Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

ΤΙ ΕΔΕΙΞΕ Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΟΡΥΦΗΣ ΤΗΣ Ε.Ε.

Στη Σύνοδο κορυφής της Ε.Ε που έγινε πρόσφατα, οι πλούσιες χώρες του Βορρά με ξεκάθαρο ηγέτη τη Γερμανία, επικράτησαν. Ενόψει της Συνόδου, υπήρχαν ελπίδες πως θα υπάρξει πραγματική βούληση για τις φτωχές χώρες του Νότου που πλήττονται από την κρίση. Είχαν ενταθεί οι ανησυχίες εκείνων των ηγετών που θεωρούσαν επιτακτική την έκδοση ευρωομολόγου για τις προβληματικές οικονομίες των χωρών της περιφέρειας. Ενώ υπήρχαν και κάποιοι αρκετά φιλόδοξοι που μιλούσαν για την αναγκαιότητα κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής η οποία δεν θα περιορίζεται μόνο στο ευρώ αλλά θα καλύπτει ένα ευρύτερο και συνολικό φάσμα οικονομικής και φορολογικής πολιτικής. Αντ’ αυτού, υπήρξε μια γενικόλογη συζήτηση και η δέσμευση για την υιοθέτηση ενός μόνιμου ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθεροποίησης των κρατών – μελών της ευρωζώνης, ο οποίος θα μπει σε ισχύ από το 2013. Στο σημείο αυτό επικράτησαν και πάλι οι γερμανικές θέσεις, καθώς στο μηχανισμό θα προβλέπεται ακόμα και η συμμετοχή ιδιωτών πιστωτών, μαζί με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Οι υπουργοί Οικονομικών των χωρών της Ευρωζώνης έχουν επιφορτιστεί με τη διαμόρφωση του μηχανισμού και αποτελέσματα αναμένονται μέσα στη χρονιά.

Τα παραπάνω είναι ενδεικτικά του γενικότερου κλίματος που κυριάρχησε στη Σύνοδο κορυφής. Επικράτησε η πολιτική αδράνεια της ευρωπαϊκής ηγεσίας και τα οικονομικά συμφέροντα των πλούσιων χωρών του Βορρά. Η Ε.Ε. αν και διαθέτει Πρόεδρο, ο τελευταίος είναι ένας πολιτικός χωρίς ηγετικές ικανότητες, και δεν φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει πρωτοβουλίες για τη σωτηρία της ευρωζώνης και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Είνια έρμαιο στις διαθέσεις της Γερμανίας, και δευτερευόντος της Γαλλίας. Η ευρωπαϊκή ηγεσία δεν μπορεί ή καλύτερα δεν θέλει να αναγνωρίσει και κυρίως να επιλύσει το πρόβλημα της ευρωζώνης. Και το πρόβλημα αυτό δεν είναι απλώς νομισματικό, όπως κάποιοι θέλουν να πιστεύουν, αλλά καθαρά οικονομικό. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε η αδυναμία της Ε.Ε. να συζητήσει τα πραγματικά προβλήματα και τις λύσεις της οικονομικής κρίσης. Ουδεμία κουβέντα έγινε για κοινή οικονομική πολιτική, μιας και η Γερμανία μαζί με τους συμμάχους της δεν είναι διατεθειμένοι να συμβάλλουν στη σωτηρία του ευρώ και προτιμούν να μείνουν προσκολλοιμένοι στο εθνικό συμφέρον και μόνο. Πιστέυουν ότι ενδεχόμενη «συμμετοχή» τους στο όλο και αυξανόμενο δημόσιο χρέος των χωρών του Νότου, θα τις συμπαρασύρει στη δίνη της κρίσης.

