολίαστη την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης δια στόματος του κ. Πεταλωτή, του κ. Ραγκούση και άλλων κυβερνητικών στελεχών. Αντίδραση η οποία άργησε πολλές ώρες και άφησε πολλά ερωτήματα να πλανώνται στην ατμόσφαιρα. Μέχρι αργά το βράδυ της Παρασκευής που βγήκε η ανακοίνωση, όλη η κοινωνία είχε αντιδράσει, ακόμα και το Mega(!), όμως η κυβέρνηση έλαμπε δια της απουσίας της. Εκτός από τα αναμενόμενα, δηλαδή την επίπληξη στην Τρόικα για το ύφος των δηλώσεών της, σε γενικές γραμμές συμφώνησε με την ανάγκη εκμετάλλευσης της δημόσιας περιουσίας. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά ανάμεσα σ’ αυτές τις έννοιες: άλλο πράγμα είναι η εκποίηση και το ξεπούλημα, και άλλο η εκμετάλλευση. Πολλά δημόσια κτήρια είναι εγκαταλελειμμένα και μπορούν να αξιοποιηθούν. Ενδεχομένως και κάποιες δημόσιες επιχειρήσεις μπορούν να πωληθούν σε ιδιώτες. Με την προϋπόθεση όμως το οικονομικό αντίτιμο να είναι ικανοποιητικό και όχι ληστρικό, και το κράτος να συνεχίσει να έχει εποπτικό ρόλο. Στην εποχή της οικονομικής ύφεσης, που προκλήθηκε κυρίως από την απληστία των αγορών, δεν πρέπει να θεωρούνται οι ιδιώτες παράδεισος και το κράτος ο νεκροθάφτης της ανάπτυξης και του οικονομικού κέρδους. Ο στρατηγικός ρόλος του κράτους δεν πρέπει να υποτιμάται και να εκχωρούνται όλα στους ιδιώτες. Οι συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, δεν πρέπει να είναι φόβητρο και να θεωρούνται ταμπού, άλλο το κράτος δεν πρέπει να θεωρείται ο φτωχός συγγενής.
Το συμπέρασμα που βγαίνει από τις τελευταίες εξελίξεις είναι απλό: Ο μνημονιακές εκτιμήσεις φαίνεται πως αποτυγχάνουν. Μπορεί να έχει μειωθεί κατά πολύ το έλλειμμα, όμως το χρέος παραμένει στα ύψη, τα λουκέτα και η ανεργία έχουν πλημμυρίσει την αγορά και η ανάπτυξη παραμένει άγνωστη λέξη στα κυβερνητικά κλιμάκια. Και τελικά φαίνεται πως οδηγούμαστε σε έναν φαύλο κύκλο συνεχόμενων περικοπών, φορολογικών αυξήσεων και αναπτυξιακής στασιμότητας.

Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΜΙΑ ΕΥΡΩΠΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

