Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

ΤΙ ΗΤΑΝ ΤΕΛΙΚΑ Ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ;

Πριν λίγες μέρες συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τη δολοφονία του μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και αδιαμφισβήτητα το γεγονός αυτό αποτελεί ακόμα και σήμερα αντικείμενο ακαδημαϊκής μελέτης, καθημερινής συζήτησης και ζήτημα πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι περσινές στιγμές που ζήσαμε όλοι βρίθουν από πολλά και ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Αρχικά, η δολοφονία αυτή καθ’ αυτή έδειξε ότι δυστυχώς υπάρχουν αστυνομικοί οι οποίοι χωρίς ίχνος δισταγμού σηκώνουν ένα όπλο και πυροβολούν αναίτια ένα 15χρονο παιδί. Πρέπει να αποδοθεί πραγματική δικαιοσύνη και ακολούθως να φροντίσει ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη να αναμορφώσει τα κριτήρια με τα οποία φοράει κάποιος τη στολή του αστυνομικού. Ένας άνθρωπος ο οποίος έχει αρκετά ψυχολογικά προβλήματα και επιθετικές τάσεις δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι προστάτης του πολίτη.
Σχετικά με την ‘εξέγερση’ της νεολαίας, γνώμη μου είναι πως υπήρξε μια μεγάλη σε έκταση διαμαρτυρία αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μαζική, και πόσο μάλλον εξέγερση. Από τη μία, η συμμετοχή των νεολαίων δεν ήταν πολυάριθμη και από την άλλη στις ειρηνικές διαδηλώσεις της νεολαίας εισχώρησαν, όπως πάντα άλλωστε, αναρχικοί, αντιεξουσιαστές και γενικά άνθρωποι οι οποίοι πάντοτε βρίσκουν χώρο έκφρασης σε τέτοιου είδους διαδηλώσεις. Η καταστροφή καταστημάτων, αυτοκινήτων και γενικά περιουσιακών στοιχείων των συμπολιτών τους, σίγουρα είναι κατακριτέα από τη συντριπτική πλειονότητα της νεολαίας και εν τέλει αυτή η κατάσταση χάους που επικράτησε, έγινε το επίκεντρο των συζητήσεων και των επικρίσεων και υποσκίασε τα πραγματικά προβλήματα μιας δικαίως διαμαρτυρόμενης και προβληματισμένης νεολαίας. Η έκταση των καταστροφών ήταν πρωτοφανής και ο αριθμός των ατόμων που συμμετείχαν σε αυτές μεγαλύτερος απ’ ότι συνήθως, αλλά το συγκεκριμένο μοντέλο κινητοποίησης παρέπεμπε στις χρόνιες και επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις που ταλανίζουν τη χώρα μας και που διακρίνονται από την ανεμπόδιστη δράση των γνωστών- άγνωστων αντιεξουσιαστών, τη σχετική συμπάθεια με την οποία αντιμετωπίζονται από μια μερίδα ΜΜΕ και την εκμετάλλευση του πανεπιστημιακού ασύλου. Το θέμα του ασύλου, διαρκώς συζητείται και διαρκώς αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης από κάθε είδους αντιεξουσιαστή. Ζούμε σε μια δημοκρατία, με τα όποια ελαττώματα της, και η ελεύθερη διακίνηση ιδεών είναι κατοχυρωμένη. Το άσυλο δεν πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί καταφύγιο των ταραξιών και αυτό είναι ένα καυτό θέμα το οποίο καλείται να ανοίξει η κυβέρνηση.
Όσον αφορά τα πραγματικά αιτήματα τα οποία πρόταξε, ή για να είμαστε ακριβής έπρεπε να προτάξει, η περσινή διαμαρτυρία των νέων, πρέπει ν’ αποτελέσουν αντικείμενο πολιτικής πρακτικής από την κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, οι νέοι σήμερα, αλλά και πέρσι και πρόπερσι και του χρόνου, νιώθουν την ανασφάλεια να μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η διαρκώς αυξανόμενη ανεργία, η ελλειμματική παιδεία, τα 500 Ευρώ το μήνα, η κυριαρχία της παραπαιδείας και της στείρας αποστήθισης, η πολιτική διαφθορά, τα κάθε είδους σκάνδαλα που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, η μη ισότητα των ευκαιριών, η αίσθηση ότι οι προβληματισμοί τους παραμένουν αναπάντητοι αποτελούν παράγοντες που βάζουν φρένο στα όνειρα και τη φαντασία των νέων ανθρώπων. Όταν αυτοί οι νέοι καταλάβουν ότι οι παραπάνω παράγοντες αποτελούν τροχοπέδι για το μέλλον τους, τότε υπάρχει περίπτωση αυθόρμητα να δράσουν συνολικά και τότε το βέβαιο είναι ότι θα μιλάμε για μια πραγματική μαζική εξέγερση η οποία θα έχει αποτελέσματα και δεν θα είναι μια απλή ημέρα μνήμης όπως ήταν η φετινή. Τα περσινά Δεκεμβριανά δεν αποτέλεσαν σε καμία περίπτωση κίνημα. Δεν υπήρξαν συγκεκριμένα αιτήματα, οι συλλογικές δράσεις ήταν πολύ περιορισμένος, δεν υπήρχε ουσιαστική οργανωτική δομή και τελικά ένα χρόνο μετά μπορούμε να πούμε ότι δεν επετεύχθη κάποιος στόχος. Το θετικό είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των νέων αντιλήφθηκαν τα κοινά τους προβλήματα, τη μίζερη καθημερινότητά τους και ότι από την πολυθρόνα του internet cafe δεν μπορεί να γεννηθεί ένα κοινωνικό κίνημα. Οι βάσεις ενδεχομένως να μπήκαν πέρσι αλλά ο χρόνος θα δείξει κατά πόσο μπορεί αυτή η κοινωνική διεργασία να έχει συνέχεια και συνέπια.