Η ΟΝΕ, είτε είναι κάποιος υπέρμαχός της είτε πολέμιός της, αποτελεί δομικό στοιχείο της Ε.Ε. και ενδεχόμενη διάλυσή της θα επέφερε οικονομική αναταραχή, ραγδαία ύφεση και κατακόρυφη πτώση του βιωτικού επιπέδου και των αναπτυξιακών προοπτικών των κρατών – μελών. Η οικονομική διακυβέρνηση αποτελεί μια αναγκαιότητα, αν τα μέλη επιθυμούν τη διατήρηση του κοινού νομίσματος. Αυτό που πρέπει να απασχολήσει άμεσα την Ε.Ε. και τα κράτη – μέλη, είναι η μεταφορά αρμοδιοτήτων από το εθνικό στο υπερεθνικό. Η κοινή ευρωπαίκή οικονομική διακυβέρνηση θα λειτουργήσει ως ανάχωμα στην κρίση και θα συμβάλλει ώστε η Ευρώπη να μπορεί να ανταγωνιστεί τις οικονομίες της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών στο νέο παγκοσμιοποιημένο σύστημα που γοργά διαμορφώνεται. Τη στιγμή αυτή, η προοπτική μιας κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης μένει στάσιμη. Όπως στάσιμη παραμένει και η κοινή ευρωπαϊκή ανάπτυξη και πρόοδος. Οι ανισότητες είναι μεγάλες στην Ε.Ε. και δεν προβλέπεται άμεσα οικονομική και κοινωνική σύγκλιση. Οι ευρωπαϊκές εκκρεμότητες είναι πάρα πολλές και όσο δεν θέτονται επί τάπητος τα κρίσιμα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και της πολιτικής ενοποίησης, τότε όλο και πιο γρήγορα θα επέλθει η διάλυση της ευρωζώνης και της Ε.Ε