Μετά από τις πρόσφατες εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, φαίνεται πιο πιθανό από ποτέ να δοθεί ευρωπαϊκή λύση στα αλυσιδωτά προβλήματα που συνεχίζει να προκαλεί η οικονομική κρίση των χωρών της ευρωζώνης. Η Γερμανία απαιτεί να εφαρμοστεί η δική της πρόταση, η οποία προϋποθέτει σκληρές και δεσμευτικές υποχρεώσεις. Βασικότερη απαίτηση της Γερμανίας είναι να υπάρχει σε κάθε Σύνταγμα των χωρών της ευρωζώνης η ρητή δέσμευση για μικρό έλλειμμα και δημόσιο χρέος. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αν μια χώρα διογκώσει το έλλειμμά της, για παράδειγμα σε ποσοστό άνω του 3% όπως όριζε η Συνθήκη του Μάαστριχτ, αυτομάτως θα έχει να αντιμετωπίσει οικονομικές κυρώσεις, οι οποίες θα εφαρμόζονται αυτόματα χωρίς διαπραγματεύσεις και παζάρια. Οι κυρώσεις αυτές θα σημαίνουν αδυναμία δανεισμού από τις αγορές και εν τέλει θα προκαλούν σκληρά μέτρα δημοσιονομικού χαρακτήρα με περικοπή μισθών, συντάξεων, απολύσεις και αυξήσεις σε άμεση και έμμεση φορολογία. Ακόμα και το σενάριο εγκατάλειψης του Ευρώ για τις «απείθαρχες» χώρες φαντάζει πιθανό. Είναι φανερό ότι η Γερμανία, με τον «αέρα» της καλύτερης οικονομίας στην Ευρώπη, θέλει να εφαρμόσει την πολιτική της πανευρωπαϊκά όχι μόνο για τη σωτηρία του ευρώ και το φρενάρισμα των κερδοσκόπων όπως το Βερολίνο διατυμπανίζει, αλλά κυρίως γιατί δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση να συνεχίζουν να επιβραβεύονται και να μένουν ατιμώρητες οι απείθαρχες χώρες με άσχημα δημοσιονομικά στοιχεία. Οι Γερμανοί ανέκαθεν ήταν θιασώτες της απαρέγκλιτης εφαρμογής των κανόνων του Μάαστριχτ και αυτή την πιστή εφαρμογή των κανόνων θέλουν τώρα να μεταδώσουν και στις άλλες χώρες.
Είναι βέβαιο πως η απουσία κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής οδήγησε και συνεχίζει να οδηγεί σε δυσοίωνες προβλέψεις σχετικά με το μέλλον του Ευρώ. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Ε.Ε δεν είχε προβλέψει κάποιο μηχανισμό στήριξης σε περίπτωση κινδύνου, και αυτό το έκανε μόνο όταν η κατάσταση της Ελλάδας έδειξε την ευρωπαϊκή φύση του προβλήματος.
Το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας που επεξεργάζεται ο γαλλογερμανικός άξονας προβλέπει ότι οι κρατικοί προϋπολογισμοί πρέπει πρωτίστως να εγκρίνονται από την Κομισιόν, θέτει υψηλότερα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, κοινό κατώτατο όριο για τη φορολογία των επιχειρήσεων και μηχανισμό αντιμετώπισης των τραπεζικών κρίσεων, καθιστώντας τις τράπεζες μέρος του προβλήματος σε περίπτωσης νέας οικονομικής κρίσης. Όλα αυτά ίσως να είναι σε γενικές γραμμές αποδεκτά, όμως μια οικονομική ένωση δεν μπορεί μονίμως να στηρίζεται στη λιτότητα διαρκείας. Δεν διαφωνεί κανείς, πως κάθε χώρα πρέπει να έχει τακτοποιημένο το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος της, όμως η Ε.Ε πρέπει να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα. Η διαφαινόμενη οικονομική διακυβέρνηση της Ευρώπης πρέπει να βασίζεται στο δικαίωμα εργασίας για όλους τους ευρωπαίους πολίτες, σε ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, σε ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, στις επενδύσεις και στην καινοτομία Για να ευνοηθεί η ανάπτυξη και οι επενδύσεις, πρέπει να προχωρήσει η ιδέα της έκδοσης ευρωομολόγων, ειδικότερα για τις χώρες της περιφέρειας.
Από την πρώτη στιγμή που φάνηκαν οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στις χώρες της ευρωζώνης, δυο προοπτικές υπήρχαν: η διάλυση της ευρωζώνης ή η σωτηρία του Ευρώ μέσω μιας κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η πρώτη προοπτική δεν απασχόλησε ποτέ στα σοβαρά τους ευρωπαίους ηγέτες και ήρθε η στιγμή να προχωρήσει η Ευρώπη και να γίνει μια πραγματική ένωση, τουλάχιστον οικονομική σε πρώτη φάση. Η κυβέρνηση και προσωπικά ο Πρωθυπουργός πρέπει εξαρχής να θέσουν αυστηρούς όρους και να διαπραγματευτούν έξυπνα. Χρειάζεται ο κοινός συντονισμός των χωρών της ευρωζώνης στους τομείς της φορολογίας, των μισθών, του ασφαλιστικό, όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος να μετατραπεί η Ε.Ε σε ένα αχανές γερμανικό προτεκτοράτο. Με το μνημόνιο είναι αλήθεια πως έχουμε χάσει ως χώρα ένα σημαντικό κομμάτι της εθνικής μας κυριαρχίας. Με το σύμφωνο ανταγωνιστικότητας μπορούμε να την χάσουμε πλήρως αν δεν γίνουν προσεγμένες κινήσεις από την κυβέρνηση. Αυτό βεβαίως προϋποθέτει σύμπνοια και συμπόρευση των αδύναμων χωρών της Ε.Ε και όχι πλήρη υποταγή στο γαλλογερμανικό άξονα. Σκοπός της οικονομικής διακυβέρνησης πρέπει να είναι η δημιουργία μιας Ευρώπης για όλους, και όχι για μόνο για τις πλούσιες χώρες του Βορρά. Η Ευρώπη περνά ιστορικές στιγμές και όλοι, κυβέρνηση και ευρωπαίοι εταίροι, πρέπει να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Τέλος, ενδεχόμενη βούληση της κυβέρνησης να πραγματοποιήσει αλλαγές στο Σύνταγμα, στα πρότυπα που θέλει η Μέρκελ, μπορεί να επιφέρει πρόωρες εκλογές. Στην κυβέρνηση το σενάριο αυτό δεν έχει εγκαταλειφτεί και εξακολουθεί να έχει πολλούς υποστηρικτές.

Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Καταιγιστικές είναι οι εξελίξεις στην Αίγυπτο με τις λαϊκές αντιδράσεις να λαμβάνουν γιγαντιαίες διαστάσεις, που ενισχύθηκαν από το αίμα των νεκρών της βίαιης καταστολής. Μετά την Τυνησία το πάθος για ανατροπή και αλλαγή έχει μεταφερθεί στην Αίγυπτο, η οποία ζει ιστορικές στιγμές καθώς σείεται από τεράστιες διαδηλώσεις, κατά του καθεστώτος Μουμπάρακ. Τις τελευταίες μέρες, σκηνές χάους κυριαρχούν στην Αίγυπτο, με τους δρόμους να έχουν μετατραπεί σε απέραντα πεδία μάχης, ενώ παράλληλα το διαδίκτυο και οι τηλεπικοινωνίες είναι μπλοκαρισμένες. Κεντρικό αίτημα των εξεγερμένων Αιγυπτίων είναι η παραίτηση του Μουμπάρακ και η διενέργεια δημοκρατικών και ελεύθερων εκλογών. Στο πρώτο τηλεοπτικό του διάγγελμα ο Μουμπάρακ ανακοίνωσε την αντικατάσταση κάποιων μελών της κυβέρνησής του και την ορκωμοσία μιας καινούριας, όμως αυτές οι αλλαγές δεν συγκίνησαν τους διαδηλωτές, οι οποίοι συνεχίζουν τις κινητοποιήσεις. Η οικονομική ανέχεια, η ανεργία, οι χαμηλότατοι μισθοί, η έκρηξη της τιμής των τροφίμων, σε συνδυασμό με την έλλειψη δημοκρατικών ελευθεριών του Καθεστώτος Μουμπάρακ, αποτελούν τους λόγους πάνω στους οποίους δομήθηκε η εξέγερση των Αιγύπτιων. Σε μία χώρα που η πλειοψηφία του πληθυσμού ζει κάτω από το όρια της απόλυτης φτώχειας, ο πλουτισμός της καθεστωτικής νομενκλατούρας του Μουμπάρακ αποτελούσε πρόκληση.
Για πρώτη φορά, στα 31 χρόνια της απόλυτης κυριαρχίας του Χόσνι Μουμπάρακ, η χώρα δονείται από συνθήματα υπέρ της άμεσης αποχώρησής του. Η εικόνα του κατέβηκε από παντού, και η έδρα του κόμματός του πυρπολήθηκε. Ο νομπελίστας αντικαθεστωτικός, Μοχάμεντ Ελ Μπαραντέι, στο πρόσωπο του οποίου η Δύση βλέπει την αλλαγή στη χώρα, κατέβηκε στο δρόμο και ενώθηκε με το πλήθος. Η προοπτική αλλαγών στην Αίγυπτο, με ή άνευ Μπάρανταϊ, είναι φανερό πως δεν προέκυψε από τη μια μέρα στην άλλη. Τα αίτια ου αναφέρθηκαν παραπάνω ήταν στην πραγματικότητα η αφορμή για να ανάψει το φιτίλι της οργής. Από την άλλη, η Ουάσιγκτον έμμεσα πιέζει για «μεταρρυθμίσεις» και αλλαγή κατά το πρότυπο εκδημοκρατισμού που προωθεί η ευρεία Μέση Ανατολή, προκειμένου να απομακρύνει τα ενδεχόμενα λαϊκών εκρήξεων σαν αυτή που βρίσκεται σε εξέλιξη τώρα και να διασφαλίσει τα ιμπεριαλιστικά και γεωπολιτικά της συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή. Ουδείς μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα για τις επόμενες εξελίξεις στην Αίγυπτο, όμως το βέβαιο είναι πως οι μέρες παντοδυναμίας του Χόσνι Μουμπάρακ πέρασαν ανεπιστρεπτί, καθώς οι μέχρι πρότινος «σύμμαχοι και φίλοι» Αμερικάνοι, πλέον μιλούν ανοιχτά για την ανάγκη ελευθερίας της Αιγύπτου και εκφράζουν την κατανόησή τους για τα δεινά που περνά ο αιγυπτιακός λαός.
Η διαφαινόμενη πτώση του Μουμπάρακ δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει την Αίγυπτο στον εκδημοκρατισμό, στην πάταξη της διαφθοράς, σε ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης της δημόσιας ζωής και σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων της. Η εξέγερση των Αιγυπτίων , μαζί με αυτή των Τυνήσιων, είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε ντόμινο εξελίξεων στις χώρες της Μέσης Ανατολής και όχι μόνο. Η υψηλή ανεργία σε συνδυασμό με την εξάντληση των ενεργειακών και των υδάτινων πόρων, καθώς και η αυταρχικότητα των απολυταρχικών καθεστώτων ενδέχεται να προκαλέσουν σωρεία κινητοποιήσεων και εν τέλει να απειλήσουν τη σταθερότητα της περιοχής. Η παραίτηση του Μουμπάρακ και του κάθε Μουμπάρακ μπορεί να ικανοποιήσει τους εξαγριωμένους διαδηλωτές, όμως αυτό που προέχει για τις χώρες αυτές είναι μια ομαλή μετάβαση προς τον εκδημοκρατισμό, μετάβαση η οποία θα έχει μόνιμα χαρακτηριστικά και όχι περιστασιακή ισχύ.

ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΕΣ ΑΠΟΡΙΕΣ

Πέρασαν αισίως 40 μέρες από την αποχώρηση Αλαφούζου και από τότε δεν έχει συμβεί το παραμικρό παρήγορο. Αντιθέτως: - Κανείς δεν έμαθε (...