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΣΑΜΑΡΑ

Πριν εξαχθούν κάποια συμπεράσματα για την πρόσφατη εκλογή του κ. Αντώνη Σαμαρά στη θέση του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, αξίζει να αναφερθεί ότι από μόνη της η εκλογή Προέδρου από τη βάση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι κάτι πρωτόγνωρο, δεδομένου ότι η ΝΔ είναι το μοναδικό ευρωπαϊκό συντηρητικό κόμμα που ακολούθησε αυτή την ανοιχτή διαδικασία. Η εκλογή νέου προέδρου ήταν αποτέλεσμα της δυναμικής που έδωσε η βάση του κόμματος, δυναμική η οποία επέβαλε την αλλαγή του τρόπου εκλογής. Η μαζική συμμετοχή 770.000 περίπου μελών είναι κάτι αξιοσημείωτο και υπερέβη κατά πολύ τις προεκλογικές εκτιμήσεις οι οποίες έκαναν λόγο για 400.000 εκλογείς. Αυτή η κινητοποίηση, η οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό ήταν αυθόρμητη, ουσιαστικά ακύρωσε την όποια επιρροή των μηχανισμών. Το γεγονός ότι η ψήφος των νεοδημοκρατών κινήθηκε έξω από τους μηχανισμούς των βουλευτών, φάνηκε κραυγαλέα στη Β’ Αθηνών, όπου από τους 12 βουλευτές της ΝΔ, οι 9 (τουλάχιστον) στήριζαν την κ. Ντόρα Μπακογιάννη. Παρόλα αυτά ο Σαμαράς έλαβε ποσοστό της τάξης του 60%.
Η εκλογή Σαμαρά, εξέφρασε όπως δείχνει και η κάλπη, την επιθυμία των ψηφοφόρων της ΝΔ για ανοιχτή και συμμετοχική λειτουργία του κόμματος. Οι ίδιοι ψηφοφόροι χρέωσαν στη Ντόρα Μπακογιάννη λογικές παρέας και πρακτικές μηχανισμών. Επίσης, οι ψηφοφόροι φαίνεται πως χρέωσαν (και) στην Μπακογιάννη την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες την 4η Οκτωβρίου. Η τέως Υπουργός Εξωτερικών ήταν ένας από τους πλέον έμπιστους συνεργάτες και συνομιλητές του πρώην Πρωθυπουργού. Με λίγα λόγια, στα μάτια των ψηφοφόρων έχει ταυτιστεί ως ένας γνήσιος εκφραστής του συστήματος Καραμανλή, με ότι αυτό συνεπάγεται. Άρα, η επιμονή της κ. Μπακογιάννη να υπερασπίζεται στον ύψιστο βαθμό την κεντρώα, νεοφιλελεύθερη ιδεολογία , η οποία αποτέλεσε την ‘ναυαρχίδα’ της διακυβέρνησης Καραμανλή, αποδείχθηκε μεγάλο σφάλμα. Και αυτό διότι, πρόκειται για μια εξατμισμένη, ξεθωριασμένη ιδεολογία. Αντιθέτως, ο νέος Πρόεδρος της ΝΔ, επένδυσε σε μια ρητορική επανίδρυση του ιστορικού χώρου της παραδοσιακής Δεξιάς. Ο Αντώνης Σαμαράς προσέδωσε στην εκστρατεία του πολιτικά χαρακτηριστικά σε αντίθεση με το απολίτικο, πολυσυλλεκτικό στίγμα που εξέπεμψε η Ντόρα Μπακογιάννη. Οι πολίτες με την επιλογή που έκαναν, έδειξαν ότι απαιτούν από τα πολιτικά κόμματα να ξαναγίνουν φορείς διακριτών πολιτικών προγραμμάτων και προτεραιοτήτων και όχι να ψαρεύουν στα θολά νερά του ‘μεσαίου χώρου’.
Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο της προεκλογικής αναμέτρησης έχει να κάνει με την περιβόητη πια εκλογή από τη βάση. Εξ’ αρχής, την πρόταση για εκλογή από τη βάση την είχε κάνει ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, προτού αποσύρει την υποψηφιότητά του και στηρίξει Σαμαρά. Άμεσα οι Σαμαράς, Ψωμιάδης αποδέχτηκαν την πρόταση. Μόνο η κ. Μπακογιάννη άργησε να πάρει θέση, αν και η ίδια είχε κάνει την ίδια πρόταση το ’96. Όταν τελικά το αποδέχτηκε, μην μπορώντας να κάνει διαφορετικά, ο μέσος μη ταυτισμένος ψηφοφόρος της ΝΔ, θεώρησε ότι περισσότερο σύρθηκε η κ. Μπακογιάννη στην αποδοχή της πρότασης αυτής παρά το πίστευε. Αν μη τι άλλο, σε μια περίοδο που οι πολιτικοί έχουν χάσει αρκετά μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας και του κύρους, οι πολίτες δεν θέλουν να προκαλούνται. Πρόκληση και ένδειξη αλαζονείας αποτέλεσε η δημοσιοποίηση εκ μέρους της κ. Μπακογιάννη 1.000 υπογραφών στήριξης προς το πρόσωπό της. Οι κάτοχοι των υπογραφών ήταν βουλευτές και παράγοντες της ΝΔ και οι ψηφοφόροι θεώρησαν πως με αυτή την κίνηση υπεροχής, ένα συνέδριο προσχεδιασμένο φαινόταν στον ορίζοντα.
Ο Αντώνης Σαμαράς εξέφρασε το αίτημα αλλαγής νοοτροπίας και ανανέωσης της ΝΔ. Αυτό το υποστήριξε με πάθος, με σωστό ύφος και με ανεπιτήδευτο λόγο. Μετά από 11 χρόνια πολιτικής απομόνωσης φαινόταν πιο ώριμος και πιο τολμηρός. Από την αρχή απευθύνθηκε στους πληγωμένους ψηφοφόρους της ΝΔ και ταυτίστηκε με κάτι καινούριο το οποίο θα άφηνε πίσω ό,τι πλήγωσε τη συντηρητική παράταξη. Από την άλλη, η Ντόρα Μπακογιάννη επένδυσε στην πολιτική και βιολογική καταγωγή της και πίστευε ότι επειδή παρουσιαζόταν ως το ‘νούμερο 2’ της ΝΔ, θα ήταν κατ’ ανάγκη και η Πρόεδρος. Υποστήριξε εξ’ αρχής ότι ποτέ δεν εγκατέλειψε το κόμμα, θέλοντας βεβαίως έτσι να στοχοποιήσει τους Σαμαρά, Αβραμόπουλο. Αυτές όμως οι λογικές φαίνεται ότι δεν συγκινούν πλέον τους ψηφοφόρους. Εν κατακλείδι, η κ. Μπακογιάννη υποτίμησε το γεγονός ότι η πολιτική είναι ένας μαραθώνιος όπου απαιτούνται μεγάλες αντοχές και όχι ένα απλό κατοστάρι της μιας ανάσας.

ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Οι εκλογές για την ανάδειξη ηγεσίας στον υπό διαμόρφωση νέο φορέα της Κεντροαριστεράς ολοκληρώθηκαν χωρίς τρομερές εκπλήξεις. Η Φώφη Γ...