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΡΟΛΟΥ

Πριν λίγες μέρες, μετά από αρκετό καιρό, η Εκκλησία αποφάσισε να μιλήσει στους πιστούς για την οικονομική κρίση, και ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγόρησε την κυβέρνηση και ανέφερε μεταξύ άλλων στο φυλλάδιο Προς το Λαό που μοιράστηκε, ότι «είμαστε μια χώρα υπό κατοχή και εκτελούμε εντολές των κυρίαρχων – δανειστών μας. Η χώρα μας φαίνεται να μην είναι πλέον ελεύθερη, αλλά να διοικείται επί της ουσίας από τους δανειστές μας». Είναι πολλοί οι μητροπολίτες που όχι μόνο συμφώνησαν με το ύφος του φυλλαδίου, άλλα πιστεύουν πως έπρεπε να μοιραστεί στους πιστούς εδώ και καιρό. Από την άλλη, τα κόμματα διχάστηκαν ανάμεσα σε αυτά που υποστηρίζουν τον πολιτικό λόγο της Εκκλησίας, και σε εκείνα που την εγκαλούν να μείνει πιστή στα εκκλησιαστικά της ζητήματα και μόνον. Με αφορμή, το διάγγελμα «Προς τον Λαό», αναζωπυρώθηκε για άλλη μια φορά η συζήτηση για το αν μπορεί η Εκκλησία να κάνει πολιτική.
Διαχρονικά η Εκκλησία ενδιαφερόταν για τα οίκου της και βρισκόταν σε συνεργασία με την εκάστοτε κυβέρνηση, όταν όμως πίστευε ότι τα δικαιώματά της ή οι αξίες της θίγονταν, προχωρούσε σε κινητοποιήσεις. Τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία με τις ταυτότητες, όταν η τότε κυβέρνηση Σημίτη είχε αποφασίσει να μην αναγράφεται το θρήσκευμα στις ταυτότητες. Τότε λίγο έλειψε να πέσει η κυβέρνηση καθώς οι συλλογές υπογραφών και τα συλλαλητήρια ήταν μαζικά. Πρόσφατα, η προεκλογική δέσμευση του κ. Παπανδρέου για φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας ξεσήκωσε εκ νέου τους Ιεράρχες. Ακόμα, επίκειται νέος ξεσηκωμός με αφορμή την κάρτα του πολίτη που σχεδιάζει η κυβέρνηση.
Όπως καταλαβαίνει κανείς, αν συνυπολογίσουμε στα παραπάνω τις πολλές φορές που η Εκκλησία υπερασπίζεται τα εθνικά συμφέροντα και αναφέρεται στα καυτά εθνικά θέματα, τότε καταλαβαίνει κανείς ότι είναι πολλές οι φορές που οι Ιεράρχες κάνουν πολιτική με την ευρεία έννοια του όρου. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό και κατακριτέο, όμως είναι υποκριτικό όταν πολλοί εκπρόσωποι της Εκκλησίας απαρνούνται τον πολιτικό μανδύα και τονίζουν ότι μιλούν πάντα στο όνομα της υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων. Ο λαός έχει τη δύναμη, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες (π.χ. εκλογές) να εκφράζει τη βούλησή του για το εθνικό συμφέρον, όποτε αυτό διακυβεύεται, και δεν πρέπει κάποιοι ιεράρχες να θέλουν να δράσουν «ελέω Θεού». Ο καθένας έχει τη γνώμη του για τα πολιτικά ζητήματα της χώρας, όμως οι Ιερείς δεν πρέπει να μιλούν ακραία και να νομίζουν ότι εκπροσωπούν την κοινή γνώμη.
Η Εκκλησία της Ελλάδος αν θελήσουμε να την εξετάσουμε ως πολιτική δύναμη, είναι αρκετά συντηρητική, οπισθοδρομική και φοβική. Αντιστέκεται στις αμβλώσεις, στο προγαμιαίο σεξ και στην ομοφυλοφιλία την ίδια στιγμή που όλα αυτά αποτελούν πραγματικότητα, την οποία έχει δεχθεί η ελληνική κοινωνία. Αντιστέκεται, για παράδειγμα, στην κατασκευή μουσουλμανικοί τεμένους, τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας έχει αποδεχθεί την ανεξιθρησκία. Πρέπει η Εκκλησία να καταλάβει ότι όλοι οι πιστοί, ανεξαρτήτου θρησκεύματος, πρέπει να έχουν το δικό τους χώρο λατρείας και προσευχής, και όχι να περιθωριοποιούνται και να λιντσάρονται, γιατί πολύ απλά η περιθωριοποίηση αργά ή γρήγορα φέρνει αντίδραση με άσχημα αποτελέσματα. Αντιστέκεται σε ένα μάθημα Θρησκειολογίας στα ελληνικά σχολεία και προάγει το μάθημα των Θρησκευτικών, το οποίο όπως γίνεται αποτελεί μια ορθόδοξη κατήχηση και μόνο.
Είναι πολλά τα περιστατικά στα οποία μπορεί να αναφερθεί κανείς, όμως το συμπέρασμα είναι ότι η Εκκλησία πρέπει να κοιτάει τα του οίκου της. Να ασχοληθεί με τα θέματα της πίστεως, να προσφέρει, όπως πράγματι κάνει, τη χείρα βοηθείας στους φτωχούς και τους μη προνομιούχους συμπολίτες μας, ανεξαρτήτου χρώματος, και τέλος να κάνει πράξη τα ουσιαστικά – ανθρωπιστικά μηνύματα της Ορθοδοξίας. Είναι καιρός οι προοδευτικοί Ιεράρχες και ειδικότερα ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος, να αναλάβουν πρωτοβουλίες ώστε η Εκκλησία να παραμείνει αφοσιωμένη στο αξιοζήλευτο ανθρωπιστικό έργο που προσφέρει, και όχι να φαίνεται στα μάτια του κόσμου ως μια οιονεί συντηρητική πολιτική δύναμη.

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΧΑΟΣ

Την περασμένη Τετάρτη, ο ξυλοδαρμός του κ. Χατζηδάκη, ήταν το αποκορύφωμα μιας κατάστασης που εδώ και καιρό έχει λάβει χαρακτηριστικά παγιωμένης αντίληψης στην ελληνική κοινωνία. Τις περασμένες φορές οι «επιθέσεις» στους πολιτικούς περιορίζονταν στις ύβρεις, όμως τη φορά αυτή η κατάσταση ξέφυγε από τη φραστική βία. Είναι δεδομένο ότι εδώ και αρκετούς μήνες έχει διαμορφωθεί μια γενικευμένη απαξίωση του πολιτικού προσωπικού της χώρας από ένα ευρύτερο κομμάτι της κοινωνίας. Μια αποδοκιμασία που δεν περιορίζεται πλέον σε φραστικές καταδίκες ή έστω σε αποχή από συλλογικές διαδικασίες (όπως η αποχή από τις πρόσφατες εκλογές), αλλά εξωτερικεύεται και με σωματική βία. Σαφώς τέτοιου είδους επιθέσεις και προπηλακισμοί είναι κατακριτέοι, όμως το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η κατάσταση σε λίγο καιρό ενδέχεται να είναι εκτός ελέγχου.
Το ανησυχητικό μήνυμα αυτής της επίθεσης είναι ότι, τη φορά αυτή δεν μιλάμε για επίθεση από τους «γνωστούς – άγνωστους» ή από αναρχικούς ή ακροδεξιούς. Μιλάμε για καθημερινούς ανθρώπους, βιοπαλαιστές, μισθωτούς, συνταξιούχους, άνεργους πτυχιούχους, άνεργους οικογενειάρχες. Οι άνθρωποι αυτοί θίγονται καθημερινά από την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και ενώ βλέπουν να μπαίνει «μαχαίρι» σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα δεν βλέπουν να τιμωρείται κάποιος πολιτικός για την κατάσταση της χώρας. Ενώ εκείνοι υποχρεώνονται σε βίαιη αλλαγή της ζωής τους, οι πολιτικοί συνεχίζουν να απολαμβάνουν τα προνόμιά τους, εμφανώς αποξενωμένοι από την πραγματικότητα και τη σκληρή καθημερινότητα.
Ασφαλώς η χρήση βίας, είναι καταδικαστέα. Είτε το θύμα είναι ένας μετανάστης, είτε ένας τέως υπουργός. Πάντα η εύκολη λύση είναι να στοχοποιούνται οι δράστες, να αναφερθούν δυο – τρεις καλές κουβέντες για το θύμα, να απασχολήσει το περιστατικό τα δελτία των 8, και η ζωή συνεχίζεται. Κάθε πράξη λαϊκής αυτοδικίας πρέπει όχι μόνο να καταδικάζεται στα λόγια, αλλά να τιμωρείται από τη δικαιοσύνη, τους απεργούς και συνολικά από την κοινωνία Στην περίπτωση του κ. Χατζηδάκη, δεν μιλάμε για μια επίθεση τυχαία ή προμελετημένη. Η αιτία είναι αρκετά βαθιά. Στα μάτια των εξαγριωμένων συμπολιτών μας, ο κ. Χατζηδάκης αντιπροσώπευε σύσσωμο το ελληνικό κοινοβούλιο, του τώρα και του χθες. Στα μάτια των διαδηλωτών, αυτό που αντιπροσώπευε ο κ. Χατζηδάκης ήταν , ήταν το τέλμα στο οποίο βρίσκεται η ελληνική κοινωνία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η επίθεση στον πρώην υπουργό δεν ήταν προμελετημένη, αλλά αυθόρμητη. Και ο αυθορμητισμός είναι το ανησυχητικό, καθώς μιλάμε για μια κοινωνία που βράζει και κανείς δεν φαντάζεται που θα ξεσπάσει η λαϊκή οργή και σε ποιον.
Σίγουρα, για την κατάσταση της χώρας δεν φταίνε όλοι οι πολιτικοί. Όμως, όταν έχουν συμβεί τόσα, τα χλωρά καίγονται με τα ξερά, και σε συνθήκες λαϊκού ξεσηκωμού, το ποτάμι της οργής δεν μπορεί να σταματήσει. Η χώρα μας βρίσκεται πολύ κοντά σε σημείο χωρίς επιστροφή. Το επεισόδιο με τον κ. Χατζηδάκη είναι χαρακτηριστικό. Είναι ένας πολιτικός που δεν έχει ακουστεί το όνομά του σε κάποιο σκάνδαλο. Και όμως όταν το πλήθος τον είδε, έπεσε πάνω του και εξέφρασε την οργή του για τα όσα συμβαίνουν στη χώρα τους τελευταίους μήνες. Ήταν μια πρώτη γεύση γι’ αυτό που θα επακολουθήσει, αν δεν καταλάβουν οι κυβερνόντες και οι πολιτικοί ότι και οι ίδιοι υπάγονται στους νόμους και τα βάρη πρέπει να μοιραστούν δίκαια. Είναι πάρα πολλοί οι έχοντες και οι διαπλεκόμενοι που δεν έχουν συνεισφέρει τίποτα ως τώρα στην εθνική προσπάθεια που γίνεται για την αποφυγή της χρεωκοπίας. Ο όχλος τις περισσότερες φορές, όταν νιώθει ότι θίγεται, δεν διακρίνεται για νηφάλιες αξιολογήσεις προσώπων. Μια σπίθα αρκεί για να ανάψει φωτιά στην κοινωνία. Και αυτό οφείλει να το γνωρίζει η κυβέρνηση και να λάβει τα μέτρα της πριν να είναι αργά.

Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

ΣΩΤΗΡΙΑ Η ΕΚΔΟΣΗ ΕΥΡΩΟΜΟΛΟΓΟΥ

Η έκδοση κοινών ευρωομολόγων, με βάση την πρόταση που παρουσίασαν ο Πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου κ. Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ και ο Υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας κ. Τζούλιο Τρεμόντι, συζητείται όλο και πιο έντονα εντός και εκτός Ε.Ε. Ήδη, η Γερμανία και η Γαλλία έχουν ταχθεί εναντίον αυτής της προοπτικής και αυτό διότι δεν επιθυμούν να πληρώσουν τα χρέη των άλλων ευρωπαϊκών χωρών οι Γερμανοί και οι Γάλλοι πολίτες. Όμως, η πιθανότητα έκδοσης ευρωπαϊκού ομολόγου θα μπορούσε να δώσει τέλος στην κρίση χρέους που μαστίζει την Ευρωζώνη, και να αποτελέσει ένα σημαντικό προληπτικό «μαξιλάρι» αντιμετώπισης μελλοντικών κρίσεων.
Όμως, η πιθανότητα έκδοσης ευρωομολόγου δεν έχει να κάνει μόνο με την αντιμετώπιση μακροπρόθεσμων κινδύνων. Το σημαντικότερο είναι ότι για πρώτη φορά, από τη δημιουργία της ΟΝΕ, επιχειρείται, έστω με τη μορφή πρότασης σε πρώτη φάση, να μπουν κανόνες στις ανεξέλεγκτες και κερδοσκοπικές αγορές. Με την κοινή έκδοση ευρωομολόγου θα μπορούν να κερδίσουν όλες οι χώρες της Ευρωζώνης και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τον επιμερισμό των υποχρεώσεών τους ανάλογα με την αξιολόγηση των κινδύνων τους, ώστε να λειτουργεί η σχετική «πειθαρχία» των αγορών. Ακόμα, εν μέσω της κρίσης, το ευρωομόλογο θα αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο «εγγύηση» για τις χώρες της Ευρωζώνης, για την πρόσβασή τους σε φθηνότερο δανεισμό. Το σίγουρο είναι ότι η χώρα μας, θα ήταν σαφώς ευνοημένη από μια τέτοια εξέλιξη, καθώς το δημόσιο χρέος, αντίστοιχο µε το 40% του ΑΕΠ, θα καλυπτόταν µε ευρωομόλογα, και έτσι η Ελλάδα θα «απαλλασσόταν» από την αγωνία εξυπηρέτησης χρέους 120 δισ. ευρώ, µε βάση τα σημερινά μεγέθη. Γιατί το ποσό αυτό θα μπορούσε να καλυφθεί εύκολα από τις αγορές, µε ευρωπαϊκά, δηλαδή χαµηλά, επιτόκια. Το ίδιο θα ίσχυε φυσικά για όλα τα άλλα «γουρούνια» της ευρωπαϊκής περιφέρειας που δοκιμάζονται σήµερα από τις αγορές. Με τη συνδρομή της δημοσιονομικά αξιόπιστης Κεντρικής Ευρώπης, καθώς και με το «μαξιλάρι ασφαλείας» που θα προσέφερε το ευρωομόλογο, θα μπορούσαν τα αδύναμα ευρωπαϊκά κράτη να ξεφύγουν από την ασφυκτική μέγγενη των αγορών και έτσι θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε να μιλούμε για αυξημένους ρυθμούς ανάπτυξης.
Το Ευρώ είναι γνωστό ότι κάθε μέρα τεστάρει τα όρια του και «παίζει» την ύπαρξή του. Οι αδυναμίες της Ευρωζώνης είναι και αυτές γνωστές. Οι 16 χώρες – μέλη της Ευρωζώνης δεν είναι ικανοί (ως τώρα τουλάχιστον) για μία πραγματική συνεργασία μεταξύ τους. Δεν συνειδητοποιούν ότι έχουν να διαχειριστούν ένα κοινό νόμισμα το οποίο αν αντιμετωπιστεί από όλους ως ένα απλό νόμισμα, δεν μπορεί να αποτελέσει αγαθό για την Ευρωζώνη. Μπορεί η οικονομική κρίση να ταλαιπωρεί εδώ και καιρό τις χώρες της Ευρωζώνης, και κυρίως τους Ευρωπαίους πολίτες, όμως υπάρχουν ακόμα περιθώρια ώστε οι Ευρωπαίοι ηγέτες να κάνουν άλματα προς τα μπρος. Και όταν μιλάμε για άλματα προς τα μπρος, δεν αναφερόμαστε μόνο στο ευρωομόλογο. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αν θέλουν να μακροημερεύσει το ευρώ και να αποτελέσει πραγματικό φορέα σύγκλισης και ισομερής ανάπτυξης, πρέπει να μιλήσουν για κοινή ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική και για κοινή φορολογική πολιτική. Γιατί αλλιώς ένα νόμισμα από μόνο του χωρίς τις απαραίτητες προϋποθέσεις θα είναι καταδικασμένο αργά ή γρήγορα να αποτύχει.
Στην προκειμένη φάση, σχετικά με την πιθανότητα έκδοσης ευρωομολόγου, η Γερμανία και οι χώρες δορυφόροι της, αποδεικνύουν με τη – χωρίς συζήτηση- άρνησή τους, πως βρίσκονται εδώ και χρόνια μακριά από τη λογική της εξυπηρέτησης του κοινού ευρωπαϊκού ιδεώδους. Έτσι, δύσκολα θα μπορούσαν να δεχθούν να καταβάλουν το κόστος ενός υψηλότερου γι’ αυτούς επιτοκίου δανεισµού, όπως συνεπάγεται το ευρωομόλογο. Όμως οι υπόλοιπες χώρες πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους αντιλαμβανόμενες το κοινό ευρωπαϊκό καλό. Οι πολιτικοί που είναι πολέμιοι της ιδέας του ευρωομολόγου, και ειδικά η κ. Μέρκελ με τον κ. Σαρκοζί, πρέπει να βρουν το θάρρος να αποσαφηνίσουν τη σημασία του ευρώ για την ευρωπαϊκή οικονομία. Λένε ότι είναι αναγκαία η σωτηρία του Ευρώ αλλά αυτό πρέπει να το αποδείξουν ξεκάθαρα στην πράξη. Τότε θα καταστεί δυνατό να διαμορφωθεί η βοήθεια προς τις προβληματικές χώρες της ευρωζώνης, ώστε να είναι πραγματική στήριξη και όχι τιμωρία. Αυτό μόνο καλό θα μπορούσε να κάνει στην Ε.Ε. και σε κάθε χώρα ξεχωριστά.

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

ΝΤΟΜΙΝΟ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ

Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι έσπευσαν, στην αρχή της οικονομικής ύφεσης στη χώρα μας, να χρίσουν την Ελλάδα ως το «μαύρο πρόβατο» της Ευρωζώνης. Όμως λίγους μήνες μετά, οι περιπτώσεις της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας έχουν ήδη βγάλει στην επιφάνεια τα διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν κάποιες χώρες της Ευρώπης, και ειδικά οι φτωχές χώρες της περιφέρειας. Αναμφίβολα, εντός Ε.Ε και κυρίως εντός ευρωζώνης, οποιαδήποτε εξέλιξη είναι ικανή να επηρεάσει βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα πολλές εθνικές οικονομίες και να φέρει ντόμινο εξελίξεων, με το πιο ανησυχητικό σενάριο να έχει να κάνει με το μέλλον του ευρώ.
Μπορεί η Πορτογαλία να μην έχει το έλλειμμα και το χρέος που έχει η χώρα μας και η Ιρλανδία, όμως ο συνδυασμός ελλείμματος, χρέους και αρκετά χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης, εκτόξευσαν το κόστος δανεισμού στα ύψη. Αν η κατάσταση στην Πορτογαλία χειροτερεύσει, τότε κινδυνεύει άμεσα και η Ισπανία, η οποία είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Πορτογαλίας, καθώς και ο μεγαλύτερος δανειστής της, μιας και οι ισπανικές τράπεζες κατέχουν πορτογαλικά ομόλογα ύψους 59 δις. Ευρώ. Όταν κάνουμε λόγο για την ισπανική οικονομία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια χώρα σχεδόν διπλάσια από τις παραπάνω. Επίσης, το ΑΕΠ της Ισπανίας για το 2009 ήταν 1.460 δις δολάρια , τη στιγμή που της Ελλάδας ήταν 329 δις, της Πορτογαλίας 227 δις, όπως και της Ιρλανδίας. Γίνεται εύκολα αντιληπτό πως αν ξεσπάσει παρόμοια κρίση στην Ισπανία, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι εύκολα διαχειρίσιμο και οι εξελίξεις θα είναι απρόβλεπτες.
Τα ενδεχόμενα που συζητούν οι ευρωπαίοι ηγέτες, τεχνοκράτες και τραπεζίτες, σχετικά με το μέλλον των προβληματικών χωρών και της ευρωζώνης, είναι ουσιαστικά δυο: Αρχικά, υπάρχει η πρόταση για αύξηση του κεφαλαίου του μηχανισμού στήριξης ώστε να καλύψει ενδεχόμενες επιπλέον ανάγκες και άλλων χωρών. Μπορεί για το ενδεχόμενο αυτό η κ. Μέρκελ, η νέα σιδηρά κυρία της Ευρώπης, να κρατάει επιφυλακτική έως αρνητική στάση, όμως θιασώτης αυτής της πολιτικής είναι ο Γερμανός αρχιτραπεζίτης Βέμπερ. Η κ. Μέρκελ, είναι υπέρ της συμμετοχής ιδιωτών σε μια προοπτική ενός «μόνιμου» ευρωπαϊκού μνημονίου. Το γεγονός αυτό από τη μια θα επιφέρει περισσότερο χρήμα και δυνατότητες επιμήκυνσης της αποπληρωμής του χρέους, όμως από την άλλη πλευρά θα αυξηθεί το κόστος του χρήματος, και σε περιπτώσεις όπου η δανειζόμενη χώρα δεν μπορεί να εκπληρώσει τις δανειακές υποχρεώσεις της, η χρεοκοπία θα είναι μονόδρομος. Το άλλο σενάριο που συζητείται, έχει να κάνει με την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα για τις «προβληματικές» χώρες. Επιστροφή, η οποία όμως θα αφορά μόνο τις εσωτερικές συναλλαγές. Αυτό το γεγονός μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα, όμως αυτομάτως με την επιστροφή στη δραχμή, για παράδειγμα, το βιοτικό επίπεδο θα πέσει κατακόρυφα και θα ακολουθήσουν πολλά χρόνια λιτότητας και φτώχιας.
Στην οικονομική κατάσταση που έφτασε η Ευρώπη, όλα τα σενάρια μοιάζουν πιθανά: Από τη διάλυση της ευρωζώνης, μέχρι την ελεγχόμενη πτώχευση κρατών- μελών και τη δημιουργία τεράστιων ανισοτήτων. Η προοπτική ενός διαρκούς μνημονίου γερμανικής κατευθύνσεως τουλάχιστον τρομάζει, καθώς η παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας δεν είναι μακριά για τις δανειζόμενες χώρες. Στην Ευρώπη πλέον το παιχνίδι που παίζεται είναι αμείλικτο. Η πολιτική ενοποίηση και γενικότερα η συνέχιση της ευρωπαϊκής προοπτικής συγκρούεται με τις αγορές, τους τραπεζίτες και τους κερδοσκόπους. Η Ευρώπη κοντράρεται από ένα σύστημα που η ίδια εξέθρεψε, μέσα από τις ασάφειες των Συνθηκών και την ατολμία της πολιτικής. Το ποιος θα επικρατήσει σε αυτόν τον οικονομικό πόλεμο, είναι ακόμα άγνωστο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι αγορές είναι πολύ σκληρές για να πεθάνουν.

Η ΚΑΚΗ ΜΑΣ ΤΥΧΗ ΦΤΑΙΕΙ ΓΙΑ ΟΛΑ

Σε μια κανονική χώρα, ένα (αδικαιολόγητο ως τώρα) ναυάγιο δεν θα αποτελούσε ένα τρομερό και δυσεπίλυτο πρόβλημα. Οι αρμόδιοι θ...